Ανυπαρξία φοροδοτικής ικανότητας ισον ανυπαρξία εισφοροδοτικής ικανότητας (Short Version).

Επιλεγμένα

Ετικέτες

,

Η μεγαλύτερη  νομική ερεύνα επί του ασφαλιστικού ζητήματος της Ελλάδας, αυτή τη φορά όμως ιδωμένο από τη σκοπιά του ασφαλισμένου  ελεύθερου  επαγγελματία.

Του Κωνσταντίνου Παπακασόλα, δικηγόρου Αθηνών.

Συνοπτική έκθεση των τιθέμενων νομικών ζητημάτων:

To παλαιό αφορολόγητο των 12.000 ευρώ υπήρξε επί μακρόν η νομω εκπεφρασμένη υλοποίηση του άρθρου 4.5 του Συντάγματος απαίτηση  «να συνεισφέρουν οι Έλληνες στα βάρη  ΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕ ΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΟΥΣ». Την απαίτηση αυτή  αντισυνταγματικά  κατάργησαν οι μνημονιακες κυβερνήσεις.

____400

Στην έννοια των «βαρών» δεν ανήκουν μόνο οι φόροι, αλλά ΠΡΟΦΑΝΩΣ και οι ασφαλιστικές εισφορές, οι οποίες, είτε θεωρήσουμε ότι καταβάλλονται υπέρ των ιδίων των ασφαλισμένων – είτε υπέρ των σημερινών συνταξιούχων (σύστημα γενεών) στην μεν πρώτη περίπτωση έχουμε το δικαίωμα της μονομερούς αρνήσεως πληρωμής τους, αρνούμενοι την συνταξιοδότηση, στη δε δεύτερη περίπτωση είναι υπέρογκα επαχθεις και γι αυτό ελεγχόμενες αντισυνταγματικά, καθώς επιβάλλονται άνευ ουδενός ουσιαστικού, αληθινού εισοδηματικού κριτηρίου σε όλους τους ασφαλισμένους.

Σύνταγμα προοίμιον

Το ύψος των ετησίων ασφαλιστικών εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών (υποτίθεται ότι) καθορίζεται  για τους Τομείς Ασφάλισης  Σύνταξης βάσει των διατάξεων του άρθρου 22 του ν.2084/1992. Στις εισφορές αυτές προστίθενται επίσης εξωφρενικές προσαυξήσεις. 

Τα ετήσια συνολικά ποσά εισφορών είναι αδιανόητα για όσους έχουν χαμηλά εισοδήματα, είναι ανασφάλιστοι, αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας η έχουν προστατευόμενα μέλη στην οικογένεια τους.

Κατά παράβαση κάθε έννοιας δικαίου ΔΕΝ ΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΥΠΟΨΙ το εισόδημα του ασφαλισμένου, ωστε να μειωνονται αναλογικως οι εισφορες και σε τυχόν σημαντική αδυναμία  να  μην υπάρχει εισφοροδοτικη υποχρέωση.

Το υπάρχον σύστημα των ασφαλιστικών κατηγοριών είναι απαράδεκτο  γιατι τοποθετεί  αυθαίρετα την εισφοροδοτικη βάση σε εξαρχής απαράδεκτα υψηλά ποσά, που προϋποθέτουν επίσης αυθαιρετα οτι ο ασφαλισμένος έχει εισόδημα τουλάχιστον 15.000 ευρώ ετησίως.

Έτσι οι ασφαλιστικές εισφορές καταλήγουν κολοσσιαία επιβάρυνση, ΑΝΕΡΧΟΜΕΝΗ ΣΕ ΠΟΣΑ πολύ άνω των 3.000 ευρώ ετησίως, συνιστώντας έτσι τρομακτική δαπάνη για όσους τα πραγματικά εισοδήματα τους ανέρχονται σε ποσά χαμηλότερα του παλαιού αφορολογήτου (12.000).

Στην περίπτωση τέτοιων χαμηλών εισοδημάτων, που αποτελούν και την πλειοψηφία στους νέους επαγγελματίες,  ο υπόχρεος κυριολεκτικά παίζει με την του φυσική και επαγγελματική του επιβίωση στην περίπτωση που υποχρεωθεί να καταβάλλει φόρους και εισφορές.

Τα ασφαλιστικά ταμεία των ελευθέρων επαγγελματιών είναι αφενός τα μόνα τις εισφορές των οποίων ΔΕΝ καταβάλλει το .. δημόσιο αλλά οι ίδιοι οι ασφαλισμενοι. Κατ ουσία όμως την διαχείριση τους την έχει αναλάβει αυτό.

Οι διοικήσεις των ταμείων έχουν ΜΟΝΟ διαχειριστική εξουσία ενώ για τα κρίσιμα ζητήματα του ύψους των εισφορών αλλά και της .. γραφειοκρατίας ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΚΑΣΤΟΤΕ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ, οι οποίοι βαρύνονται και με την ευθύνη του σημερινού αίσχους.

Συνοπτικά : Η θέσπιση και ο καταλογισμός των εισφορών αυτών χωρίς να λαμβάνεται υποψι το εισόδημα του ασφαλισμένου, τυχόν μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης και το διοικητικό μέτρο της έκδοσης ασφαλιστικής ενημερότητας για θεώρηση βιβλίων, ως μέσο εξαναγκασμού σε πληρωμή, είναι αντίθετα στην αρχή της αναλογικότητας, στο Σύνταγμα (ζήτημα παραβίασης  των άρθρων 2, 4, 5, 21, 22 και 25 του Συντάγματος) και την ΕΣΔΑ, η δε σχετική δικαιοπραξία μεταξύ ασφαλιζόμενου και ταμείων συνιστά καταπλεονεκτικη δικαιοπραξία.

Η παροχή ενός  “κοινωνικού αγαθού”  από μία κοινωνία στα μέλη της, προσδιορίζει ως ένα βαθμό και τον “πολιτισμό” της, εξ ου και η ονομασία της ασφάλισης ως κοινωνική ασφάλιση.

Ο όρος “ασφάλιση” ή “κοινωνική ασφάλιση” περιλαμβάνει έννοιες κρίσιμες για την ύπαρξη του ανθρώπου, την ίδρυση ανθρώπινων κοινωνιών και γενικά την προστασία της ίδιας της ζωής. Αγγίζει όπως όλοι αντιλαμβανόμαστε τομείς της καθημερινότητας, αλλά και σημαντικούς τομείς διαμόρφωσης του επιπέδου διαβίωσης του Έλληνα πολίτη.

Η ιδέα της κοινωνικής ασφάλισης είναι εξέλιξη των διαφόρων μορφών αλληλοβοήθειας των μελών μιας κοινωνίας, και αυτό ως μέτρο την χαρακτηρίζει.

Μελετώντας, και αντλώντας πληροφορίες, στο μέτρο του δυνατού, από ειδικούς, δημόσιους φορείς, ασφαλισμένους, κτλ, διαπιστώνει κανείς ότι το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας από ιδρύσεώς του, “κατασκευάστηκε” και διαρθρώθηκε κατά τέτοιο τρόπο, όχι για να εξυπηρετήσει τις πραγματικές ανάγκες των υπό ασφάλιση εργαζομένων, αλλά για να εξευρεθεί τρόπος της κεφαλαιοποίησης ενός οικονομικού αντικειμένου, την δήθεν “ασφάλισης” και κατόπιν να “ληστεύουν” το προϊόν της ασφάλισης, ως κράτος, ως κυβέρνηση, και να το διαθέτουν κατά το δοκούν, εν απουσία του ασφαλισμένου.

Αυτό το οικονομικό αντικείμενο δημιουργείτο από τις οικονομικές καταβολές εργοδοτών-εργαζομένων και μόνον, και δια πληθώρας νόμων, το διαχειριζόταν η εκάστοτε κυβέρνηση, ερήμην των ασφαλισμένων ουσιαστικά, διότι τις διοικήσεις των Ταμείων τις διόριζαν οι εκάστοτε κυβερνώντες.

Επομένως αυτές φυσικά και δεν διαθέτουν αποφασιστικές αρμοδιότητες ειμή μόνο διαχειριστικές!

Η συνταγματική θεμελίωση του δικαιώματος στην  κοινωνική  ασφάλιση βρίσκεται στο άρθρο 22 § 5 Σ.  :  «Το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει».

Ναι  μεν, η ασφάλιση ειναι υποχρεωτική (σε ασφαλιστικό  ταμείο, δημόσιο φυσικά,) από πουθενά στο Σύνταγμα όμως δεν προκύπτει οτι ο ασφαλισμένος είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει όσο ύψος εισφορών του καταλογίζει να καταβάλλει  κάθε φορά ο υπουργός ασφάλισης!!!

Ισα ισα που από σωρεία συνταγματικών διατάξεων προκύπτει οτι ο καθένας ως πολίτης και φορολογούμενος :

Αφενός μεν οφείλει να καταβάλλει μέχρι του σημείου που αντέχουν οι οικονομικές του δυνατότητες,

Αφετέρου να εφαρμόζεται η αρχή της αναλογικότητας που σημαίνει φυσικά ότι για κάθε υπόχρεο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η εισφοροδοτική του ικανότητα, η κατάσταση του επαγγέλματος του  (ειδικά όταν αυτό έχει μέσα από επίσημες μελέτες προβλήματα ανεργίας, ύφεσης και υποαπασχόλησης) και φυσικά να σέβεται το κράτος τον εργαζόμενο που σπούδασε και αγωνίζεται να επιβιώσει, προσφέροντας και έσοδα στο δημόσιο, και όχι να τον εισφορολογει δυσανάλογα και να του συμπεριφέρεται σαν να  είναι απατεώνας!

Άρθρο 2.  Συν. : “Ο σεβασμός & η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας”

Την απαξίωση για την ανθρωπινή υπόσταση την γεννά  Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΥΨΟΥΣ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ , ο όποιος ΔΕΝ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΥΠΟΨΙ :

α) ούτε τα ΙΣΧΝΑ εισοδήματα των ασφαλισμένων ,

β) ούτε την οικονομική κρίση της χώρας,  ούτε την εξαθλίωση των νέων επαγγελματιών  και

γ) ούτε τυχόν και τα προβλήματα υγείας κλπ

Εφόσον η Πολιτεία λοιπόν συνειδητά ΥΠΕΡΧΡΕΩΝΕΙ τον ασφαλισμένο, ενώ ανά πάσα στιγμή μπορεί να τον τρομοκρατεί η να του κατάσχει περιουσιακά στοιχειά για ΑΝΥΠΑΡΚΤΕΣ οφειλές του, προφανώς πρόκειται περί συμπεριφοράς αισχρής και τρισάθλιας.

 Άρθρο 4 Συντάγματος :

1.  Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.

5. Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω άρθρα οι Έλληνες είμεθα όσοι ενωπιον του νομού.

-Παρόλα αυτά όμως εισήχθη ήδη διάκριση σε ασφαλισμένους προ του 93 και μετά με συνέπεια οι νεότερες γενιές να πληρώνουμε ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ από τις προηγούμενες και να πάρουμε ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΟΤΕΡΕΣ συντάξεις.

Πέραν αυτού όμως συμβαίνει το πρωτοφανές,  να πληρώνουμε αστρονομικές εισφορές δηλαδή, να  εισφορολογούμεθα ως  κροίσοι  κι ενώ το κράτος γνωρίζει ότι  τα εισοδήματα είναι ελάχιστα, και η χωρά μας διανύει τον πέμπτο χρόνο οικονομικής κρίσης!

Με τα χρήματα αυτά πληρώνονται οι συντάξεις επαγγελματιών που έζησαν τις  εποχές του….1960 και εντεθέν!   Εποχές κατά τις όποιες μπόρεσαν και άσκησαν με αξιοπρέπεια το επάγγελμα τους, πολλοί δε εξ αυτών πλούτισαν, πράγματα που οι νεότερες γενιές  στερούνται καίτοι αγωνιζόμενες καθημερινά. Επιπροσθέτως βιώνουμε την τραγική κατάσταση συνταξιούχων που λαμβάνουν 2 και 3 συντάξεις!!!

Αντί λοιπόν να μειωθούν οι συντάξεις αυτών σε κάποιο βαθμό ανάλογο με τις σημερινές δυνατότητες των ταμείων (σε κάθε περίπτωση οι πολύ υψηλές και σε καμία περίπτωση κάτω από 1.200 ευρώ), τα Ταμεία ακολουθώντας τις επιταγές και τους νομούς των εκαστοτε Υπουργών Κοινωνικής Ασφαλίσεως, ΑΥΞΗΣΑΝ ΚΑΙ ΑΛΛΟ ΤΙΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ.

- Οι εύποροι επαγγελματίες και τα μεγάλα γραφεία (που αντιστοιχούν στο 20%  του συνόλου των ελευθέρων επαγγελματιών) ενώ κατέχουν άνω του 80% της δουλειάς και αφήνουν μόλις ένα ελάχιστο όγκο εργασίας 20% να το μοιράζεται το … εναπομείναν 80% των ελευθέρων επαγγελματιών ΚΑΤΑΛΗΓΟΥΝ ΝΑ ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ ΤΙΣ ΙΔΙΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ….ΦΤΩΧΟΥΣ ελεύθερους επαγγελματίες,  ΕΝΩ ΤΑ ΕΣΟΔΑ ΤΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΑ ΚΑΘΩΣ ΕΧΟΥΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΥΣ ΚΑΙ ΠΙΟ ΕΥΠΟΡΟΥΣ ΠΕΛΑΤΕΣ ΚΛΠ.

Δεν υποχρεώνονται όμως σε υψηλότερες εισφορές!

Παρατηρούμε έτσι ότι ενώ απολαμβάνουν το προνόμιο της μεγάλης πελατείας και των υψηλών εσόδων αφενός μεν να είναι οι πρώτοι που φοροδιαφεύγουν και να την πληρώνουν οι φτωχοί που υπερφορολογούνται, αφετέρου  να ΜΗΝ ΣΥΝΕΙΣΦΕΡΟΥΝ ΣΤΑ ΤΑΜΕΙΑ ΑΝΑΛΟΓΩΣ ΜΕ ΤΑ ΥΨΗΛΑ ΤΟΥΣ ΕΣΟΔΑ και τους αδήλωτους συνεργάτες τους και έτσι τα ταμεία  εγείρουν παραλογές απαιτήσεις στους φτωχούς ελεύθερους επαγγελματίες!!!

Επομένως συνιστά εγκληματική αδράνεια του κράτους η μη συσχέτιση των εισφορών με το εισόδημα  καθώς οι πλουσιότεροι ελεύθεροι επαγγελματίες εκμεταλλεύονται το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς  αλλά τα βάρη στα ταμεία καλούνται να τα σηκώνουν άνεργοι και υποαπασχολούμενοι.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ. 4 παρ. 5 «Tο Kράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει».

Επομένως το κράτος είναι υποχρεωμένο  να ενεργεί όλα τα απαραίτητα  προκειμένου να είναι το αγαθό της κοινωνικής ασφάλισης προσιτό σε όλους τους εργαζομένους (και μη).

Στην ουσία όμως το μόνο που κάνει το κράτος είναι να υποχρεώνει τους ελευθέρους επαγγελματίες σε ισόβια ασφάλιση σε ένα ασφαλιστικό ταμείο, και σε ισόβια υποχρέωση καταβολής εισφορών.

ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΣΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΩΣ ΛΗΣΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΟΤΙ ΤΕΛΙΚΑ ΚΑΝΕΙ ΟΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ ΤΟ ΑΓΑΘΟ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΡΟΣΙΤΟ.

Ζωντανή απόδειξη αυτού είναι το ότι το 10 έως 50 %  των ασφαλισμένων στα ποίκιλα  ταμεία είναι πάρα τη θέληση τους ανασφάλιστοι !!! 

Όμως, το άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος, ορίζει ότι «οι Έλληνες πολίται συνεισφέρουν αδιακρίτως εις τα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων των».

«Είναι φανερό ότι οι «δυνάμεις», στις οποίες αναφέρεται το Σύνταγμα, είναι οι περιουσιακές δυνάμεις, και όχι οι πνευματικές ή οι μυϊκές ή. . . οι ορμονικές δυνάμεις του φορολογουμένου.  Αυτό ορίζετο καθαρά στο Σύνταγμα, όπως ήταν διατυπωμένο πριν από την αναθεώρηση του 1911: «αναλόγως της περιουσίας».

Η αντικατάσταση της φράσης αυτής με την αόριστη διατύπωση «αναλόγως των δυνάμεων» έγινε, όπως μας πληροφορούν οι συνταγματολόγοι, απλώς και μόνο για να διευκολυνθεί η επιβολή της προοδευτικής φορολογίας προσθέτουν όμως ότι, και με την καινούργια διατύπωση, «η φράσις «αναλόγως των δυνάμεων» σημαίνει βεβαίως ότι η υποχρεωτική εισφορά δεν πρέπει να ορίζεται αυθαιρέτως, αλλ’ εκτιμώμενης της οικονομικής ικανότητος εκάστου».

(Σβώλος – Βλάχος, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, 1 1954 σελ. 222- Κώστας Μπέης, Τα αμάχητα τεκμήρια είναι αντισυνταγματικά, 1978).

Στην συνταγματική έννοια των «βαρών», στον βαθμό που ορίζουν οικονομική συμμέτοχη και δη υποχρεωτική  ανήκουν, και οι ασφαλιστικές εισφορές, εφόσον είναι άμεσα συναρτώμενες με την επαγγελματική ύπαρξη και δράση του ασφαλισμένου,  με πολλές και αυστηρές μάλιστα συνέπειες για τον τελευταίο, εφόσον δεν ανταποκρίνεται με αδιάλειπτη συνέπεια στην υποχρέωση του έναντι του ασφαλιστικού φορέα του.

Η συντριπτική πλειονότητα των ασφαλιστικών οργανισμών των ελεύθερων επαγγελματιών εν Ελλάδι, έχει εδώ και πολλά χρόνια άτυπα θεσμοθετήσει ένα κύκλο εξοντωτικά υψηλών ασφαλιστικών εισφορών για τον ασφαλιζόμενο.

Οι εισφορές αυτές ενώ είναι δυσβάστακτες  κατά κοινή ομολογία για τα εισοδήματα της μεγάλης πλειοψηφίας, είναι – από την άλλη- υποχρεωτικές για όλους, ανεξάρτητα από τα εισοδήματα αυτών.

Διαπιστώνουμε έτσι μια αντισυνταγματική και εκφυλιστική εκτροπή της κοινωνικής ασφάλισης, από κοινωνικό αγαθό, σε μέσο στυγνού οικονομικού καταναγκασμού.

Η ελληνική πολιτεία είναι όμως αυτή που  διαμόρφωσε με σειρά νόμων τις τελευταίες δεκαετίες ένα απαράδεκτο ασφαλιστικό καθεστώς για τους νέους ελεύθερους επαγγελματίες (ασφαλισμένους μετά το 1993). Κι αυτό ενώ ήδη διέβλεπε εδώ και παρά πολλά χρόνια και ήδη διαπίστωνε και επισήμως τα σημαντικά προβλήματα επιβίωσης του κλάδου : πληθωρισμός, μείωση επαγγελματικής ύλης, και πλείστα όσα.

Στο άρθρο 55 παρ. 3 του Ν. 2084/92 ορίζεται πως : «το ποσό της μηνιαίας εισφοράς που καταβάλλεται στους φορείς ασφάλισης ασθένειας, οι οποίοι ασφαλίζουν αυτοαπασχολουμένους καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη και γνώμη των Δ.Σ. των φορέων και του Σ.Κ.Ακαι δεν μπορεί να είναι μικρότερο του ποσού που προκύπτει με βάση το κατά το έτος 1991 μέσο μηνιαίο κατά κεφαλήν Α.Ε.Π. αναπροσαρμοσμένου με το εκάστοτε ποσοστό αυξήσεως των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων (!) και του ποσοστού εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη, που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου αυτού.

Στον  «ΚΩΔΙΚΑ ΠΕΡΙ ΤΑΜΕΙΟΥ ΝΟΜΙΚΩΝ» (ΦΕΚ: Α 164 1 9601009) που τέθηκε σε ισχύ από  09.10.1960 στο κεφάλαιο Α, μέρος Γ άρθρο 1, παρ. 3 ορίζεται ότι «οι πόροι του Ταμείου αποτελούνται … εκ μηνιαίας εισφοράς των δικηγόρων και αμίσθων υποθηκοφυλάκων, εισπραττομένης δια του ασφαλιστικού βιβλιαρίου δι’ επικολλήσεως εν αυτώ των αποκομμάτων εξ ενσήμων του Ταμείου, περί ων τα εδάφ. ιβ’, ιγ’ και ιδ’ του παρόντος άρθρου αναφερομένων πόρων, αντιπροσωπευόντων αξίας ισόποσον προς ποσοστόν 2% επί του εκάστοτε βασικού μισθού του Εφέτου (!)

 Το εν λόγω ποσοστόν αναπροσαρμόζεται από 1ης Ιαν. 1982 εις 3%, από 1ης Ιαν. 1983 εις ποσοστόν 4% και από 1ης Ιαν. 1984 εις ποσοστόν 5%.  (!) κλπ κλπ…

OΛΟΙ νομίζω αντιλαμβανόμαστε πόση σχέση έχει “το εκάστοτε ποσοστό αυξήσεως των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων” και  “ο εκάστοτε βασικός μισθός του Εφέτου” με το εισόδημα του μέσου σύγχρονου δικηγόρου:  Καμία.

Πιο κάτω, στο άρθρο 8 μας λέει ότι… «τα κατά το παρόν εδάφιον ποσοστά εισφορών δύναται ν’ αυξάνωνται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών μετά σύμφωνον γνώμην του διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου».

Λαμβάνεται λοιπόν και μέριμνα και για την μελλοντική ΑΥΞΗΣΗ των εισφορών.

Προς θεού βέβαια, καμιά αντίστοιχη πρόνοια για την μελλοντική πιθανότητα ΜΕΙΩΣΗΣ τους. Γιατί άραγε?  

Επίσης καμιά πρόβλεψη για μελλοντική ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ των δικαιούχων σε περίπτωση έλλειψης αποθεματικών.  Αυτό το πρωτοφανές σημαίνει ότι πάση θυσία οι συνταξιούχοι θα λαμβάνουν όσα θεωρεί το εκαστοτε ταμείο ότι πρέπει να λαμβάνουν, ενώ οι … ασφαλισμενοι ελεύθεροι επαγγελματίες ΘΑ ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ ΟΣΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ  ΚΡΙΝΕΙ ΤΟ ΕΤΑΑ ΔΗΛΑΔΗ Ο ΕΚΑΣΤΟΤΕ ΥΠΟΥΡΓΟΣ, και αυτό ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ, ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΤΟΥΣ, ΑΠΟ ΤΟ ΑΝ ΑΠΕΙΛΕΙΤΑΙ Η ΙΔΙΑ Η ΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗ! Πρωτοφανής διάλυση κάθε δικαιώματος στην εργασία, στην επιβίωση, στην αξιοπρέπεια!!!

Αυτό που παρατηρούμε από τα ανωτέρω είναι η θεσμοθέτηση μιας υπερπολυπλοκης, τρομερά ομιχλώδους και δυσνόητης διαδικασίας υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών, εντος της οποίας πραγματοποιούνται λογικά άλματα, νομικοί ακροβατισμοί και αλχημείες παντός τύπου. 

Έχουμε λοιπόν μέχρι ώρας τα εξής ερωτήματα:

Πως είναι δυνατόν, να λαμβάνεται κατά τα ανωτέρω ως βάση για τον υπολογισμό των εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών  για την ασφάλιση ασθένειας «το εκάστοτε ποσοστό αυξήσεως των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων (!)  και,  κυρίως

Πως είναι δυνατόν, να λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό των εισφορών για την ασφάλιση συντάξεως «ποσοστόν επί του εκάστοτε βασικού μισθού του Εφέτου (!)»

Περεταίρω, ναι μεν το Σύνταγμα ορίζει ότι η ασφάλιση είναι υποχρεωτική και μάλιστα αποκλειστικά σε τομέα ασφάλισης του ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΝΠΔΔ), αλλά  ΑΠΟ ΠΟΥΘΕΝΑ ΔΕΝ ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ Η ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥΔΗΠΟΤΕ ΥΨΟΥΣ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΚΑΠΝΙΣΕΙ ΣΤΟΝ ΕΚΑΣΤΟΤΕ ΥΠΟΥΡΓΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ Η ΕΚΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΤΡΟΙΚΑ , ΝΑ  ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΕΙ!!!

Επομένως είναι αντικείμενο απόδειξης η μη ύπαρξη υποχρέωσης καταβολής των εισφορών αυτών, πέραν φυσικά των υπερβάσεων λοιπών διατάξεων του Συντάγματος και δη ότι επιβλήθηκαν σε μη έχοντα εισφοροδοτικη ικανότητα.

ΜΕ ΤΗΝ ΛΟΓΙΚΗ ΑΥΤΗ, ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΒΓΕΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΑ ΝΟΜΟΥ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΤΟ  ΤΑΝ  ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΠΙΘΑΝΟΥΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟΥΣ ΤΟΜΕΙΣ ΤΟΥ (ΤΕΑΔ), ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΥΠΔΑ, ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΔΙΚΟΥΣ ΤΟΥ ΥΠΟΤΟΜΕΙΣ, ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΥΠΕΡ ΟΑΕΔ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ ΑΚΟΜΑ ΘΥΜΑΤΑΙ ΠΟΣΕΣ ΥΠΟ-ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΜΑΣ ΕΧΟΥΝ ΧΡΕΩΣΕΙ, ΝΑ ΒΓΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΠΟΥΝ ΟΤΙ «ΚΥΡΙΟΙ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΙ (ΤΟΥ ΜΙΣΘΟΥ) ΤΩΝ 500 ΕΥΡΩ ΜΑΣ ΟΦΕΙΛΕΤΕ ΓΙΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 2014 (Π.Χ.)  10.000 ΕΥΡΩ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΕΤΗΣΙΩΣ».

ΑΥΤΟ ΤΙ ΘΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ? ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ 10.000? ΟΤΙ ΘΑ ΗΤΑΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΝΟΜΙΜΟ ΝΑ ΙΣΧΥΣΕΙ ΤΕΤΟΙΟΣ ΝΟΜΟΣ?  ΟΤΙ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΟΥΜΕ ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΜΑΣ ΜΕ ΧΡΕΗ ΠΟΥ ΘΑ ΜΑΣ ΦΟΡΤΩΝΕ ΤΟ ΚΑΘΕ ΤΑΜΕΙΟ  ΜΟΝΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΕΠΕΙΔΗ ΤΟ ΑΣΚΟΥΣΑΜΕ?

Ο προσδιορισμός του ύψους  των οφειλόμενων εισφορών, ως παροχή που γεννάται από το νόμο, πρέπει ως προσδιοριστική,  ΧΡΗΜΑΤΙΚΑ καταλογιστέα πράξη να είναι ΕΥΛΟΓΗ, να ανταποκρίνεται στα εισοδήματα του υπόχρεου ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ, σε κάθε δε περίπτωση να μπορεί να την αντέξει ο υπόχρεος,  ακυρωνόμενης σε αντίθετη περίπτωση κάθε πράξης επιβολής και καταλογισμού ΥΠΕΡΟΓΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ εκ των οποίων να στερείται ο υπόχρεος βασικών βιοτικών αγαθών:

Την διατροφή, την ένδυση, τη στέγαση, τη φροντίδα των οικείων του, το ίδιο το επάγγελμα του σε τελική ανάλυση!

Επομένως η υποχρεωτική ασφάλιση είναι υπό τις ως άνω ανατρεπτικές προϋποθέσεις ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ, όταν υπάρχει κίνδυνος :

α) ανεπαρκείας κάλυψης βασικών βιοτικών αναγκών του υπόχρεου, που ανιχνεύεται όταν το εισόδημα του είναι μικρότερο από το ποσό του παλαιού αφορολογήτου (12.000 ευρώ) που είναι και το όριο της αξιοπρεπούς διαβίωσης, ποσό μάλλον όταν είναι στο μισό του ορίου αυτού.

β) αναγκαστικών μέτρων που θα εξαθλιώσουν έτι περισσότερο τον οικονομικά αδύνατο υπόχρεο (κατάσχεση μικροκαταθεσεων του, αυτοκίνητου του κλπ)

γ) έξοδος του από το επάγγελμα, καθώς δεν θα έχει ούτε μπλοκ αποδείξεων είτε λογω της υπερχρέωσης του από τα ταμεία, και δεν θα μπορεί να εργάζεται,

δ) αντιμετώπιση του ως …. απατεώνα  (διότι τα κρατικά ασφαλιστικά ταμεία παρόλα αυτά τον θεωρούν εύπορο και απαιτούν  τις εισφορές ου μην και φόρους και ένα σωρό ακόμα βάρη)

ε) μη θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος ( ΕΦΟΣΟΝ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΕΙ ΕΙΣΦΟΡΕΣ)!

στ) στέρησης δικαιώματος πρόσβασης στην υγεία  (είναι ΕΚΘΕΤΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΘΕ ΑΡΡΩΣΤΙΑ, αφού είναι πανύψηλες ΚΑΙ οι εισφορές της υγείας!)

ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΞΕΚΑΘΑΡΟ ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ  ΕΙΣΦΟΡΕΣ  ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΕΚΒΙΑΣΤΙΚΗΣ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΒΙΑΖΟΥΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΡΕΟΥΡΓΟΥΝ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΑ ΒΑΡΗ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ  ΣΚΟΠΟΥ ΚΑΙ ΜΕΣΟΥ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ.

Άρθρο 25  Συντάγματος  – ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ:

Το ελληνικό Κράτος προκειμένου να εξασφαλίσει τα απίθανα ποσά που ζητά, προκειμένου να αφήσει ανέπαφους τους κομματικούς στρατούς του, ήδη :

α. στερεί τον νέο επαγγελματία από μελλοντική σύνταξη, αφού έτσι κι αλλιώς ο τελευταίος δεν έχει να πληρώσει  για να λάβει σύνταξη..

β.  στερεί ομοίως τον νέο επαγγελματία από την στοιχειώδη περίθαλψη.

γ.  τον υποβάλλει σε άσκοπη γραφειοκρατία και ταλαιπωρία, αφού ακόμα και για ρύθμιση πρέπει να τρέχει σε διαφορετικές υπηρεσίες, με αμφίβολα αποτελέσματα, καθώς ουδεμία διάθεση συνεργασίας επιδεικνύουν τα Ταμεία κι ούτε κι έχουν αποφασιστικές αρμοδιότητες.

δ.   τον στερεί και από την θεώρηση Δελτίου Παροχής Υπηρεσιών ώστε να μπορεί να βιοπορίζεται. Με απλά λόγια τον ωθεί στην λιμοκτονία.

ε. λαμβάνει ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ! Δεν του δίνει καν τη δυνατότητα «παγώματος» των ήδη παρανομών βέβαια και δήθεν οφειλών του, ώστε να τα καταβάλλει όταν μπορέσει να μαζέψει τα χρήματα αυτά! Κάνεις δεν θέλει να μείνει χωρίς σύνταξη!

Αλλά και ποιος από την άλλη θα δώσει τα χρήματα του για την ασφάλιση του, εάν αυτά δεν φτάνουν για να συντηρηθεί όταν είναι νέος!!!

Επιπλέον δε

ε. του στερεί τη δυνατότητα να αποκτήσει τα στοιχειώδη για την καθημερινότητα του, όπως π.χ.  αυτοκίνητο, σπίτι, κλπ

στ.  του στερεί την δυνατότητα να κάνει οικογένεια, καθώς επιζητεί την αφαίμαξη των ΗΔΗ ΜΗ ΕΠΑΡΚΩΝ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ (κάτω από το όριο της φτώχειας).  Εφόσον δεν θα περισσέψει απολύτως τίποτα, είναι βέβαιο ότι ο νέος επαγγελματίας ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΘΡΕΨΕΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΤΟΜΑΤΑ όταν ήδη μετά βίας συντηρεί τον εαυτό του!

Η ΚΛΟΠΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ  ΑΥΤΗ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ φυσικά έρχεται σε απολυτή αντίθεση με τις προστατευτικές για την δημιουργία οικογενείας και τους νέους διατάξεις του Συντάγματος.

Ουσιαστικά εξωθεί τη χώρα μας στον πληθυσμιακό αφανισμό:

«Άρθρο 21(Προστασία οικογένειας, γάμου, μητρότητας & παιδικής ηλικίας)

1. H οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Kράτους.

3. Tο Kράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών και παίρνει ειδικά μέτρα για την προστασία της νεότητας, του γήρατος, της αναπηρίας και για την περίθαλψη των απόρων.

Είναι προσβολή για μια ευνομούμενη πολιτεία να ζητά σχεδόν το… μισό η και… ολόκληρο το εισόδημα ενός ασθμαίνοντος επαγγελματία για να …καλύψει τις τρύπες των ασφαλιστικών ταμείων της!

Απουσιάζει προκλητικά από τον τρόπο υπολογισμού των εισφορών και την εν γένει ασφαλιστική πολιτική του κράτους κάθε μέριμνα συσχέτισης των εισοδημάτων των ασφαλισμένων με τις ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις, ώστε να υπάρχει δίκαια αναλογία βαρών των διαφόρων κατηγοριών των ασφαλισμένων.

Αλήθεια, έχει προβλέψει ο νομοθέτης τι εισφορά θα πληρώνει ένας ελεύθερος επαγγελματίας που για ένα χρόνο δεν πάνε καλά οι δουλειές του, και βγάζει ας πούμε 3.000 ευρώ η και μηδέν. Να μην τα κρατήσει για την επιβίωση του αλλά θα να δώσει στα ταμεία!!!!

Με λίγα λόγια, η ανθρωπινή επιβίωση, η αξιοπρέπεια και ότι πιο βασικό υπάρχει στην ζωή ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΩΤΕΡΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ! Αυτό προκρίνει νομοθέτης που αποφάσισε τα συγκεκριμένα ύψη εισφορών, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΕΧΟΥΝ ΧΑΜΗΛΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΚΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΛΑΒΕΙ ΚΑΝ ΥΠΟΨΙΝ ΤΟΥ ΟΤΙ, ΗΔΗ, ΟΣΟΙ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ ΘΑ ΣΤΕΡΗΘΟΥΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΣΤΕΡΟΥΝΤΑΙ ΠΕΡΙΘΑΛΨΕΩΣ!!!

Οργιάζει λοιπόν η αυθαιρεσία, η ισοπέδωση και τα … «τεκμήρια»!!! Όλοι μαζί οι ασφαλισμένοι στο ίδιο τσουβάλι.

Τίθεται λοιπόν ζήτημα αντισυνταγματικότητας  της υποχρεωτικότητας ενός ορισμένου ύψους  των ασφαλιστικών εισφορών καθώς, υπό τις επικρατούσες, συνθήκες διαβίωσης και εργασίας  στην Ελλάδα,  αυτές είναι  εκτός τόπου και χρόνου.

Και ΦΥΣΙΚΑ γεννιέται  ζήτημα αποζημίωσης του ασφαλισμένου/ανασφάλιστου από την αδικοπρακτικη,  εναντία στο Σύνταγμα συμπεριφορά αυτή  του δημοσίου/ ταμείων.

Η κοινωνική ασφάλιση από αγαθό και υποχρέωση του κράτους απέναντι στον πολίτη στρεβλώθηκε σε μια «θηλιά» οικονομικού στραγγαλισμού, σε μια αποτρεπτική προϋπόθεση για την ελεύθερη και απρόσκοπτη επαγγελματική δραστηριότητα.

Είναι αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα κάθε ανθρώπου να φροντίζει πρώτα για τις βασικές του ανάγκες, την διατροφή του, την στέγαση του, κλπ και έπειτα  για την ασφάλιση του.

Εδώ και πολλά χρόνια η ιεράρχηση αυτή έχει ΕΜΠΡΑΚΤΑ ΔΙΑΣΑΛΕΥΘΕΙ και έχει δημιουργήσει έναν παραλογισμό που πρέπει επιτέλους να λάβει τέλος.

 

                                   ΑΙΣΧΡΟΚΕΡΔΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ

Ακόμα και η καταναγκαστική ασφάλιση δεν παύει να είναι μια …σύμβαση.  Ακόμα και ο εξαναγκασμός σε υποχρεωτική ασφάλιση δεν παύει να είναι μια κοινωνική αλλά και ενοχική σύμβαση. Μια σύμβαση ανάμεσα στον ασφαλισμένο και στον ασφαλιστικό του ταμείο, το οποίο είναι ΚΡΑΤΙΚΟ, ως ΝΠΔΔ και εν τελεί μια σχέση παροχής – αντιπαροχής.

Όταν όμως η παροχή του ενός, δηλαδή η παροχή συντάξεως είναι ΑΒΕΒΑΙΗ και μικρή, όταν επίσης η αντιπαροχή που ζητείται από τον ασφαλισμένο, δηλαδή οι εισφορές του είναι ΥΠΕΡΟΓΚΕΣ καθώς δεν του επιτρέπουν να ζήσει, ενώ ήδη εφόσον δεν μπορεί να πληρώσει ΣΤΕΡΕΙΤΑΙ και της δευτέρας κρατικής παροχής, δηλαδή της ΠΕΡΙΘΑΛΨΕΩΣ, τότε φυσικά μπορούμε να μιλήσουμε για ΑΙΣΧΡΟΚΕΡΔΗ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ!

Μια τέτοια σύμβαση είναι ξεκάθαρα ακυρωτέα και ως περιορίζουσα υπέρμετρα την ελευθερία μου, (ψυχολογικά και οικονομικά) και ως αισχροκερδής, αφού μου ζητεί υπέρογκες εισφορές για πενιχρή σύνταξη και οριακή περίθαλψη.

Περεταίρω, η υποχρεωτικότητα όμως εγγραφής στα Ταμεία συνιστά υπέρμετρο περιορισμό της προσωπικότητας και μάλιστα εν όψει του ότι οι αντιπαροχές αυτών είναι υπέρμετρα δυσανάλογες σε σχέση με την παροχή ημών των ασφαλισμένων (δηλαδή μια …απαράδεκτα χαμηλή σύνταξη που είναι αβέβαιο εάν θα μάς καταβληθεί ποτέ, διότι σε 40 χρόνια από τώρα όλα δείχνουν ότι δεν θα έχει μείνει τίποτα όρθιο, ενώ συγχρόνως οι τομείς υγείας καλύπτουν ελάχιστες επεμβάσεις και φάρμακα κλπ. μετά από εξαντλητικές γραφειοκρατικές διαδικασίες) και ως εκ τούτου χαρακτηρίζει τις σχετικές συμβάσεις ως αισχροκερδείς δικαιοπραξίες. Κυριότερη εκδοχή των οποίων είναι ότι ζητείται από έναν νέο επαγγελματία που ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, και βγάζει π.χ. 5.000 ευρώ, να δώσει 3.500 ευρώ, δηλαδή σχεδόν όλο του το ισχνό εισόδημα για τα …Ταμεία!  Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό να συμβαίνει σε ένα Κράτος Δικαίου.

Στην μεταπολιτευτική Ελλάδα,  όπου οι πόροι των  ασφαλιστικών ταμείων διασπαθίζονται σε  χρηματιστηριακά παιχνίδια,  η ίδια η προοπτική των όποιων ωφελημάτων από τις καταβαλλόμενες εισφορές  καταντά τελικά εφιάλτης, όχι μόνο λογω του επαχθούς του ύψους των ασφαλιστικών εισφορών αλλά και του ιδίου του αμφιβόλου νοήματος της «ασφάλισης»

Συμψηφισμός απαιτήσεων από τα κέρδη των (κερδοφόρων) ταμείων ή την χρηματοδότηση τους από τον κρατικό προϋπολογισμό :

Ήδη τα ασφαλιστικά ταμεία χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό κατά 75%, δηλαδή από όλους εμάς δια της φορολόγησης μας σε καθημερινά ειδή και υπηρεσίες απ όπου προκύπτουν και τα έσοδα του κράτους.

Άρα σε ποσοστό  ανάλογο  με τη χρηματοδότηση ή τα κέρδη ΟΦΕΙΛΟΥΝ ΝΑ ΕΞΑΙΡΕΘΟΥΝ από την καταβολή των εισφορών όσοι αδυνατούν αποδεδειγμένα να το κάνουν, διότι πράγματι, δεν καταλαβαίνω που αλλού μπορούν να πάνε τα χρήματα αυτά, ΕΙΜΗ ΠΡΩΤΑ ΚΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΣΤΑ ΑΝΑΣΦΑΛΙΣΤΑ ΜΕΛΗ ΤΩΝ ΤΑΜΕΙΩΝ, που ΑΠΟΔΕΔΕΙΓΜΕΝΑ ΕΧΟΥΝ ΧΑΜΗΛΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ.

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία των επαγγελματικών συλλογών περίπου ένα 10 με 30% των ελευθέρων επαγγελματιών είναι στην κατάσταση αυτή . Ως αριθμός δηλαδή δεν είναι και αχανής!.

Δεν νομίζω ότι θα συνιστούσε καμιά τραγική δαπάνη η δωρεάν βασική περίθαλψη αυτών ή, έστω η πολύ φθηνή ασφάλιση  στα ταμεία τους ή τον ΕΟΠΠΥ (έστω με 100 – 200 ευρώ εισφορών ετησίως)

ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΚΑΙ ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ :

α)  ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Αν κάποιος ελεύθερος επαγγελματίας δεν βγάζει πολλά χρήματα, ώστε να εξοφλεί και τα Ταμεία, αλλά τόσα ώστε απλά να… επιζεί, είναι αναγκασμένος να παύσει να εργάζεται εξ αιτίας της εξοντωτικής πρακτικής της υπερχρέωσης του και συνεπώς δεν θα έχει δικαίωμα να τρώει, να ενδύεται και να στεγάζεται για να μην μείνουν απλήρωτα τα Ταμεία.

Αντέχει ο ολίγιστος αυτός νομοθέτης και όσοι συνήνεσαν μέχρι σήμερα να συγκρίνουν συνταγματικά  εάν προηγείται η αποπληρωμή των υπέρογκων εισφορών των Ταμείων από το δικαίωμα στην ίδια την ζωή;

Γιατί, μεσούσης της κρίσεως, με την Ελλάδα να έχει κηρύξει εσωτερική χρεοκοπία και 1.500.000 ανέργους, μόνον με κοινωνική εκτέλεση ισοδυναμεί το να αναγκάζεις κάποιον να παρατήσει το επάγγελμά του, ενώ μπορεί να βγάζει τα βασικά του έξοδα και να στηρίζει την οικογένειά του συμβάλλοντας στο οικογενειακό της εισόδημα.

Β) ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ

Άρα δυο λύσεις αναφύονται ξεκάθαρα:

1) Η πρώτη λύση είναι να θεσπιστούν νέες κατώτατες εισφορές, για τους ελεύθερους επαγγελματίες ύψους εύλογου για την εποχή και τις περιστάσειςδηλαδή π.χ. 300 ευρώ το χρόνο για σύνταξη και 200 ευρώ για υγεία. Στην περίπτωση αυτή και τα Ταμεία θα εισέπρατταν σίγουρα κάποιο σημαντικό ποσό, σε σχέση με το απόλυτο μηδέν που εισπράττουν τώρα από τους μισούς ασφαλισμένους τους -οι οποίοι θα γίνουν πολύ περισσότεροι στα προσεχή έτη – και φυσικά οι ασφαλισμένοι θα μπορούν να απολαμβάνουν  ενός υποτυπώδους δικαιώματος σύνταξης, το οποίο θα μπορούν να ενισχύουν όταν έχουν περισσότερα χρήματα να διαθέσουν, θα απολαμβάνουν μιας βασικής περιθάλψεως και φυσικά την αίσθηση του νομοταγούς και όχι καταδιωκόμενου ανθρώπου, ότι, δηλαδή, είναι εν τάξει με τις ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις!

2) Η δεύτερη, συμπληρωματική λύση, για όσους αποδεικνύουν ότι βρίσκονται σε δεινή οικονομική κατάσταση με την χρήση εκκαθαριστικών τους κλπ. είναι να τούς χορηγείται «έκτακτη ασφαλιστική ενημερότητα» που θα τούς επιτρέπει τουλάχιστον να θεωρούν 1 (ένα) μπλοκ αποδείξεων ετησίως, ώστε να μπορούν να εργάζονται νόμιμα σαν άνθρωποι, και να μπορέσουν να επιβιώσουν!

Να μη φτάσουμε δηλαδή στην έσχατη κατάντια μετά από τόσα χρόνια κρίσης να ακούσουμε για… λιμοκτονούντες και αυτοκτονούντες ελευθέρους επαγγελματίες!

Το κρίμα θα είναι στον λαιμό όχι μόνον των κυβερνήσεων από το 1992 και μετά, ιδίως των τελευταίων ετών, αλλά και των επαγγελματικών συλλόγων της Χώρας και των υπουργών Ασφάλισης που δεν έπραξαν τίποτα για να αποτραπεί αυτός ο βάρβαρος κοινωνικός δαρβινισμός.

Το αφορολόγητο και το ανεισφορολογητο ως όριο σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Το ζήτημα του «αφορολόγητου» ορίου εισοδήματος είναι στοιχειώδες ζήτημα δημοκρατίας και κοινωνικής – φορολογικής δικαιοσύνης, τόσο σαν στοιχείο προσδιορισμού του ελάχιστου ορίου εισοδήματος που επιτρέπει σε ένα άτομο να διαβιώνει με μία στοιχειώδη αξιοπρέπεια, όσο και σαν βασικό στοιχείο προσδιορισμού της φορολογικής πολιτικής ενός Κράτους.

Φυσικά  το αφορολόγητο μόνο από έντεχνη πονηρία του ελληνικού κράτους δεν είναι ΚΑΙ ΑΝΕΙΣΦΟΡΟΛΟΓΗΤΟ, καθώς όποιος στερείται φοροδοτικής ικανότητας  ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΣΤΕΡΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΕΙΣΦΟΡΟΔΟΤΙΚΗΣ, καθώς ο θεσμός αυτός είναι η υλοποίηση του άρθρου 4.5 του Συντάγματος περί συμμετοχής στα βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις του καθενός!

Ορθά λοιπόν εντος της έννοιας του αφορολογήτου μπορεί να χωρέσει και η εξαίρεση από την εισφοροδοσια, καθώς και αυτή αποτελεί «βάρος» και μάλιστα υπέρογκο, πολύ πιο υπέρογκο ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ!

      Η ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ  ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΤΕΡΑ

α. Αντίθεση στο άρθρο 4.5 του Συντάγματος περί συμμετοχής των Ελλήνων στα βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους.  Οι εισφορές προς τα Ταμεία εξυπακούεται ότι είναι βάρη, δηλαδή οικονομική συμβολή των υπόχρεων ασφαλισμένων που μάλιστα έχει αναγκαστικό χαρακτήρα, εφ’ όσον δεν εναπόκειται στην ευχέρεια τους να επιλέξουν την μη εξόφλησή τους ή την εναλλακτική της ιδιωτικής ασφάλισης, η τελωσπαντων της μη καταβολής σε αδυναμία!

β. Αντίθεση στο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της εργασίας που υποτίθεται ότι προστατεύει το Κράτος (Άρθρο 22 : «H εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Kράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού»).

Εν προκειμένω το απαγορεύει πρακτικά, απόλυτα και αυθαίρετα, τόσο με την θέσπιση των ρηθεισων υπέρογκων υψών ασφαλιστικών εισφορών των ταμείων – όσο και με τις διατάξεις περί ασφαλιστικής ενημερότητας.

Άτυπη άποψη για το όνειδος των υπέρογκων εισφορών είναι να εξωθηθούν οι ελεύθεροι επαγγελματίες να φύγουν από το επάγγελμα γιατί είμαστε πολλοί. Αν είναι δυνατόν να εξωθούμαστε στην ανεργία ενώ μπορούμε έστω να βιοποριζόμαστε και να ενισχύουμε στοιχειωδώς και τα μελή της οικογενείας μας!

ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΣΕ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟ ΚΑΙ ΣΕ ΚΑΘΕ ΕΝΝΟΙΑ ΛΟΓΙΚΗΣ

Ακόμα και αν δεν υπήρχε το Σύνταγμα και η ΕΣΔΑ, το καθεστώς αυτό, με την ισοπεδωτική εφαρμογή του έναντι δικαίων και αδίκων, προσβάλλει βάναυσα το δικαίωμα κάθε ελευθέρου επαγγελματία στην επιβίωση, στην εργασία, στην αξιοπρέπεια και αποτελεί μνημείο αναλγησίας και βαρβαρότητας που πρέπει άμεσα να εξαλειφθεί επί τη βάσει των δυο κάτωθι διορθωτικών προτάσεων, ήτοι:

(α) μείωση εισφορών και αναλογική σύνδεση αυτών με την οικονομική δυνατότητα του ασφαλισμένου για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα στην ουσία του, και

(β) νομοθετική θέσπιση εξαιρέσεων για οικονομικούς και ανθρωπιστικούς λόγους υπέρ όσων έχουν οικονομική αδυναμία ή σοβαρά προβλήματα υγείας κλπ, ώστε να τούς χορηγείται “ΕΚΤΑΚΤΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΟΤΗΤΑ” για να θεωρούν τουλάχιστον ένα (1) μπλοκ αποδείξεων ετησίως και να τούς παρέχεται στοιχειώδης υγειονομική περίθαλψη.

 Έτσι, θα μπορούν τουλάχιστον να… ζήσουν και φυσικά, αν τους περισσεύουν χρήματα, να μπορούν να συνεισφέρουν και στα Ταμεία τους!

Η λύση που υπάρχει σήμερα επιεικώς χαρακτηρίζεται ως απάνθρωπη, καθώς στερεί από τους ασφαλισμένους το δικαίωμα να εργάζονται και από τα Ταμεία να λαμβάνουν έστω αυτά τα χρήματα που μπορούν οι οικονομικά αδύνατοι ασφαλισμένοι να διαθέτουν.

Τέλος, υποτίθεται ότι το όλον ζήτημα της κοινωνικής ασφάλισης ανάγεται στο … Κράτος που μεριμνά γι’ αυτήν. Αν αυτό είναι… κοινωνική ασφάλιση και μέριμνα τότε δεν απομένει να πούμε τίποτε περισσότερο…

Η Αρχή της φορολογικής (και εισφοροδοτικης) ισότητας η κατίσχυση της έναντι οιασδήποτε κακώς η αορίστως εννοούμενης έννοιας δημοσίου συμφέροντος.

Στα πλαίσια του Ελληνικού Συντάγματος, το οποίο δεν κατοχυρώνει συγκεκριμένο φορολογικό KAI ΕΙΣΦΟΡΟΔΟΤΙΚΟ σύστημα, η φορολογική ΚΑΙ ΕΙΣΦΟΡΟΔΟΤΙΚΗ ισότητα ως ειδικότερη μορφή της καθιερωμένης στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συν/τος αρχή της νομικής ισότητας, κατοχυρώνεται τόσο ως τυπική όσο και ως ουσιαστική νομική ισότητα.

Ο αναλογικός χαρακτήρας της νομικής ισότητας επιβάλλει στην περίπτωση της φορολογικής και εισφοροδοτικης ισότητας,  την διαφοροποιούμενη ευνοϊκότερη ή δυσμενέστερη νομική μεταχείριση της διαφορετικής οικονομικής δυνατότητας και επιβάλλει την κατανομή των φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών με βάση τη φοροδοτική ικανότητα εκάστου, η οποία λαμβάνεται υπ’ όψιν όχι μόνο με βάση το κριτήριο της περιουσίας αλλά γενικότερα με βάση την οικονομική δύναμη κάθε πολίτη.

Εν ολίγοις κατά κανένα τρόπο δεν εξυπηρετείται ΚΑΝΕΝΑ ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ μέσα από την υπερχρέωση επαγγελματιών ΠΟΥ ΑΠΟΔΕΔΕΙΓΜΕΝΑ δεν έχουν εισοδήματα που ΝΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΥΝ ΕΠΙΒΟΛΗ ΣΕ ΑΥΤΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΙΣΦΟΡΩΝ.

Κανένα δημόσιο συμφέρον δεν εξυπηρετείται από την οιονεί άρνηση άσκησης επαγγέλματος των νέων της χώρας από την υπεροφορολογηση και υπερεισφορολογηση τους και την υπερχρέωση τους στο κράτος και τα ταμεία.

Είναι αυτονόητο ότι ο ως άνω συντελούμενος  επαγγελματικός και οικονομικός στραγγαλισμός των νέων της χώρας ΑΝΤΙΤΙΘΕΤΑΙ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ καθώς τους στερεί το δικαίωμα στην εργασία, την επιβίωση, την δημιουργία οικογενείας, την δημιουργία και την αξιοπρέπεια.

 

                                          ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ

Είναι αντισυνταγματική η υποχρέωση σε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών με κριτήρια υπολογισμού του ύψους αυτών τον μισθό του εφέτη, το ετήσιο ποσοστό αύξησης των δημοσίων υπαλλήλων ή τα χρόνια άσκησης επαγγέλματος, καθώς δεν έχουν καμιά σχέση με το εισόδημα και την περιουσιακή κατάσταση, που είναι και τα μόνα και τα ουσιαστικά κριτήρια τα οποία μπορούν να προσδώσουν (η μη) εισφοροδοτικη ικανότητα.

Είναι αντισυνταγματική η κατάργηση του αφορολογήτου ορίου, αυτό εξακολουθεί να είναι για τη χώρα μας το πόσο των 12.000 ευρώ, στην έννοια της φοροδοτικής ικανότητας συμπεριλαμβάνεται και η εισφοροδοτικη ικανότητα, σε κάθε περίπτωση η εισφοροδοτικη ικανότητα έχει κι αυτή κάποιο όριο, υπαγόμενη στο άρθρο 4.7 του Συντάγματος.

Η διατύπωση της διάταξης του άρθρου 22 παρ. 1 , 2 και 3 του ν.2084/1992  σε συσχετισμό με τις μελλοντικές και από αυτήν εξαρτώμενες νομοθετικές διατάξεις, εγκυκλίους κλπ υπερβαίνουν τα ανεκτά όρια δικαιολογημένης, σαφούς και αναλογικής νομοθέτησης, είναι ΠΑΝΤΕΛΩΣ ΑΟΡΙΣΤΕΣ, όσο και αν ψάξει κανείς ΔΕΝ ΔΥΝΑΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΤΗΝ ΣΕΙΡΑ ΕΙΔΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΠΟΥ ΑΥΞΗΣΑΝ ΔΙΑΔΟΧΙΚΑ ΤΙΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΑΠΟ ΤΟ 1992 ΚΑΙ ΜΕΤΑ.

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΤΗΝ ΦΥΣΙΚΗ ΕΠΙΒΙΩΣΗ,  ΤΗΝ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ, ΤΗΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗ,  ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ, ΤΗΝ ΕΝΔΥΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΤΕΓΑΣΗ ΠΡΟΕΧΕΙ ΑΠΟ την υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, ΣΤΗΝ ΔΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΟΥ ΤΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΚΑΠΟΙΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΑΡΚΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΩΤΑ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ  ΑΠΑΛΛΑΣΣΕΤΑΙ ΤΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ, ΜΕ ΜΟΝΗ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΗΝ ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟ ΜΕΡΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΑΒΑΛΛΕΙ ΚΑΙ ΑΝΕΥ ΑΛΛΗΣ ΣΥΝΕΠΕΙΑΣ.

Πρέπει να τεθεί ένα εύλογο οικονομικό όριο το όποιο να  προφυλάσσει τον εργαζόμενο / ασφαλισμένο από την ασυδοσία του εκαστοτε Υπουργού Κοινωνικής Ασφάλισης που στην ουσία διοικεί τα Ταμεία.

Εξυπακούεται τέλος ότι η χορήγηση ενημερότητας ως προϋπόθεση θεώρησης βιβλίων, οι προσαυξήσεις & τόκοι επί εισφορών και αναγκαστικά μέτρα είσπραξης είναι απαράδεκτα και αντισυνταγματικά έναντι των χαμηλού εισοδήματος/επί μακρόν ανέργων & υποαπασχολούμενων ελευθέρων επαγγελματιών.

click here for full version :

http://lawyalty.wordpress.com/2013/01/29/%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CF%85%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%AF%CE%B1-%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%83/

«Επισημάνσεις και προβληματισμοί στη δικονομική εφαρμογή του Ν. 3869/2010» (ευθυνη εγγυητη κλπ) – Γεωργίου Τσίρη

Ετικέτες

,

«Επισημάνσεις και προβληματισμοί στη δικονομική εφαρμογή του Ν. 3869/2010» (ευθυνη εγγυητη κλπ) – Γεωργίου Τσίρη

  1. Εισαγωγή

1.1

Ο διαρκής και καθημερινός διάλογος μεταξύ των συναδέλφων δικηγόρων, αλλά και η ύπαρξη πλήθους ερωτημάτων σχετικών με τον 3869/2010 αποδεικνύει την αναγκαιότητα της σημερινής ημερίδας, αλλά πολύ περισσότερο την αναγκαιότητα συνεχούς διαλόγου και ανταλλαγής απόψεων ολόκληρου του Νομικού κόσμου σχετικά με τον νέο στην Ελλάδα θεσμό, της ρύθμισης για την αντιμετώπιση της υπερχρέωσης φυσικών προσώπων

Η υπερχρέωση των ιδιωτών εξελίχθηκε με ιδιαίτερη ένταση από το 2000 και μετά και αποτελεί για την ελληνική πραγματικότητα ένα νέο σχετικώς φαινόμενο που ο Νόμος επιχειρεί να αντιμετωπίσει .

Η ελληνική κοινωνία ,η οποία για ολόκληρη την μεταπολεμική περίοδο δεν ήταν εξοικειωμένη με την λογική της δανειοδότησης ,αλλά απεναντίας με την λογική της αποταμίευσης, υπερχρεώθηκε κατά κύριο λόγο από καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια αλλά και από υπεραναλήψεις μέσω πιστωτικών καρτών, προκειμένου να «ανταποκριθεί» στην γενικευμένη και στοχευμένη ακόμα παρόρμηση για κατανάλωση ως εργαλείο ανάπτυξης.

Η καταναλωτική μανία που κυρίευσε από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 μεγάλη μερίδα των πολιτών και η ας μην κρυβόμαστε η σε μεγάλο βαθμό ανευθυνότητα πολλών από τους υπερχρεωμένους πολίτες οδήγησε σε υπερβολικό δανεισμό.

Από την άλλη πλευρά  η εκτεταμένη χρηματοδότηση των φυσικών προσώπων και αλόγιστη πρόσβαση των ιδιωτών σε κεφάλαια δανεισμού που κορυφώθηκε την δεκαετία του 2000 και η οποία κατά την ηπιότερη έκφραση «ενθαρρύνθηκε» άλλως «επιβλήθηκε» διαμέσου των επιθετικών και προωθητικών πολιτικών των πιστωτικών ιδρυμάτων,επέτεινε ακόμα περισσότερο την υπερχρέωση των ιδιωτών.

Η απότομη προσγείωση της Ελληνικής οικονομίας στα μετά το 2009 δεδομένα και κρίση που διερχόμαστε, η εκτόξευση της ανεργίας και η απώλεια εισοδήματος σε ποσοστό που προσεγγίζει το 40% οδήγησαν πολύ μεγάλο αριθμό δανειοληπτών σε πλήρη αδυναμία να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις και στην κατακόρυφη αύξηση των ληξιπροθέσμων δανείων.

Η ρύθμιση επομένως των οφειλών του υπερχρεωμένου οφειλέτη κατέστη αδήριτη ανάγκη από την στιγμή κατά την οποία το φαινόμενο απέκτησε τόσο μεγάλες διαστάσεις , σε συνδυασμό με την αναγκαιότητα επανένταξης των υπερχρεωμένων πολιτών στην συναλλακτική και κοινωνική ζωή, καθώς είναι γενική παραδοχή ότι η συναλλακτική πίστη έχει πλέον κλονιστεί σοβαρά με παρενέργειες σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής.

(Χαρακτηριστικό παράδειγμα που ζούμε καθημερινά κατά τον χειρισμό των υποθέσεών μας ,η πλήρης αδυναμία εκτέλεσης σε απαιτήσεις και οφειλές μεταξύ ιδιωτών –λόγω υπερχρέωσης σε πιστωτικά ιδρύματα- που έχουν οδηγήσει στην πλήρη κατάρρευση της συναλλακτικής πίστης)

 Για τον λόγο αυτό ο νόμος αυτός δεν αποτελεί προσωρινό και πρόσκαιρο νομοθέτημα αλλά εγκαθίσταται πλέον ως έχον μόνιμο χαρακτήρα με σκοπό την μόνιμη αντιμετώπιση της υπερχρέωσης γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την διεθνή εμπειρία και την διάρκεια σχετικών νομοθετημάτων σε άλλες χώρες.

Η διαδικασία του 3869 αποσκοπεί στην επάνοδο σε συμβατική ισορροπία και στον δίκαιο καταμερισμό ευθυνών. Στην ουσία δεν λειτουργεί με σκοπό να διαγράψει και να εξαφανίσει τις οφειλές όπως πολλοί κακώς πιστεύουν αλλά στην ουσία να αποδώσει στους πιστωτές αυτά που πραγματικά μπορούν οι οφειλέτες να δώσουν ,εξασφαλίζοντας σε αυτούς μια νέα αρχή.

1.2

Ο 3869/2010 εισήχθη χωρίς ανάλογο προηγούμενο στην ελληνική πραγματικότητα και υπό την πίεση άμεσης ανακούφισης των υπερχρεωμένων πολιτών καθώς έπρεπε με πρωτοφανή βιαιότητα να προσαρμοστούν στα δεδομένα της ύφεσης ,χωρίς ουδέποτε να έχουν προειδοποιηθεί γι ‘αυτό.

Για τον Νομικό κόσμο της χώρας η εισαγωγή του νέου νόμου , αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί ένα νέο πεδίο δικηγορικής δραστηριότητας ,με πολλές ιδιαιτερότητες ,με συνδυασμό διατάξεων και διαδικασιών (προσωρινή προστασία-Ασφ Μέτρα,- οριστική ρύθμιση εκούσια)  και διαφορετικά στάδια (στάδιο εξωδικαστικού αρχικά συμβιβασμού, δικαστικού συμβιβασμού, δικαστικής ρύθμισης).

Καθημερινά αντιμετωπίζουμε αιτήματα πολιτών για συνδρομή , ενώ οι αιτήσεις των υπερχρεωμένων πολιτών έχουν ξεπεράσει πανελληνίως τις 80.000.

Κατά την εφαρμογή του 3869 προ της τροποποίησης που επήλθε με τον 4161/2013 και για το στάδιο του εξωδικαστικού συμβιβασμού τα ερωτήματα των πολιτών στον δικηγορικό σύλλογο Πατρών ήταν καθημερινά ,ενώ οι αιτήσεις  των πολιτών στην Γραμματεία μας για συνδρομή από μέλη μας  στον εξωδικαστικό ξεπέρασαν τις 250.

Καθημερινά δε μέσω του προγράμματος νομικής βοήθειας , άποροι συμπολίτες μας προσέρχονται για την συνδρομή μας και τον χειρισμό τέτοιων υποθέσεων.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι η εισαγωγή του 3869 σε συνδυασμό με την επιτακτική ανάγκη των πολιτών να ρυθμίσουν τις οφειλές τους και την πλήρη αδυναμία να ανταπεξέλθουν στις απολύτως αναγκαίες βιοτικές δαπάνες ,οδήγησε πολλούς επιτηδείους να εμφανιστούν ως μεσσίες που θα εξαφάνιζαν με μαγικό ραβδί τα χρέη των πολιτών εν μια νυκτί.

Είναι γνωστή σε όλους η ύπαρξη «σκοτεινών» γραφείων ,εταιριών και προσώπων που με την επικάλυψη είτε ενός σωματείου ή ενώσεως προσώπων ,επιχειρούν να εκμεταλλευτούν την ανάγκη και την απόγνωση πολιτών  ,παρέχοντας «δικηγορικές υπηρεσίες» και κερδοσκοπώντας εις βάρος τους με επιζήμια για τους πολίτες αποτελέσματα .

Μέσω διαφημίσεων, δημοσιεύσεων, διανομή φυλλαδίων κλπ. καταχωρίσεων στο τοπικό έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, συστηματικά καλούν τους δανειολήπτες να προσέλθουν στα γραφεία τους, παραπλανώντας τους και υποσχόμενοι να προσφέρουν όλες εκείνες τις υπηρεσίες που από τον νόμο προβλέπονται να υλοποιούνται από δικηγόρους, αφού αποτελούν παροχή νομικών υπηρεσιών.

Με τον τρόπο αυτό τα εν λόγω γραφεία παρέχουν και προσφέρουν απροκάλυπτα δικηγορικές υπηρεσίες, κατά τρόπο παράνομο, καθώς διαφημίζουν ενέργειες (σύνταξη- αποστολή εξωδίκων, κατάθεση δικογράφων και υποστήριξη αυτών στα Δικαστήρια) που ανήκουν αποκλειστικά και μόνο στο αντικείμενο του δικηγορικού λειτουργήματος. Το κυριότερο όμως με τις παραπάνω ενέργειές τους εξαπατούν τους πολίτες υποσχόμενοι ότι θα διαγραφούν ολικά τα χρέη τους προς τα πιστωτικά ιδρύματα, αφού προηγουμένως τους υποχρεώνουν να τους καταβάλουν σημαντικά χρηματικά ποσά ως αμοιβή των «γραφείων» τους για τις παρεχόμενες απ’ αυτούς υπηρεσίες, χωρίς βέβαια να ενημερώνουν για τους κινδύνους και τις υποχρεώσεις τους (πχ ρευστοποίηση κλπ)

Ο Δικηγορικός Σύλλογος Πατρών με πρωτοβουλία του Προέδρου, από την πρώτη στιγμή  και πρώτος από όλους τους δικηγορικούς Συλλόγους, επιχείρησε να προστατεύσει του πολίτες από αυτού του είδους  καπηλεία της ανάγκης τους και πραγματοποίησε και συνεχίζει να πραγματοποιεί καίριες παρεμβάσεις τόσο για την ενημέρωση των πολιτών, όσο και για την τιμωρία όσων αντιποιούνται το δικηγορικό επάγγελμα και παρασιτικά ενεργούν παρέχοντας επικίνδυνες για τους πολίτες συμβουλές και υπηρεσίες.

  Είναι γνωστή σε όλους τόσο η απόφαση ασφαλιστικών μέτρων για την παύση λειτουργίας συγκεκριμένου γραφείου που επέτυχε ο Δικηγορικό σύλλογος Πατρών, όσο και η ποινική καταδίκη  για παραβίαση διατακτικού της άνω απόφασης μελών και υπευθύνων αυτών των γραφείων

1.3

Η σπουδαιότητα του 3869/2010 για τον νομικό κόσμο και ο προβληματισμός που έχει εισαγάγει  κατά την καθημερινή πρακτική άσκηση από όλους μας είναι αυταπόδεικτα. .

Παρά το γεγονός λοιπόν, ότι η διαδικασία ρύθμισης του 3869 εντάσσεται στην εκουσία δικαιοδοσία, δεν θα ήταν αδόκιμο να ισχυριστεί κανείς , κάνοντας μια δικονομική υπέρβαση, ότι στο μυαλό και στην καθημερινή πρακτική των συναδέλφων έχει εισαχθεί στην ουσία μια καινούρια διαδικασία αυτή του 3869 – αυτή των υπερχρεωμένων.

  Καθημερινά ανταλλάσουμε απόψεις και αναζητούμε λύσεις για θέματα που μας απασχολούν, συζητάμε αποφάσεις που εκδίδονται και παρακολουθούμε την ερμηνεία του Νόμου μέσα από την Νομολογία των δικαστηρίων μας.

Είναι ευτύχημα ότι το Ειρηνοδικείο Πατρών ,είναι από τα Ειρηνοδικεία που έχουν αντιμετωπίσει σωρεία διαφορετικών υποθέσεων ,εκδίδοντας αποφάσεις που έχουν δημοσιευθεί και έχουν τύχει αναγνώρισης από τον Νομικό κόσμο και επιλύοντας ερμηνευτικά ζητήματα του 3869/2010.

Το σημαντικότερο όμως για μένα είναι ότι οι δικαστές του Ειρηνοδικείου Πατρών έχουν ανοικτές τις πόρτες των γραφείων τους για όλους τους συναδέλφους και στα τρία χρόνια λειτουργίας του θεσμού, έχουν αποδείξει ότι είναι στην διάθεσή μας  να συζητήσουν και άλλοτε να δώσουν λύση σε απορίες, άλλοτε να διευκρινίσουν και να αιτιολογήσουν μια δικαστική απόφαση.

Θεωρώ υποχρέωσή μου να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τον Πρόεδρο κο Γρηγόριο Κομπολίτη , ο οποίος έχει συμβάλλει ιδιαίτερα στην ενημέρωση και την ερμηνεία του 3869/2010, και στην διοργάνωση της σημερινής ημερίδας. Επιμελήθηκε δε την συλλογή σημαντικών αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Πατρών ,τις οποίες οι συνάδελφοι των Πατρών έχετε λάβει ήδη στα e-mail σας και μπορείτε να τις λάβετε και από τα γραφεία του Δ.Σ. Στις αποφάσεις αυτές αντιμετωπίζονται μια σειρά από δικονομικά ζητήματα ,τόσο κατά το στάδιο της Προσωρινής διαταγής όσο και κατά το στάδιο της οριστικής ρύθμισης  .

Παρόλα αυτά και ιδιαίτερα μετά την τροποποίηση που επέφερε ο 4161/2013 υπάρχουν δικονομικά, αλλά και ουσιαστικού δικαίου ζητήματα που απαιτούν εκτενέστερής ανάλυσης και διευκρίνησης  και που συνοπτικά θα ήθελα να σας παρουσιάσω.

2. ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΑ – ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΖΗΤΗΜΑΤΑ 3869/2010

 Θα επιχειρηθεί να κωδικοποιήσουμε κάποια βασικά ερωτήματα και προβληματισμούς  που  με την βοήθεια των συναδέλφων έχω συγκεντρώσει και εκτιμώ πως απασχολούν τους περισσότερους από εμάς. Είναι προφανές ότι δεν μπορεί να καλυφθεί το σύνολο των ζητημάτων που ανακύπτουν  τα οποία θα μπορούσαν να αποτελούν από μόνα τους αντικείμενο ξεχωριστής εισήγησης, αλλά απλά να δοθεί το έναυσμα για τις ερωτήσεις που θα έχετε όλοι στην συνέχεια την δυνατότητα να υποβάλλετε.

1

  • Επιδόσεις- Προθεσμίες επίδοσης και κατάθεσης παρατηρήσεων

Πλέον δεν προβλέπονται ευθέως συνέπειες για την μη εμπρόθεσμη υποβολή παρατηρήσεων από πλευράς των πιστωτών.

Ωστόσο η ορολογία «πρέπει» και «οφείλουν» υπονοεί όμως ζήτημα παραδεκτού η συναίνεσης αντίστοιχα;

Αναφορικά με την επίδοση της αίτησης τίθεται πλέον και η υποχρέωση επίδοσης της αίτησης και στους εγγυητές εντός 15 ημερών από την κατάθεση.

  • ΑΝ Ο ΕΓΓΥΗΤΉΣ ΕΝΌΣ ΔΆΝΕΙΟΥ ΈΧΕΙ ΚΑΤΑΘΈΣΕΙ ΚΟΙΝΌ ΔΙΚΌΓΡΑΦΟ ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟΦΕΙΛΈΤΗ ΡΥΘΜΊΣΕΩΣ ΤΩΝ ΔΑΝΕΊΩΝ ΤΟΥΣ (ΠΧ. ΣΎΖΥΓΟΙ), ΟΦΕΊΛΕΙ Ο ΠΡΩΤΟΦΕΙΛΕΤΗΣ ΝΑ ΕΠΙΔΏΣΕΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΉ ΑΊΤΗΣΗ ΤΟΥΣ ΣΤΟΝ ΟΜΌΔΙΚΟ ΕΓΓΥΗΤΉ ΤΟΥ Η ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΑΠΑΡΑΊΤΗΤΟ ΑΠΌ ΤΗ ΣΤΙΓΜΉ ΠΟΥ ΟΎΤΩΣ Η ΆΛΛΩΣ Ο ΕΓΓΥΗΤΉΣ ΘΑ ΠΑΡΕΥΡΕΘΕΊ ΩΣ ΔΙΆΔΙΚΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΏΣ ΟΡΙΣΘΕΊΣΑ ΔΙΚΆΣΙΜΟ ΤΟΥ ΑΡΜΟΔΊΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ; ΕΠΊΣΗΣ, ΤΙ ΣΥΜΒΑΊΝΕΙ ΣΤΗΝ ΠΕΡΊΠΤΩΣΗ ΧΩΡΙΣΤΏΝ ΔΙΚΟΓΡΆΦΩΝ ΣΥΖΎΓΩΝ ΠΟΥ ΛΑΜΒΆΝΟΥΝ ΚΟΙΝΈΣ ΔΙΚΑΣΊΜΟΥΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΙΤΉΣΕΙΣ ΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΆΖΟΝΤΑΙ (ΩΣ ΕΠΊ ΤΟ ΠΛΈΙΣΤΟΝ).

2

Απαγόρευση μεταβολής πραγματικής και νομικής κατάστασης περιουσίας αιτούντων

-  Εμφανίζεται σε δύο άρθρα: 4 παρ. 3 (με την κατάθεση της αίτησης) και 6 παρ. 1 και 5 (αναστολή εκτελεστικής διαδικασίας). Τι γίνεται στην περίπτωση όταν κάποιος ο οποίος έχει υπαχθει ( ή έχει λάβει προσωρινή διαταγή) στον Ν 3869/10 είναι κύριος μιας κατοικίας (πρώτης), και αποφασίζει να μεταβιβάσει (δια πωλήσεως π.χ.) την πλήρη κυριότητα του άνω περιουσιακού του στοιχείου; Είναι άκυρη η σύμβαση της πωλήσεως δεδομένης της ρητής απαγόρευσης μεταβολής της πραγματικής και νομικής της περιουσίας του αιτούντος; Προστατεύεται ο αγοραστής; Υπάρχει δημοσιότητα στο ποιος έχει υπαχθει στον άνω νομό, ώστε ο αγοραστής να είναι καλόπιστος η κακόπιστος τρίτος ΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΥΧΟΝ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ; ΑΠΟΛΥΤΗ Η ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ; ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΣΕ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ, ΡΟΛΟΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ.

- Οι μεταβιβάσεις ακινήτων ή και δικαιωμάτων και η ευθύνη των καλόπιστων αποκτώντων . Πχ μεταβίβαση ψιλής κυριότητας σε ανήλικο, με δικαίωμα επικαρπίας σε οφειλέτη που υπάγεται στην ρύθμιση

3

  • ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΚΑΤΑΔΙΩΚΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 6

Με το 4161/2013 και την διάταξη του άρθρου 4-3 τίθεται εκ του νόμου ανασταλτικό αποτέλεσμα και δεν επιτρέπεται η λήψη καταδιωκτικών μέτρων

Με την διάταξη του άρθρου 6 ο οφειλέτης κατά (ή μετά; Ανάγκη για διευκρίνιση της γραμματικής διατύπωσης) την ημέρα επικύρωσης μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας

Η αναστολή του άρθρου αυτού αποτελεί πλέον αυτοτελή νομική βάση ασκήσεως αιτήσεως αναστολής ή απαιτείται κάποια από τις αναστολές που προβλέπονται στον Κπολδ (781,938,632,2) και η εν λόγω διάταξη χρησιμοποιείται για την ουσιαστική θεμελίωση του αιτήματος;

4.

  • Αίτηση μεταρρύθμισης και αναστολή εκτέλεσης

Πως αντιμετωπίζεται ο κίνδυνος έκπτωσης του οφειλέτη από την αρχική ρύθμιση ενόσω εκκρεμεί η εκδίκαση αιτήσεως μεταρρύθμισης; εμπεριέχεται η προσωρινή διαταγή στην έννοια της δικαστικής αναστολής του 8 παρ. 6;

(απάντηση απόφαση μεταρρύθμισης 153/2013 με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση αναστολής)  Σε σχετικά προβαλλόμενη ένσταση από πιστώτρια τράπεζα κατά την συζήτηση προσωρινής διαταγής επί αιτήσεως μεταρρύθμισης ,απορρίφθηκε η ένσταση αυτή.  {153/2013}

  • συσχέτιση αίτησης μεταρρύθμισης  με αίτηση έκπτωσης από πιστωτή. συνιστά ένσταση εκκρεμοδικίας;
  • Περαιτέρω με την θέσπιση υποχρέωσης μηνιαίων καταβολών μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης του άρθρου 5-2 , ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει το ποσό αυτό και ως αντιστάθμισμα της αναστολής καταδιωκτικών μέτρων. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερεί υπαιτίως (ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΥΠΑΙΤΙΩΣ;;;;ΑΝ ΔΗΛ. ΕΧΕΙ ΕΠΕΛΘΕΙ ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΩΝ ΠΟΥ ΚΑΘΙΣΤΟΥΝ ΑΔΥΝΑΤΗ ΤΗΝ ΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΠΛΗΝ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΑΣΚΕΙ Ο ΟΦΕΙΛΕΤΗΣ ΤΗΝ ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΗ ΑΙΤΗΣΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΕΙΝΑΙ ΥΠΑΙΤΙΟΣ Η ΟΧΙ;;;) την καταβολή των δόσεων αυτών για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών εφαρμόζεται αναλογικά το 11.2 .
  • (Παράδειγμα : υποχρέωση καταβολής προσωρινά ποσού 1500€ Αδυναμία καταβολής και έκπτωση (από την προσωρινή ρύθμιση ή από την αίτηση υπαγωγή;). Υπάρχει η δυνατότητα αφενός μεταρρύθμισης ή ανάκλησης; Πως προστατεύεται?)

ΣΥΝΕΠΕΙΑ: Στην περίπτωση αυτή η συνέπεια είναι η έκπτωση από την προσωρινή ρύθμιση ήτοι από την προστασία αναστολής καταδιωκτικών μέτρων; Ή απόρριψη και η έκπτωση από την αίτηση υπαγωγής της αίτησης (Βενιέρης) . Να διευκρινιστεί.

Μπορεί ο οφειλέτης να ζητήσει με άλλο τρόπο την αναστολή καταδιωκτικών μέτρων;

Η άποψή μου στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι ότι δεν χωρεί σε καμία περίπτωση θέμα έκπτωσης από την αίτηση υπαγωγής. Πρόκειται για μια κακή διατύπωση (η  αναλογία στην 11-2 που ορίζει έκπτωση) η οποία μπορεί να επιφέρει σύγχυση ως προς τις συνέπειες. Η μόνη συνέπεια που θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι εννοεί ο νομοθέτης ,είναι η έκπτωση από την προσωρινή ρύθμιση με την οποία αναστέλλεται η εκτέλεση και ως αντιστάθμισμα της οποίας καλείται να καταβάλει προσωρινά τις μηνιαίες καταβολές.

ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΠΡΟΣ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ: ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΟ ΟΤΙ Η ΕΚΠΤΩΣΗ ΑΠΟ ΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9 ΔΕΝ ΕΠΗΡΕΑΖΕΙ ΤΗΝ ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΕΗ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΤΗΝ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ. ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ Η ΜΗ ΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ, ΟΤΑΝ ΑΥΤΕΣ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΣΩΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ, ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΣΟΒΑΡΟΤΕΡΗ ΑΠΟ ΑΥΤΗ ΤΗΣ ΜΗ ΤΗΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΟΡΙΣΤΙΚΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ;;;;;

Τέλος, για τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν μετά την ισχύ του 4161/2013, οι συνέπειες της μη καταβολής είναι σαφείς, (ευθεία παραπομπή του 5 παρ. 2 στο 11 παρ. 2). Για τις προγενέστερες του 4161 αιτήσεις το άρθρο 19 του 4161/2013 παραπέμπει μεν στην υποχρέωση καταβολής του 5 παρ. 2 αλλά όχι στις συνέπειες. ΠΟΙΑ Η ΑΠΟΨΗ  ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΕΚΠΤΩΣΗΣ ΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΔΙΩΚΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ;

5.

Άρθρο 9 παρ. 4

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΤΗΣ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ

Εδώ αξίζει να γίνει μια ιδιαίτερη αναφορά σχετικά με τις καταβολές στις οποίες υποχρεούται και την προβληματική διάταξη του άρθρ. 9 παρ. 4. Η τροποποίηση του Ν 3869/2010 δια του Ν 4161/2013 εισήγαγε το άρθρο 9 παρ. 4.

Σύμφωνα με αυτό, σε περίπτωση που οι, κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010, πραγματοποιηθείσες καταβολές στους πιστωτές υπολείπονται αυτών που ορίζονται με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου κατά τα άρθρα 8 παρ. 2 ή 9 παρ. 2, ο οφειλέτης υποχρεούται να εξοφλήσει το ποσό της διαφοράς που υπολείπεται. Το ποσό που προκύπτει αποπληρώνεται εντόκως μέσα σε ένα έτος από τη λήξη των καταβολών του άρθρου 8 παρ. 2 και του άρθρου 9 παρ. 2 με επιτόκιο αυτών των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά δυόμιση εκατοστιαίες μονάδες.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Π.Χ. ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΔΙΑΤΑΓΗ ΤΟ 2013: ΟΡΙΖΕΙ 50 ΕΥΡΩ ΔΟΣΗ

ΔΙΚΑΣΙΜΟΣ ΤΑΚΤΙΚΗ ΤΟ 2019: ΟΡΙΖΕΙ 100 ΕΥΡΩ ΔΟΣΗ με βαση το 8-2

ΑΡΑ ΔΙΑΦΟΡΑ 50 ΕΥΡΩ

ΑΡΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΒΑΛΕΙ ΣΕ ΕΝΑ ΕΤΟΣ: 50 (ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΜΗΝΑ) Χ 60 ΜΗΝΕΣ (ΑΣ ΠΟΥΜΕ 5 ΕΤΗ ΟΤΙ ΜΕΣΟΛΑΒΟΥΝ) = 3000 ΕΥΡΩ ΣΕ ΕΝΑ ΕΤΟΣ (ΚΙ ΟΣΟ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΝ ΤΑ ΠΟΣΑ ΤΟΣΟ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ ΤΟ ΠΟΣΟ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΕΣΑ ΣΕ ΕΝΑ ΕΤΟΣ, ΙΔΙΩΣ ΑΝ ΟΙ ΚΑΤΑΒΟΛΕΣ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΔΙΑΣΩΣΗ ΚΥΡΙΑΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ.

ΣΤΟ ΠΙΟ ΠΑΝΩ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: ΔΟΣΗ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ 50 ΕΥΡΩ

ΔΟΣΗ ΔΙΑΣΩΣΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ: 250 ΕΥΡΩ 9-2

ΔΙΑΦΟΡΑ 200 ΕΥΡΩ

ΑΡΑ 200 Χ 60 = 12.000 ΕΥΡΩ ΕΝΤΟΚΑ ΣΕ ΕΝΑ ΕΤΟΣ!!!!)

Η διάταξη είναι προβληματική στο βαθμό που οδηγεί σε ένα είδος κύρωσης του οφειλέτη, παρά το γεγονός ότι συμμορφώθηκε και κατέβαλλε ότι του επέβαλλε ο Δικαστής σύμφωνα με το  άρθρο 5 παρ. 2 εκτιμώντας πραγματικά περιστατικά που υπήρχαν τη στιγμή της συζήτησης ενώπιον του Δικαστή.

Αυτά τα πραγματικά περιστατικά μπορεί να έχουν μεταβληθεί και π.χ. στην προσωρινή διαταγή του άρθρου 5 παρ. 2 ο οφειλέτης να ήταν άνεργος ή με μικρά εισοδήματα αλλά στην κύρια δίκη να είχε εισοδήματα υψηλότερα.

Η έκδοση οριστικής απόφασης με βάση τα υψηλότερα εισοδήματα  όμως δεν πρέπει να δικαιολογεί την πληρωμή από τον οφειλέτη της διαφοράς, καθώς κατά τη συζήτηση της προσωρινής διαταγής ελήφθησαν δικαίως υπόψη τα πραγματικά εισοδήματά του.

Είναι προφανές ότι ο νομοθέτης με αυτήν τη διάταξη  θεωρεί δεδομένη την σύντομη  χρονικά  απόσταση μεταξύ  προσωρινής διαταγής και κυρίας δίκης, κάτι που όμως αποτελεί ουτοπία με τα μέχρι σήμερα δεδομένα στα Ειρηνοδικεία ιδιαίτερα των μεγάλων αστικών κέντρων.

Κατά συνέπεια θα πρέπει να εξετάσουμε ιδιαίτερα την ερμηνεία της διάταξης αυτής κατά τρόπο που να μην αποβαίνει σε δυσμενή αποτελέσματα για τους οφειλέτες.

Κατά την γνώμη μου θα πρέπει να ερμηνεύεται η διάταξη αυτή επιβολής αποπληρωμής της διαφοράς, μόνο αν δικαιολογείται κύρωση και προκύπτει ότι οι καταβολές εκ του άρθρου 5 παρ. 2 ορίστηκαν μικρότερες λόγω δικονομικής συμπεριφοράς του οφειλέτη που οδήγησε σε διάταξη δόσεων μικρού ύψους (π.χ. αύξηση βιοτικών αναγκών). Αφετέρου, πρέπει να εφαρμόζεται υπό το πρίσμα του άρθρου 8 παρ. 5, σύμφωνα με το οποίο ο οφειλέτης δεν πρέπει να καλείται σε καταβολές δόσεων, τις οποίες αδυνατεί για αντικειμενικούς λόγους να αποπληρώσει.

 Ιδιαίτερα προβληματικό είναι και το γεγονός ότι η σύμφωνα με την διάταξη, «η διαφορά  καταβάλλεται εντόκως σε ένα έτος από τη λήξη των παραπάνω καταβολών».

Η φράση «εντόκως … από τη λήξη των καταβολών» επιτρέπει την ερμηνεία ότι η αποπληρωμή πρέπει να γίνει μέσα σε δώδεκα μήνες από τη λήξη των καταβολών των παραπάνω άρθρων αλλά και ότι η τοκοφορία αρχίζει από τη λήξη των καταβολών των παραπάνω άρθρων. Διαφορετικά ο οφειλέτης θα καταδικάζεται σε αποπληρωμή τόκων επί π.χ. τριάντα πέντε έτη, δηλαδή μέχρι να ολοκληρώσει την πληρωμή κατά το άρθρο 9 παρ. 2, γεγονός που θα αυξάνει υπέρμετρα την διαφορά.

ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ

Τέλος ,σημαντικό ερώτημα και ζήτημα που τίθεται είναι οι συνέπειες παράβασης αυτής της διάταξης.

Κατά την γνώμη μου ο οφειλέτης που δεν αποπληρώνει το παραπάνω ποσό εντός ενός έτους σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 4 δεν πρέπει να  αντιμετωπίζει την έκπτωσή του από την συνολική διαδικασία κ ρύθμιση, παρά μόνο τον κίνδυνο αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της κύριας κατοικίας του. Αυτό προκύπτει καταρχάς από το γράμμα του νόμου.

Η απαλλαγή του οφειλέτη και των χρεών του επέρχεται ρητώς κατά το άρθρο 11 παρ.1, εφόσον αυτός εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του ¨ που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται σε εφαρμογή των παραγράφων 2, 4 και 5 του άρθρου 8, με την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 4 και στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 ¨.

Δεν γίνεται  επομένως καμία αναφορά στην εκπλήρωση της υποχρέωσης του άρθρου 9 παρ.4 ως προϋπόθεσης απαλλαγής του οφειλέτη.

Ήδη στο κεφάλαιο περί των καταβολών του άρθρου 9 παρ.2 έχει καταγραφεί η απολύτως κρατούσα άποψη, ότι ούτε οι καταβολές του αρ.9 παρ.2 δεν επηρεάζουν την απαλλαγή από τα χρέη κατά το άρθρο 11 παρ.1.

Μόνο η ανατροπή διάσωσης της κύριας κατοικίας μπορεί να επέλθει λόγω μη συμμόρφωσης στις καταβολές του άρθρου 9 παρ.2. Το ίδιο ισχύει και για τις καταβολές του άρθρου 9 παρ.4.

Δεν είναι λοιπόν δυνατή η έκπτωσή του από τη διαδικασία αν δεν καταβάλλει το ποσό του άρθρου 9 παρ.4. Μόνη συνέπεια είναι η ανατροπή διάσωσης της κυρίας κατοικίας του, για αυτό άλλωστε συστηματικά έχει τεθεί η παραπάνω διάταξη μετά την παρ.2 του άρθρου 9  περί της εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του οφειλέτη από την εκποίηση.

Ο νομοθέτης επέλεξε να εντάξει τη συγκεκριμένη διάταξη στο άρθρο περί της εκποίησης της περιουσίας του οφειλέτη και με αυτόν τον τρόπο γίνεται σαφές, ότι ο οφειλέτης που δεν αποπληρώνει εντός ενός έτους το ποσό που προκύπτει κατά τα παραπάνω εκ του άρθρου 9 παρ.4, δεν αντιμετωπίζει την έκπτωση από τη διαδικασία ή τη μη απαλλαγή, αλλά μόνο την εκποίηση της κυρίας κατοικίας του. Τα λοιπά περιουσιακά του στοιχεία έχουν εκ της οριστικής απόφασης εξαιρεθεί από την εκποίηση, ενώ η απαλλαγή εκ των χρεών του έχει επέλθει κατά το άρθρο 11 παρ.1.

6

ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΠΙΣΤΩΤΗ

  • Α) ΒΆΣΕΙ ΑΡΘΡ. 8 § 1 ΌΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΉΘΗΚΕ Ο ΟΦΕΙΛΈΤΗΣ ΠΛΈΟΝ ΕΊΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΜΈΝΟΣ ΝΑ ΣΥΜΠΕΡΙΛΆΒΕΙ (ΌΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΩΤΈΣ ΤΟΥ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗΣ). ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΑΙΤΗΣΗΣ
  • ΒΆΣΕΙ ΌΜΩΣ ΤΟΥ 10 ΠΑΡ. 1 ΕΊΝΑΙ ΑΝΕΙΛΙΚΡΙΝΉΣ Η ΑΊΤΗΣΗ ΑΝ ΠΑΡΑΛΕΙΦΘΟΎΝ ΠΙΣΤΩΤΈΣ. ΑΥΤΌ ΙΣΧΎΕΙ ΜΌΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΆΣΤΑΣΗ ΠΙΣΤΩΤΏΝ ΤΟΥ 4 ΠΑΡ. 1 Ή ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΈΔΙΟ ΔΙΕΥΘΈΤΗΣΗΣ;;;;

ΠΕΡΙΠΤΩΣΙΟΛΟΓΙΑ

α)Αν σε ένα δάνειο είναι εγγυητής και το δάνειο εξυπηρετείται ¨κανονικά¨ από τον πρωτοφειλέτη, είναι υποχρεωμένος να το συμπεριλάβει στο σχέδιο; Αρκεί η αναφορά στην κατάσταση των πιστωτών;

β) τι γίνεται με τις προ της τροποποιήσεως του νόμου ήδη κατατιθέμενες αιτήσεις στις οποίες δεν έχουν συμπεριληφθεί όλοι οι πιστωτές; (υπενθυμίζω την αρχική πεποίθηση που είχε δημιουργηθεί τόσο από τη ερμηνεία του νόμου, όσο και εκ της νομολογίας ότι ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα επιλογής των πιστωτών που θα συμπεριλάβει στην αίτηση ρύθμισης του παρόντος νόμου) ( Αποφάσεις για εγγυητές και εξαίρεση οφειλής).

  • 403/2013 (καθολικότητα πιστωτών)

«…..εφόσον στην υπό κρίση αίτηση δεν συμπεριλήφθηκαν στην ρύθμιση οι οφειλές της αιτούσας προς το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και προς το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο είναι απορριπτέα  ως απαράδεκτη χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή ότι οι οφειλές αυτές δεν κατέστησαν ληξιπρόθεσμες, λόγω του τρόπου καταβολής των δόσεων (παρακράτηση από τον μισθό της) δεδομένου ότι δεν επιτρέπεται στον οφειλέτη να κάνει επιλογή μεταξύ των πιστωτών που θα ικανοποιήσει. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.6 του ν.3869/2010…»

ΟΡΘΟΤΕΡΑ.

  • 408/2013 (Κομπολίτης Αναβολή συζήτησης για κλήτευση πιστωτή) Σε περίπτωση που πιστωτής δεν έχει ενταχθεί στο σχέδιο διευθέτησης του οφειλέτη και δεν έχει  ασκηθεί από αυτόν κύρια παρέμβαση, το δικαστήριο ρυθμίζει και τις απαιτήσεις αυτού κατά το άρθρο 744 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ή διατάζει την κλήτευση του κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 748 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζοντας νέα δικάσιμο».

7

ΑΡΘΡΟ 12. ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΠΙΣΤΩΤΩΝ ΕΝΑΝΤΙ ΣΥΝΟΦΕΙΛΕΤΩΝ Ή ΕΓΓΥΗΤΩΝ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ

- ΑΠΟΦΑΣΗ 88/2012.

Ένα από τα φλέγοντα ζητήματα που απασχολεί στην εφαρμογή του 3869 είναι τα δικαιώματα των ενέγγυων πιστωτών και έναντι των εγγυητών.

Με τη διάταξη του αρθ. 12 παρ. 1 ν. 3869/10, ορίζεται ότι τα δικαιώματα των πιστωτών έναντι των συνοφειλετών σ’ ολόκληρο και των εγγυητών  δε θίγονται, δηλαδή η απαλλαγή (άφεση χρέους) που επέρχεται με τη δικαστική πιστοποίηση της τήρησης της ρύθμισης (αρθ. 8,9 και 11 του νόμου) ενεργεί υποκειμενικά μόνο ως προς τον οφειλέτη που έχει υπαχθεί και δεν συναπαλλάσσονται οι σ’ ολόκληρο συνοφειλέτες και εγγυητές, οι οποίοι εξακολουθούν να ευθύνονται για το αρχικό ύψος του χρέους.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει κατ’ αρχάς ότι ο κοινός πιστωτής μπορεί να στραφεί εναντίον του σ’ ολόκληρο συνοφειλέτη ή εγγυητή ακόμη και για το μέρος του χρέους που έχει υπαχθεί στη ρύθμιση του συνοφειλέτη του ή πρωτοφειλέτη.

Η δυνατότητα εξάλλου αυτή αποτελεί συνέπεια της έννοιας της σ’ ολόκληρο ενοχής (βλ. αρθ. 482 ΑΚ), ενώ προβλέπεται ρητά από τη διάταξη του αρθ. 27 ΠτωχΚ(Αρχή του διπλού συνυπολογισμού επί συνοφειλετών του παλιού εμπορικού νόμου).

Όμως σε αντίθεση με τον  ΠτωχΚ, στον οποίο προτάσσεται η ικανοποίηση των πιστωτών με δυσμενείς κατά κανόνα συνέπειες για τον πτωχό και την επιχείρησή του, ο νόμος 3869/10 στοχεύει στη ρύθμιση των χρεών του υπερχρεωμένου οφειλέτη φυσικού προσώπου και της οικογένειάς του, με την απαλλαγή του από το μέρος τους που αδυνατεί να αποπληρώσει και την εξισορρόπηση έτσι της σχέσης ρευστότητας-χρεών, με σκοπό την επανένταξή του στην οικονομική και κοινωνική ζωή.

Εκτός αυτού η ρύθμιση των χρεών στα πλαίσια του ν. 3869/10 καταλαμβάνει ένα μελλοντικό διάστημα κατά κανόνα μεγάλης χρονικής διάρκειας, ιδίως επί ρύθμισης για διάσωση της κατοικίας, που μπορεί να φθάνει τα 20 χρόνια.

Ακόμη θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων συνοφειλέτες σ’ ολόκληρο ή πρωτοφειλέτης-εγγυητής είναι μέλη της ίδιας οικογένειας,  ή πρόσωπα με στενό συγγενικό δεσμό με αποτέλεσμα ο στόχος των ρυθμίσεων του ν. 3869/10, λόγω και των ιδιομορφιών αυτών και ιδιαιτεροτήτων του, θα παρέμενε ανεκπλήρωτος εφόσον γίνει δεκτή η εφαρμογή της πιο πάνω αρχής του διπλού συνυπολογισμού του ΠτωχΚ, αφού κάτι τέτοιο θα είχε ως συνέπεια την υπέρμετρη επιβάρυνση κυρίως της υπερχρεωμένης οικογένειας με τη διπλή εξυπηρέτηση του ίδιου χρέους από περισσότερα μέλη της,

Από την άλλη πλευρά, η παράλληλη καταβολή από τον εγγυητή ή συνοφειλέτη οδηγεί σε αδικαιολόγητο πλουτισμό του πιστωτή και σε ευνοϊκότερη αντιμετώπιση αυτού που θα ενταχθεί στη διαδικασία του ν. 3869/10, έναντι αυτού που δεν εντάσσεται, ο οποίος θα ικανοποιηθεί από οποιονδήποτε αλλά άπαξ, γεγονός που αντίκειται στο σκοπό του ν. 3869/10 (βλ. σε Βενιέρη-Κατσά «ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ Ν 3869/2010» σελ. 360).

Παραπέρα με το ν. 3869/10 θεσπίζεται η ρυθμιστική παρέμβαση του δικαστηρίου στις σχέσεις οφειλέτη πιστωτή με την αλλοίωση του περιεχομένου των αξιώσεων των πιστωτών κατά κανόνα σε βάρος τους και προς όφελος του υπερχρεωμένου οφειλέτη. Έτσι η αρχική αξίωση των πιστωτών μεταπλάσσεται (βλ. σε Κρητικό «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων», 2010, σελ. 128),τόσο (συνήθως) ως προς το ύψος της, όσο και ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης (τμηματικές καταβολές αρθ. 8 παρ.2 και 9 παρ. 2, προϊόν εκποίησης 9 παρ. 1).

Η απόσβεση του χρέους επέρχεται πλέον σταδιακά με την τήρηση των όρων της ρύθμισης, είτε με την ολοσχερή εξόφληση της παλιάς ενοχής, είτε, και κατά κανόνα, με την μερική εξόφληση της παλιάς ενοχής και τη σύγχρονη απαλλαγή (άφεση χρέους)του οφειλέτη από το υπόλοιπό της.

Ενόψει, λοιπόν, του παραπάνω ιδιομορφιών του νόμου 3869/10 και προκειμένου να είναι αποτελεσματική η ρυθμιστική δικαστική παρέμβαση ώστε να επιτευχθεί η επιδιωκόμενη ελάφρυνση και απεγκλωβισμός των νοικοκυριών από την υπερχρέωση, στην οποία στοχεύουν οι ρυθμίσεις του ν. 3869/10,  θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ηδιαμορφωθείσα νέα κατάσταση με την ένταξη σε ρύθμιση του οφειλέτη, έχει συνέπειες και για το συνοφειλέτη ή εγγυητή, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να εξαναγκαστεί από τον πιστωτή σε εκπλήρωση της αρχικής οφειλής, δικαιούμενος να αντιτάξει αναβλητική ένσταση.

Η δε υποχρέωσή του για εκπλήρωση εξαρτάται πλέον από την εξέλιξη  της ρύθμισης του οφειλέτη, μετά την κατάληξη της οποίας θα γεννηθεί η κατ’ αυτού απαίτηση του πιστωτή, αφού μέχρι τότε τελεί υπό την αίρεση της έκπτωσης ή μη απαλλαγής του οφειλέτη, μετά την οποία  αναβιώνει το χρέος στην αρχική του μορφή, αφαιρουμένων των καταβληθέντων (αρθ. 11 παρ. 3).

Έτσι σύμφωνα με μέρος της νομολογίας στη μεταγενέστερη ρύθμιση του συνοφειλέτη ή εγγυητή δεν θα  ενταχθεί το μέρος του χρέους, που έχει ήδη ενταχθεί στη ρύθμιση του οφειλέτη, παρά μόνο το ποσό για το οποίο απαλλάχθηκε αυτός, λόγω της ευθύνης τους ως προς αυτό κατ’ αρθ. 12 του νόμου, καθώς και τα χρέη προς τους ατομικούς τους πιστωτές. Από το σύνολο λοιπών των χρεών τους, καθώς και το κοινό χρέος θα αφαιρεθεί το ποσό που ορίστηκε προς εκπλήρωση του κοινού χρέους για τον  οφειλέτη που προηγήθηκε η υπαγωγή του σε ρύθμιση.

ΣΧΕΤΙΚΗ Η 88/2012. ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟΥ ΠΑΤΡΩΝ

ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ Η ΑΠΟΨΗ (ΚΡΗΤΙΚΟΣ)ΟΤΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΧΡΕΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΠΑΙΝΕΙ ΑΚΕΡΑΙΟ ΣΕ ΚΑΘΕ ΡΥΘΜΙΣΗ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΥΝΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Η άποψή μου είναι ότι ο νομοθέτης θα έπρεπε να τολμήσει ακόμα περισσότερο στο συγκεκριμένο σημείο και εφόσον η αρχική συμβατική σχέση μεταξύ οφειλέτη και πιστωτή διαπλάθεται, αυτή θα έπρεπε να ακολουθεί και την σχέση εγγυητή και πιστωτή.

Η παράλειψη του Νομοθέτη να μεριμνήσει στο πλαίσιο του Ν.3869/2010, για τον ταυτόχρονο περιορισμό της έκτασης της χορηγηθείσας εγγυήσεως στο ύψος της απαιτήσεως, όπως αυτή θα διαμορφωθεί δυνάμει της εκδοθησομένης δικαστικής αποφάσεως του Ν.3869/2010 για τον πρωτοφειλέτη, έχει ως αποτέλεσμα ο εγγυητής να φέρεται να εγγυάται για δανειακές συμβάσεις και επομένως, για δανειακές απαιτήσεις, οι οποίες κατά το ουσιώδες μέρος τους δεν υπάρχουν πλέον, ή έχουν τροποποιηθεί και μάλιστα, η τροποποίηση κάθε δανειακής συμβάσεως θα έχει επέλθει με δικαστική απόφαση.

ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΑ ΘΕΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΓΥΗΣΗ.

  • Περίπτωση υπερήμερου οφειλέτη και εγγυητή που αδυνατεί να καλύψει την εξ εγγυήσεως οφειλή  : Αυτονόητα μπορεί να υπαγάγει σε ρύθμιση την εξ εγγυήσεως οφειλή.
  • Περίπτωση ενήμερου πρωτοφειλέτη και εγγυητή που αδυνατεί να εξοφλήσει τις δικές του δανειακές υποχρεώσεις και προβαίνει σε ρύθμιση. Θα συμπεριλάβει και την εξ εγγυήσεως ενήμερη οφειλή (εν δυνάμει χρέος;) δεδομένου ότι υπάγεται στην ρύθμιση μόνο για μια φορά ;

-          Πρώτη άποψη: «στην περίπτωση που το χρέος εξυπηρετείται κανονικά από τον πρωτοφειλέτη, τότε το χρέος αυτό δεν μπορεί να ρυθμιστεί μαζί με τα υπόλοιπα χρέη του εγγυητή δεδομένου ότι α) κατ άρθρον 851 ΑΚ η ευθύνη του εγγυητή γεννιέται μονο εφόσον καταστεί υπερήμερος ο οφειλέτης και β) το άρθρ 1 του 3869 μιλά για «μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων οφειλών» σε αντιδιαστολή με το 3παρ 2 του ΠτχΚωδ που περιλαμβάνει και την επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης μελλοντικών οφειλών, διάσταση την οποία σύμφωνα με την αποψη αυτή ο Νομοθέτης δεν ήθελε να εντάξει στον 3869/2010

-          Δεύτερη άποψη : (Βενιέρης Κατσάς) στην περίπτωση που ο εγγυητής έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δικών του χρεών , τότε η απαίτηση από την εγγύηση (ενήμερου οφειλέτη) πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ληξιπρόθεσμη και να εντάσσεται και αυτή στην ρύθμιση.

Η αναφορά του αρθρου 1 για το ληξιπρόθεσμο αφορά έστω και μια οφειλή ως προυπόθεση υπαγωγής και ως στοιχείο θεμελίωσης της μόνιμης αδυναμίας

Ποια άποψη είναι ορθότερη;

8.

ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΙΔΙΟΤΗΤΑ

  • Χρόνος εμπορικής ιδιότητας: πραγματικό ζήτημα που βασίζεται στην άσκηση εμπορικών πράξεων ή τυπικό που σχετίζεται με κλείσιμο βιβλίων, επιχείρησης κλπ.;;;
  • Κατηγορία φυσικών προσώπων που έχουν μεν εμπορική ιδιότητα πλην όμως λόγω έλλειψης περιουσιακών στοιχείων δε μπορούν να υπαχθούν στις διατάξεις του πτωχευτικού δικαίου; Υπάρχει άποψη περί διεύρυνσης του κύκλου των υπαγόμενων προσώπων ώστε κάθε φυσικό πρόσωπο να δικαιούται διαδικασίας ρύθμισης οφειλών

3. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Είναι αυτονόητο ότι η συζήτηση γύρω από τον 3869/2010 δεν περιορίζεται στα ζητήματα που περιοριστικά μόνο συγκέντρωσα και συμπεριέλαβα στην εισήγηση αυτή. Το κάθε ένα θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστής συζήτησης και πολλά άλλα επίσης να συμπεριληφθούν.

Άλλωστε και όλοι οι συνάδελφοι θα έχετε την δυνατότητα να θέσετε τα δικά σας ζητήματα και προβληματισμούς.

Ωστόσο θεωρώ ότι η δυνατότητα της σημερινής ημερίδας  και οι εισηγήσεις και απαντήσεις του κου Κρητικού και του κου Κομπολίτη μόνο χρήσιμα συμπεράσματα και πολύτιμα οφέλη θα έχει για όλους μου.

Ο 3869/2010 και η συζήτηση γύρω από αυτόν δεν περιορίζεται μόνο στο δικονομικό μέρος που ως επιστήμονες που καλούμαστε να  εφαρμόσουμε, αλλά και στη κοινωνική του διάσταση και την σημασία που έχει για τον Έλληνα πολίτη.

Από την ανάλυση και τα συμπεράσματα των ανθρώπων που καθημερινά ασχολούμαστε με τον νέο θεσμό, από τις λύσεις και τις ερμηνείες σε σημαντικά ερμηνευτικά ζητήματα που καλούνται να δώσουν μέσα από ένα ιδιαίτερα βεβαρυμμένο  περιβάλλον ,οι Ειρηνοδίκες και από την επιρροή που θα έχει αυτό στην κοινωνική και οικονομική επανένταξη των υπερχρεωμένων πολιτών θα κριθεί το μέλλον και η αναβάθμιση  του θεσμού.

Δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι ο θεσμός αυτός έχει δεχθεί ουκ ολίγες επικρίσεις και επιθέσεις ακόμα και με αναφορές για την ενδεχόμενη αντισυνταγματικότητά του και δεν θα πρέπει να ταυτιστεί ο θεσμός με άρνηση πληρωμών αλλά με διευθέτηση και ρύθμιση με σκοπό την ομαλή επάνοδο στην οικονομική ζωή.

Θέλω να ευχαριστήσω και προσωπικά τους εκλεκτούς καλεσμένους ομιλητές  για τις παρεμβάσεις τους και αναμένω τις χρήσιμες απαντήσεις τους στις δευτερολογίες τους.

 ΠΗΓΗ

http://www.dspatras.gr/v2/index.php?option=com_content&view=article&id=3761:-l-r-20-2013-&catid=111:2011-05-24-08-47-42&Itemid=634

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 184 other followers