Ανυπαρξία φοροδοτικής ικανότητας ισον ανυπαρξία εισφοροδοτικής ικανότητας (Short Version).

Επιλεγμένα

Ετικέτες

,

Η μεγαλύτερη  νομική ερεύνα επί του ασφαλιστικού ζητήματος της Ελλάδας, αυτή τη φορά όμως ιδωμένο από τη σκοπιά του ασφαλισμένου  ελεύθερου  επαγγελματία.

Του Κωνσταντίνου Παπακασόλα, δικηγόρου Αθηνών.

Συνοπτική έκθεση των τιθέμενων νομικών ζητημάτων:

To παλαιό αφορολόγητο των 12.000 ευρώ υπήρξε επί μακρόν η νομω εκπεφρασμένη υλοποίηση του άρθρου 4.5 του Συντάγματος απαίτηση  «να συνεισφέρουν οι Έλληνες στα βάρη  ΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕ ΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΟΥΣ». Την απαίτηση αυτή  αντισυνταγματικά  κατάργησαν οι μνημονιακες κυβερνήσεις.

____400

Στην έννοια των «βαρών» δεν ανήκουν μόνο οι φόροι, αλλά ΠΡΟΦΑΝΩΣ και οι ασφαλιστικές εισφορές, οι οποίες, είτε θεωρήσουμε ότι καταβάλλονται υπέρ των ιδίων των ασφαλισμένων – είτε υπέρ των σημερινών συνταξιούχων (σύστημα γενεών) στην μεν πρώτη περίπτωση έχουμε το δικαίωμα της μονομερούς αρνήσεως πληρωμής τους, αρνούμενοι την συνταξιοδότηση, στη δε δεύτερη περίπτωση είναι υπέρογκα επαχθεις και γι αυτό ελεγχόμενες αντισυνταγματικά, καθώς επιβάλλονται άνευ ουδενός ουσιαστικού, αληθινού εισοδηματικού κριτηρίου σε όλους τους ασφαλισμένους.

Σύνταγμα προοίμιον

Το ύψος των ετησίων ασφαλιστικών εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών (υποτίθεται ότι) καθορίζεται  για τους Τομείς Ασφάλισης  Σύνταξης βάσει των διατάξεων του άρθρου 22 του ν.2084/1992. Στις εισφορές αυτές προστίθενται επίσης εξωφρενικές προσαυξήσεις. 

Τα ετήσια συνολικά ποσά εισφορών είναι αδιανόητα για όσους έχουν χαμηλά εισοδήματα, είναι ανασφάλιστοι, αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας η έχουν προστατευόμενα μέλη στην οικογένεια τους.

Κατά παράβαση κάθε έννοιας δικαίου ΔΕΝ ΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΥΠΟΨΙ το εισόδημα του ασφαλισμένου, ωστε να μειωνονται αναλογικως οι εισφορες και σε τυχόν σημαντική αδυναμία  να  μην υπάρχει εισφοροδοτικη υποχρέωση.

Το υπάρχον σύστημα των ασφαλιστικών κατηγοριών είναι απαράδεκτο  γιατι τοποθετεί  αυθαίρετα την εισφοροδοτικη βάση σε εξαρχής απαράδεκτα υψηλά ποσά, που προϋποθέτουν επίσης αυθαιρετα οτι ο ασφαλισμένος έχει εισόδημα τουλάχιστον 15.000 ευρώ ετησίως.

Έτσι οι ασφαλιστικές εισφορές καταλήγουν κολοσσιαία επιβάρυνση, ΑΝΕΡΧΟΜΕΝΗ ΣΕ ΠΟΣΑ πολύ άνω των 3.000 ευρώ ετησίως, συνιστώντας έτσι τρομακτική δαπάνη για όσους τα πραγματικά εισοδήματα τους ανέρχονται σε ποσά χαμηλότερα του παλαιού αφορολογήτου (12.000).

Στην περίπτωση τέτοιων χαμηλών εισοδημάτων, που αποτελούν και την πλειοψηφία στους νέους επαγγελματίες,  ο υπόχρεος κυριολεκτικά παίζει με την του φυσική και επαγγελματική του επιβίωση στην περίπτωση που υποχρεωθεί να καταβάλλει φόρους και εισφορές.

Τα ασφαλιστικά ταμεία των ελευθέρων επαγγελματιών είναι αφενός τα μόνα τις εισφορές των οποίων ΔΕΝ καταβάλλει το .. δημόσιο αλλά οι ίδιοι οι ασφαλισμενοι. Κατ ουσία όμως την διαχείριση τους την έχει αναλάβει αυτό.

Οι διοικήσεις των ταμείων έχουν ΜΟΝΟ διαχειριστική εξουσία ενώ για τα κρίσιμα ζητήματα του ύψους των εισφορών αλλά και της .. γραφειοκρατίας ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΚΑΣΤΟΤΕ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ, οι οποίοι βαρύνονται και με την ευθύνη του σημερινού αίσχους.

Συνοπτικά : Η θέσπιση και ο καταλογισμός των εισφορών αυτών χωρίς να λαμβάνεται υποψι το εισόδημα του ασφαλισμένου, τυχόν μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης και το διοικητικό μέτρο της έκδοσης ασφαλιστικής ενημερότητας για θεώρηση βιβλίων, ως μέσο εξαναγκασμού σε πληρωμή, είναι αντίθετα στην αρχή της αναλογικότητας, στο Σύνταγμα (ζήτημα παραβίασης  των άρθρων 2, 4, 5, 21, 22 και 25 του Συντάγματος) και την ΕΣΔΑ, η δε σχετική δικαιοπραξία μεταξύ ασφαλιζόμενου και ταμείων συνιστά καταπλεονεκτικη δικαιοπραξία.

Η παροχή ενός  “κοινωνικού αγαθού”  από μία κοινωνία στα μέλη της, προσδιορίζει ως ένα βαθμό και τον “πολιτισμό” της, εξ ου και η ονομασία της ασφάλισης ως κοινωνική ασφάλιση.

Ο όρος “ασφάλιση” ή “κοινωνική ασφάλιση” περιλαμβάνει έννοιες κρίσιμες για την ύπαρξη του ανθρώπου, την ίδρυση ανθρώπινων κοινωνιών και γενικά την προστασία της ίδιας της ζωής. Αγγίζει όπως όλοι αντιλαμβανόμαστε τομείς της καθημερινότητας, αλλά και σημαντικούς τομείς διαμόρφωσης του επιπέδου διαβίωσης του Έλληνα πολίτη.

Η ιδέα της κοινωνικής ασφάλισης είναι εξέλιξη των διαφόρων μορφών αλληλοβοήθειας των μελών μιας κοινωνίας, και αυτό ως μέτρο την χαρακτηρίζει.

Μελετώντας, και αντλώντας πληροφορίες, στο μέτρο του δυνατού, από ειδικούς, δημόσιους φορείς, ασφαλισμένους, κτλ, διαπιστώνει κανείς ότι το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας από ιδρύσεώς του, “κατασκευάστηκε” και διαρθρώθηκε κατά τέτοιο τρόπο, όχι για να εξυπηρετήσει τις πραγματικές ανάγκες των υπό ασφάλιση εργαζομένων, αλλά για να εξευρεθεί τρόπος της κεφαλαιοποίησης ενός οικονομικού αντικειμένου, την δήθεν “ασφάλισης” και κατόπιν να “ληστεύουν” το προϊόν της ασφάλισης, ως κράτος, ως κυβέρνηση, και να το διαθέτουν κατά το δοκούν, εν απουσία του ασφαλισμένου.

Αυτό το οικονομικό αντικείμενο δημιουργείτο από τις οικονομικές καταβολές εργοδοτών-εργαζομένων και μόνον, και δια πληθώρας νόμων, το διαχειριζόταν η εκάστοτε κυβέρνηση, ερήμην των ασφαλισμένων ουσιαστικά, διότι τις διοικήσεις των Ταμείων τις διόριζαν οι εκάστοτε κυβερνώντες.

Επομένως αυτές φυσικά και δεν διαθέτουν αποφασιστικές αρμοδιότητες ειμή μόνο διαχειριστικές!

Η συνταγματική θεμελίωση του δικαιώματος στην  κοινωνική  ασφάλιση βρίσκεται στο άρθρο 22 § 5 Σ.  :  «Το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει».

Ναι  μεν, η ασφάλιση ειναι υποχρεωτική (σε ασφαλιστικό  ταμείο, δημόσιο φυσικά,) από πουθενά στο Σύνταγμα όμως δεν προκύπτει οτι ο ασφαλισμένος είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει όσο ύψος εισφορών του καταλογίζει να καταβάλλει  κάθε φορά ο υπουργός ασφάλισης!!!

Ισα ισα που από σωρεία συνταγματικών διατάξεων προκύπτει οτι ο καθένας ως πολίτης και φορολογούμενος :

Αφενός μεν οφείλει να καταβάλλει μέχρι του σημείου που αντέχουν οι οικονομικές του δυνατότητες,

Αφετέρου να εφαρμόζεται η αρχή της αναλογικότητας που σημαίνει φυσικά ότι για κάθε υπόχρεο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η εισφοροδοτική του ικανότητα, η κατάσταση του επαγγέλματος του  (ειδικά όταν αυτό έχει μέσα από επίσημες μελέτες προβλήματα ανεργίας, ύφεσης και υποαπασχόλησης) και φυσικά να σέβεται το κράτος τον εργαζόμενο που σπούδασε και αγωνίζεται να επιβιώσει, προσφέροντας και έσοδα στο δημόσιο, και όχι να τον εισφορολογει δυσανάλογα και να του συμπεριφέρεται σαν να  είναι απατεώνας!

Άρθρο 2.  Συν. : «Ο σεβασμός & η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας»

Την απαξίωση για την ανθρωπινή υπόσταση την γεννά  Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΥΨΟΥΣ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ , ο όποιος ΔΕΝ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΥΠΟΨΙ :

α) ούτε τα ΙΣΧΝΑ εισοδήματα των ασφαλισμένων ,

β) ούτε την οικονομική κρίση της χώρας,  ούτε την εξαθλίωση των νέων επαγγελματιών  και

γ) ούτε τυχόν και τα προβλήματα υγείας κλπ

Εφόσον η Πολιτεία λοιπόν συνειδητά ΥΠΕΡΧΡΕΩΝΕΙ τον ασφαλισμένο, ενώ ανά πάσα στιγμή μπορεί να τον τρομοκρατεί η να του κατάσχει περιουσιακά στοιχειά για ΑΝΥΠΑΡΚΤΕΣ οφειλές του, προφανώς πρόκειται περί συμπεριφοράς αισχρής και τρισάθλιας.

 Άρθρο 4 Συντάγματος :

1.  Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.

5. Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω άρθρα οι Έλληνες είμεθα όσοι ενωπιον του νομού.

Παρόλα αυτά όμως εισήχθη ήδη διάκριση σε ασφαλισμένους προ του 93 και μετά με συνέπεια οι νεότερες γενιές να πληρώνουμε ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ από τις προηγούμενες και να πάρουμε ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΟΤΕΡΕΣ συντάξεις.

Πέραν αυτού όμως συμβαίνει το πρωτοφανές,  να πληρώνουμε αστρονομικές εισφορές δηλαδή, να  εισφορολογούμεθα ως  κροίσοι  κι ενώ το κράτος γνωρίζει ότι  τα εισοδήματα είναι ελάχιστα, και η χωρά μας διανύει τον πέμπτο χρόνο οικονομικής κρίσης!

Με τα χρήματα αυτά πληρώνονται οι συντάξεις επαγγελματιών που έζησαν τις  εποχές του….1960 και εντεθέν!   Εποχές κατά τις όποιες μπόρεσαν και άσκησαν με αξιοπρέπεια το επάγγελμα τους, πολλοί δε εξ αυτών πλούτισαν, πράγματα που οι νεότερες γενιές  στερούνται καίτοι αγωνιζόμενες καθημερινά. Επιπροσθέτως βιώνουμε την τραγική κατάσταση συνταξιούχων που λαμβάνουν 2 και 3 συντάξεις!!!

Αντί λοιπόν να μειωθούν οι συντάξεις αυτών σε κάποιο βαθμό ανάλογο με τις σημερινές δυνατότητες των ταμείων (σε κάθε περίπτωση οι πολύ υψηλές και σε καμία περίπτωση κάτω από 1.200 ευρώ), τα Ταμεία ακολουθώντας τις επιταγές και τους νομούς των εκαστοτε Υπουργών Κοινωνικής Ασφαλίσεως, ΑΥΞΗΣΑΝ ΚΑΙ ΑΛΛΟ ΤΙΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ.

– Οι εύποροι επαγγελματίες και τα μεγάλα γραφεία (που αντιστοιχούν στο 20%  του συνόλου των ελευθέρων επαγγελματιών) ενώ κατέχουν άνω του 80% της δουλειάς και αφήνουν μόλις ένα ελάχιστο όγκο εργασίας 20% να το μοιράζεται το … εναπομείναν 80% των ελευθέρων επαγγελματιών ΚΑΤΑΛΗΓΟΥΝ ΝΑ ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ ΤΙΣ ΙΔΙΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ….ΦΤΩΧΟΥΣ ελεύθερους επαγγελματίες,  ΕΝΩ ΤΑ ΕΣΟΔΑ ΤΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΑ ΚΑΘΩΣ ΕΧΟΥΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΥΣ ΚΑΙ ΠΙΟ ΕΥΠΟΡΟΥΣ ΠΕΛΑΤΕΣ ΚΛΠ.

Δεν υποχρεώνονται όμως σε υψηλότερες εισφορές!

Παρατηρούμε έτσι ότι ενώ απολαμβάνουν το προνόμιο της μεγάλης πελατείας και των υψηλών εσόδων αφενός μεν να είναι οι πρώτοι που φοροδιαφεύγουν και να την πληρώνουν οι φτωχοί που υπερφορολογούνται, αφετέρου  να ΜΗΝ ΣΥΝΕΙΣΦΕΡΟΥΝ ΣΤΑ ΤΑΜΕΙΑ ΑΝΑΛΟΓΩΣ ΜΕ ΤΑ ΥΨΗΛΑ ΤΟΥΣ ΕΣΟΔΑ και τους αδήλωτους συνεργάτες τους και έτσι τα ταμεία  εγείρουν παραλογές απαιτήσεις στους φτωχούς ελεύθερους επαγγελματίες!!!

Επομένως συνιστά εγκληματική αδράνεια του κράτους η μη συσχέτιση των εισφορών με το εισόδημα  καθώς οι πλουσιότεροι ελεύθεροι επαγγελματίες εκμεταλλεύονται το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς  αλλά τα βάρη στα ταμεία καλούνται να τα σηκώνουν άνεργοι και υποαπασχολούμενοι.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ. 4 παρ. 5 «Tο Kράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει».

Επομένως το κράτος είναι υποχρεωμένο  να ενεργεί όλα τα απαραίτητα  προκειμένου να είναι το αγαθό της κοινωνικής ασφάλισης προσιτό σε όλους τους εργαζομένους (και μη).

Στην ουσία όμως το μόνο που κάνει το κράτος είναι να υποχρεώνει τους ελευθέρους επαγγελματίες σε ισόβια ασφάλιση σε ένα ασφαλιστικό ταμείο, και σε ισόβια υποχρέωση καταβολής εισφορών.

ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΣΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΩΣ ΛΗΣΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΟΤΙ ΤΕΛΙΚΑ ΚΑΝΕΙ ΟΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ ΤΟ ΑΓΑΘΟ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΡΟΣΙΤΟ.

Ζωντανή απόδειξη αυτού είναι το ότι το 10 έως 50 %  των ασφαλισμένων στα ποίκιλα  ταμεία είναι πάρα τη θέληση τους ανασφάλιστοι !!! 

Όμως, το άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος, ορίζει ότι «οι Έλληνες πολίται συνεισφέρουν αδιακρίτως εις τα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων των».

«Είναι φανερό ότι οι «δυνάμεις», στις οποίες αναφέρεται το Σύνταγμα, είναι οι περιουσιακές δυνάμεις, και όχι οι πνευματικές ή οι μυϊκές ή. . . οι ορμονικές δυνάμεις του φορολογουμένου.  Αυτό ορίζετο καθαρά στο Σύνταγμα, όπως ήταν διατυπωμένο πριν από την αναθεώρηση του 1911: «αναλόγως της περιουσίας».

Η αντικατάσταση της φράσης αυτής με την αόριστη διατύπωση «αναλόγως των δυνάμεων» έγινε, όπως μας πληροφορούν οι συνταγματολόγοι, απλώς και μόνο για να διευκολυνθεί η επιβολή της προοδευτικής φορολογίας προσθέτουν όμως ότι, και με την καινούργια διατύπωση, «η φράσις «αναλόγως των δυνάμεων» σημαίνει βεβαίως ότι η υποχρεωτική εισφορά δεν πρέπει να ορίζεται αυθαιρέτως, αλλ’ εκτιμώμενης της οικονομικής ικανότητος εκάστου».

(Σβώλος – Βλάχος, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, 1 1954 σελ. 222- Κώστας Μπέης, Τα αμάχητα τεκμήρια είναι αντισυνταγματικά, 1978).

Στην συνταγματική έννοια των «βαρών», στον βαθμό που ορίζουν οικονομική συμμέτοχη και δη υποχρεωτική  ανήκουν, και οι ασφαλιστικές εισφορές, εφόσον είναι άμεσα συναρτώμενες με την επαγγελματική ύπαρξη και δράση του ασφαλισμένου,  με πολλές και αυστηρές μάλιστα συνέπειες για τον τελευταίο, εφόσον δεν ανταποκρίνεται με αδιάλειπτη συνέπεια στην υποχρέωση του έναντι του ασφαλιστικού φορέα του.

Η συντριπτική πλειονότητα των ασφαλιστικών οργανισμών των ελεύθερων επαγγελματιών εν Ελλάδι, έχει εδώ και πολλά χρόνια άτυπα θεσμοθετήσει ένα κύκλο εξοντωτικά υψηλών ασφαλιστικών εισφορών για τον ασφαλιζόμενο.

Οι εισφορές αυτές ενώ είναι δυσβάστακτες  κατά κοινή ομολογία για τα εισοδήματα της μεγάλης πλειοψηφίας, είναι – από την άλλη- υποχρεωτικές για όλους, ανεξάρτητα από τα εισοδήματα αυτών.

Διαπιστώνουμε έτσι μια αντισυνταγματική και εκφυλιστική εκτροπή της κοινωνικής ασφάλισης, από κοινωνικό αγαθό, σε μέσο στυγνού οικονομικού καταναγκασμού.

Η ελληνική πολιτεία είναι όμως αυτή που  διαμόρφωσε με σειρά νόμων τις τελευταίες δεκαετίες ένα απαράδεκτο ασφαλιστικό καθεστώς για τους νέους ελεύθερους επαγγελματίες (ασφαλισμένους μετά το 1993). Κι αυτό ενώ ήδη διέβλεπε εδώ και παρά πολλά χρόνια και ήδη διαπίστωνε και επισήμως τα σημαντικά προβλήματα επιβίωσης του κλάδου : πληθωρισμός, μείωση επαγγελματικής ύλης, και πλείστα όσα.

Στο άρθρο 55 παρ. 3 του Ν. 2084/92 ορίζεται πως : «το ποσό της μηνιαίας εισφοράς που καταβάλλεται στους φορείς ασφάλισης ασθένειας, οι οποίοι ασφαλίζουν αυτοαπασχολουμένους καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη και γνώμη των Δ.Σ. των φορέων και του Σ.Κ.Ακαι δεν μπορεί να είναι μικρότερο του ποσού που προκύπτει με βάση το κατά το έτος 1991 μέσο μηνιαίο κατά κεφαλήν Α.Ε.Π. αναπροσαρμοσμένου με το εκάστοτε ποσοστό αυξήσεως των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων (!) και του ποσοστού εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη, που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου αυτού.

Στον  «ΚΩΔΙΚΑ ΠΕΡΙ ΤΑΜΕΙΟΥ ΝΟΜΙΚΩΝ» (ΦΕΚ: Α 164 1 9601009) που τέθηκε σε ισχύ από  09.10.1960 στο κεφάλαιο Α, μέρος Γ άρθρο 1, παρ. 3 ορίζεται ότι «οι πόροι του Ταμείου αποτελούνται … εκ μηνιαίας εισφοράς των δικηγόρων και αμίσθων υποθηκοφυλάκων, εισπραττομένης δια του ασφαλιστικού βιβλιαρίου δι’ επικολλήσεως εν αυτώ των αποκομμάτων εξ ενσήμων του Ταμείου, περί ων τα εδάφ. ιβ’, ιγ’ και ιδ’ του παρόντος άρθρου αναφερομένων πόρων, αντιπροσωπευόντων αξίας ισόποσον προς ποσοστόν 2% επί του εκάστοτε βασικού μισθού του Εφέτου (!)

 Το εν λόγω ποσοστόν αναπροσαρμόζεται από 1ης Ιαν. 1982 εις 3%, από 1ης Ιαν. 1983 εις ποσοστόν 4% και από 1ης Ιαν. 1984 εις ποσοστόν 5%.  (!) κλπ κλπ…

OΛΟΙ νομίζω αντιλαμβανόμαστε πόση σχέση έχει “το εκάστοτε ποσοστό αυξήσεως των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων” και  “ο εκάστοτε βασικός μισθός του Εφέτου” με το εισόδημα του μέσου σύγχρονου δικηγόρου:  Καμία.

Πιο κάτω, στο άρθρο 8 μας λέει ότι… «τα κατά το παρόν εδάφιον ποσοστά εισφορών δύναται ν’ αυξάνωνται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών μετά σύμφωνον γνώμην του διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου».

Λαμβάνεται λοιπόν και μέριμνα και για την μελλοντική ΑΥΞΗΣΗ των εισφορών.

Προς θεού βέβαια, καμιά αντίστοιχη πρόνοια για την μελλοντική πιθανότητα ΜΕΙΩΣΗΣ τους. Γιατί άραγε?  

Επίσης καμιά πρόβλεψη για μελλοντική ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ των δικαιούχων σε περίπτωση έλλειψης αποθεματικών.  Αυτό το πρωτοφανές σημαίνει ότι πάση θυσία οι συνταξιούχοι θα λαμβάνουν όσα θεωρεί το εκαστοτε ταμείο ότι πρέπει να λαμβάνουν, ενώ οι … ασφαλισμενοι ελεύθεροι επαγγελματίες ΘΑ ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ ΟΣΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ  ΚΡΙΝΕΙ ΤΟ ΕΤΑΑ ΔΗΛΑΔΗ Ο ΕΚΑΣΤΟΤΕ ΥΠΟΥΡΓΟΣ, και αυτό ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ, ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΤΟΥΣ, ΑΠΟ ΤΟ ΑΝ ΑΠΕΙΛΕΙΤΑΙ Η ΙΔΙΑ Η ΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗ! Πρωτοφανής διάλυση κάθε δικαιώματος στην εργασία, στην επιβίωση, στην αξιοπρέπεια!!!

Αυτό που παρατηρούμε από τα ανωτέρω είναι η θεσμοθέτηση μιας υπερπολυπλοκης, τρομερά ομιχλώδους και δυσνόητης διαδικασίας υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών, εντος της οποίας πραγματοποιούνται λογικά άλματα, νομικοί ακροβατισμοί και αλχημείες παντός τύπου. 

Έχουμε λοιπόν μέχρι ώρας τα εξής ερωτήματα:

Πως είναι δυνατόν, να λαμβάνεται κατά τα ανωτέρω ως βάση για τον υπολογισμό των εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών  για την ασφάλιση ασθένειας «το εκάστοτε ποσοστό αυξήσεως των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων (!)  και,  κυρίως

Πως είναι δυνατόν, να λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό των εισφορών για την ασφάλιση συντάξεως «ποσοστόν επί του εκάστοτε βασικού μισθού του Εφέτου (!)»

Περεταίρω, ναι μεν το Σύνταγμα ορίζει ότι η ασφάλιση είναι υποχρεωτική και μάλιστα αποκλειστικά σε τομέα ασφάλισης του ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΝΠΔΔ), αλλά  ΑΠΟ ΠΟΥΘΕΝΑ ΔΕΝ ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ Η ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥΔΗΠΟΤΕ ΥΨΟΥΣ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΚΑΠΝΙΣΕΙ ΣΤΟΝ ΕΚΑΣΤΟΤΕ ΥΠΟΥΡΓΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ Η ΕΚΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΤΡΟΙΚΑ , ΝΑ  ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΕΙ!!!

Επομένως είναι αντικείμενο απόδειξης η μη ύπαρξη υποχρέωσης καταβολής των εισφορών αυτών, πέραν φυσικά των υπερβάσεων λοιπών διατάξεων του Συντάγματος και δη ότι επιβλήθηκαν σε μη έχοντα εισφοροδοτικη ικανότητα.

ΜΕ ΤΗΝ ΛΟΓΙΚΗ ΑΥΤΗ, ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΒΓΕΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΑ ΝΟΜΟΥ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΤΟ  ΤΑΝ  ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΠΙΘΑΝΟΥΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟΥΣ ΤΟΜΕΙΣ ΤΟΥ (ΤΕΑΔ), ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΥΠΔΑ, ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΔΙΚΟΥΣ ΤΟΥ ΥΠΟΤΟΜΕΙΣ, ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΥΠΕΡ ΟΑΕΔ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ ΑΚΟΜΑ ΘΥΜΑΤΑΙ ΠΟΣΕΣ ΥΠΟ-ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΜΑΣ ΕΧΟΥΝ ΧΡΕΩΣΕΙ, ΝΑ ΒΓΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΠΟΥΝ ΟΤΙ «ΚΥΡΙΟΙ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΙ (ΤΟΥ ΜΙΣΘΟΥ) ΤΩΝ 500 ΕΥΡΩ ΜΑΣ ΟΦΕΙΛΕΤΕ ΓΙΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 2014 (Π.Χ.)  10.000 ΕΥΡΩ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΕΤΗΣΙΩΣ».

ΑΥΤΟ ΤΙ ΘΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ? ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ 10.000? ΟΤΙ ΘΑ ΗΤΑΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΝΟΜΙΜΟ ΝΑ ΙΣΧΥΣΕΙ ΤΕΤΟΙΟΣ ΝΟΜΟΣ?  ΟΤΙ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΟΥΜΕ ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΜΑΣ ΜΕ ΧΡΕΗ ΠΟΥ ΘΑ ΜΑΣ ΦΟΡΤΩΝΕ ΤΟ ΚΑΘΕ ΤΑΜΕΙΟ  ΜΟΝΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΕΠΕΙΔΗ ΤΟ ΑΣΚΟΥΣΑΜΕ?

Ο προσδιορισμός του ύψους  των οφειλόμενων εισφορών, ως παροχή που γεννάται από το νόμο, πρέπει ως προσδιοριστική,  ΧΡΗΜΑΤΙΚΑ καταλογιστέα πράξη να είναι ΕΥΛΟΓΗ, να ανταποκρίνεται στα εισοδήματα του υπόχρεου ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ, σε κάθε δε περίπτωση να μπορεί να την αντέξει ο υπόχρεος,  ακυρωνόμενης σε αντίθετη περίπτωση κάθε πράξης επιβολής και καταλογισμού ΥΠΕΡΟΓΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ εκ των οποίων να στερείται ο υπόχρεος βασικών βιοτικών αγαθών:

Την διατροφή, την ένδυση, τη στέγαση, τη φροντίδα των οικείων του, το ίδιο το επάγγελμα του σε τελική ανάλυση!

Επομένως η υποχρεωτική ασφάλιση είναι υπό τις ως άνω ανατρεπτικές προϋποθέσεις ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ, όταν υπάρχει κίνδυνος :

α) ανεπαρκείας κάλυψης βασικών βιοτικών αναγκών του υπόχρεου, που ανιχνεύεται όταν το εισόδημα του είναι μικρότερο από το ποσό του παλαιού αφορολογήτου (12.000 ευρώ) που είναι και το όριο της αξιοπρεπούς διαβίωσης, ποσό μάλλον όταν είναι στο μισό του ορίου αυτού.

β) αναγκαστικών μέτρων που θα εξαθλιώσουν έτι περισσότερο τον οικονομικά αδύνατο υπόχρεο (κατάσχεση μικροκαταθεσεων του, αυτοκίνητου του κλπ)

γ) έξοδος του από το επάγγελμα, καθώς δεν θα έχει ούτε μπλοκ αποδείξεων είτε λογω της υπερχρέωσης του από τα ταμεία, και δεν θα μπορεί να εργάζεται,

δ) αντιμετώπιση του ως …. απατεώνα  (διότι τα κρατικά ασφαλιστικά ταμεία παρόλα αυτά τον θεωρούν εύπορο και απαιτούν  τις εισφορές ου μην και φόρους και ένα σωρό ακόμα βάρη)

ε) μη θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος ( ΕΦΟΣΟΝ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΕΙ ΕΙΣΦΟΡΕΣ)!

στ) στέρησης δικαιώματος πρόσβασης στην υγεία  (είναι ΕΚΘΕΤΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΘΕ ΑΡΡΩΣΤΙΑ, αφού είναι πανύψηλες ΚΑΙ οι εισφορές της υγείας!)

ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΞΕΚΑΘΑΡΟ ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ  ΕΙΣΦΟΡΕΣ  ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΕΚΒΙΑΣΤΙΚΗΣ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΒΙΑΖΟΥΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΡΕΟΥΡΓΟΥΝ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΑ ΒΑΡΗ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ  ΣΚΟΠΟΥ ΚΑΙ ΜΕΣΟΥ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ.

Άρθρο 25  Συντάγματος  – ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ:

Το ελληνικό Κράτος προκειμένου να εξασφαλίσει τα απίθανα ποσά που ζητά, προκειμένου να αφήσει ανέπαφους τους κομματικούς στρατούς του, ήδη :

α. στερεί τον νέο επαγγελματία από μελλοντική σύνταξη, αφού έτσι κι αλλιώς ο τελευταίος δεν έχει να πληρώσει  για να λάβει σύνταξη..

β.  στερεί ομοίως τον νέο επαγγελματία από την στοιχειώδη περίθαλψη.

γ.  τον υποβάλλει σε άσκοπη γραφειοκρατία και ταλαιπωρία, αφού ακόμα και για ρύθμιση πρέπει να τρέχει σε διαφορετικές υπηρεσίες, με αμφίβολα αποτελέσματα, καθώς ουδεμία διάθεση συνεργασίας επιδεικνύουν τα Ταμεία κι ούτε κι έχουν αποφασιστικές αρμοδιότητες.

δ.   τον στερεί και από την θεώρηση Δελτίου Παροχής Υπηρεσιών ώστε να μπορεί να βιοπορίζεται. Με απλά λόγια τον ωθεί στην λιμοκτονία.

ε. λαμβάνει ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ! Δεν του δίνει καν τη δυνατότητα «παγώματος» των ήδη παρανομών βέβαια και δήθεν οφειλών του, ώστε να τα καταβάλλει όταν μπορέσει να μαζέψει τα χρήματα αυτά! Κάνεις δεν θέλει να μείνει χωρίς σύνταξη!

Αλλά και ποιος από την άλλη θα δώσει τα χρήματα του για την ασφάλιση του, εάν αυτά δεν φτάνουν για να συντηρηθεί όταν είναι νέος!!!

Επιπλέον δε

ε. του στερεί τη δυνατότητα να αποκτήσει τα στοιχειώδη για την καθημερινότητα του, όπως π.χ.  αυτοκίνητο, σπίτι, κλπ

στ.  του στερεί την δυνατότητα να κάνει οικογένεια, καθώς επιζητεί την αφαίμαξη των ΗΔΗ ΜΗ ΕΠΑΡΚΩΝ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ (κάτω από το όριο της φτώχειας).  Εφόσον δεν θα περισσέψει απολύτως τίποτα, είναι βέβαιο ότι ο νέος επαγγελματίας ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΘΡΕΨΕΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΤΟΜΑΤΑ όταν ήδη μετά βίας συντηρεί τον εαυτό του!

Η ΚΛΟΠΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ  ΑΥΤΗ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ φυσικά έρχεται σε απολυτή αντίθεση με τις προστατευτικές για την δημιουργία οικογενείας και τους νέους διατάξεις του Συντάγματος.

Ουσιαστικά εξωθεί τη χώρα μας στον πληθυσμιακό αφανισμό:

«Άρθρο 21(Προστασία οικογένειας, γάμου, μητρότητας & παιδικής ηλικίας)

1. H οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Kράτους.

3. Tο Kράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών και παίρνει ειδικά μέτρα για την προστασία της νεότητας, του γήρατος, της αναπηρίας και για την περίθαλψη των απόρων.

Είναι προσβολή για μια ευνομούμενη πολιτεία να ζητά σχεδόν το… μισό η και… ολόκληρο το εισόδημα ενός ασθμαίνοντος επαγγελματία για να …καλύψει τις τρύπες των ασφαλιστικών ταμείων της!

Απουσιάζει προκλητικά από τον τρόπο υπολογισμού των εισφορών και την εν γένει ασφαλιστική πολιτική του κράτους κάθε μέριμνα συσχέτισης των εισοδημάτων των ασφαλισμένων με τις ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις, ώστε να υπάρχει δίκαια αναλογία βαρών των διαφόρων κατηγοριών των ασφαλισμένων.

Αλήθεια, έχει προβλέψει ο νομοθέτης τι εισφορά θα πληρώνει ένας ελεύθερος επαγγελματίας που για ένα χρόνο δεν πάνε καλά οι δουλειές του, και βγάζει ας πούμε 3.000 ευρώ η και μηδέν. Να μην τα κρατήσει για την επιβίωση του αλλά θα να δώσει στα ταμεία!!!!

Με λίγα λόγια, η ανθρωπινή επιβίωση, η αξιοπρέπεια και ότι πιο βασικό υπάρχει στην ζωή ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΩΤΕΡΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ! Αυτό προκρίνει νομοθέτης που αποφάσισε τα συγκεκριμένα ύψη εισφορών, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΕΧΟΥΝ ΧΑΜΗΛΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΚΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΛΑΒΕΙ ΚΑΝ ΥΠΟΨΙΝ ΤΟΥ ΟΤΙ, ΗΔΗ, ΟΣΟΙ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ ΘΑ ΣΤΕΡΗΘΟΥΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΣΤΕΡΟΥΝΤΑΙ ΠΕΡΙΘΑΛΨΕΩΣ!!!

Οργιάζει λοιπόν η αυθαιρεσία, η ισοπέδωση και τα … «τεκμήρια»!!! Όλοι μαζί οι ασφαλισμένοι στο ίδιο τσουβάλι.

Τίθεται λοιπόν ζήτημα αντισυνταγματικότητας  της υποχρεωτικότητας ενός ορισμένου ύψους  των ασφαλιστικών εισφορών καθώς, υπό τις επικρατούσες, συνθήκες διαβίωσης και εργασίας  στην Ελλάδα,  αυτές είναι  εκτός τόπου και χρόνου.

Και ΦΥΣΙΚΑ γεννιέται  ζήτημα αποζημίωσης του ασφαλισμένου/ανασφάλιστου από την αδικοπρακτικη,  εναντία στο Σύνταγμα συμπεριφορά αυτή  του δημοσίου/ ταμείων.

Η κοινωνική ασφάλιση από αγαθό και υποχρέωση του κράτους απέναντι στον πολίτη στρεβλώθηκε σε μια «θηλιά» οικονομικού στραγγαλισμού, σε μια αποτρεπτική προϋπόθεση για την ελεύθερη και απρόσκοπτη επαγγελματική δραστηριότητα.

Είναι αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα κάθε ανθρώπου να φροντίζει πρώτα για τις βασικές του ανάγκες, την διατροφή του, την στέγαση του, κλπ και έπειτα  για την ασφάλιση του.

Εδώ και πολλά χρόνια η ιεράρχηση αυτή έχει ΕΜΠΡΑΚΤΑ ΔΙΑΣΑΛΕΥΘΕΙ και έχει δημιουργήσει έναν παραλογισμό που πρέπει επιτέλους να λάβει τέλος.

 

                                   ΑΙΣΧΡΟΚΕΡΔΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ

Ακόμα και η καταναγκαστική ασφάλιση δεν παύει να είναι μια …σύμβαση.  Ακόμα και ο εξαναγκασμός σε υποχρεωτική ασφάλιση δεν παύει να είναι μια κοινωνική αλλά και ενοχική σύμβαση. Μια σύμβαση ανάμεσα στον ασφαλισμένο και στον ασφαλιστικό του ταμείο, το οποίο είναι ΚΡΑΤΙΚΟ, ως ΝΠΔΔ και εν τελεί μια σχέση παροχής – αντιπαροχής.

Όταν όμως η παροχή του ενός, δηλαδή η παροχή συντάξεως είναι ΑΒΕΒΑΙΗ και μικρή, όταν επίσης η αντιπαροχή που ζητείται από τον ασφαλισμένο, δηλαδή οι εισφορές του είναι ΥΠΕΡΟΓΚΕΣ καθώς δεν του επιτρέπουν να ζήσει, ενώ ήδη εφόσον δεν μπορεί να πληρώσει ΣΤΕΡΕΙΤΑΙ και της δευτέρας κρατικής παροχής, δηλαδή της ΠΕΡΙΘΑΛΨΕΩΣ, τότε φυσικά μπορούμε να μιλήσουμε για ΑΙΣΧΡΟΚΕΡΔΗ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ!

Μια τέτοια σύμβαση είναι ξεκάθαρα ακυρωτέα και ως περιορίζουσα υπέρμετρα την ελευθερία μου, (ψυχολογικά και οικονομικά) και ως αισχροκερδής, αφού μου ζητεί υπέρογκες εισφορές για πενιχρή σύνταξη και οριακή περίθαλψη.

Περεταίρω, η υποχρεωτικότητα όμως εγγραφής στα Ταμεία συνιστά υπέρμετρο περιορισμό της προσωπικότητας και μάλιστα εν όψει του ότι οι αντιπαροχές αυτών είναι υπέρμετρα δυσανάλογες σε σχέση με την παροχή ημών των ασφαλισμένων (δηλαδή μια …απαράδεκτα χαμηλή σύνταξη που είναι αβέβαιο εάν θα μάς καταβληθεί ποτέ, διότι σε 40 χρόνια από τώρα όλα δείχνουν ότι δεν θα έχει μείνει τίποτα όρθιο, ενώ συγχρόνως οι τομείς υγείας καλύπτουν ελάχιστες επεμβάσεις και φάρμακα κλπ. μετά από εξαντλητικές γραφειοκρατικές διαδικασίες) και ως εκ τούτου χαρακτηρίζει τις σχετικές συμβάσεις ως αισχροκερδείς δικαιοπραξίες. Κυριότερη εκδοχή των οποίων είναι ότι ζητείται από έναν νέο επαγγελματία που ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, και βγάζει π.χ. 5.000 ευρώ, να δώσει 3.500 ευρώ, δηλαδή σχεδόν όλο του το ισχνό εισόδημα για τα …Ταμεία!  Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό να συμβαίνει σε ένα Κράτος Δικαίου.

Στην μεταπολιτευτική Ελλάδα,  όπου οι πόροι των  ασφαλιστικών ταμείων διασπαθίζονται σε  χρηματιστηριακά παιχνίδια,  η ίδια η προοπτική των όποιων ωφελημάτων από τις καταβαλλόμενες εισφορές  καταντά τελικά εφιάλτης, όχι μόνο λογω του επαχθούς του ύψους των ασφαλιστικών εισφορών αλλά και του ιδίου του αμφιβόλου νοήματος της «ασφάλισης»

Συμψηφισμός απαιτήσεων από τα κέρδη των (κερδοφόρων) ταμείων ή την χρηματοδότηση τους από τον κρατικό προϋπολογισμό :

Ήδη τα ασφαλιστικά ταμεία χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό κατά 75%, δηλαδή από όλους εμάς δια της φορολόγησης μας σε καθημερινά ειδή και υπηρεσίες απ όπου προκύπτουν και τα έσοδα του κράτους.

Άρα σε ποσοστό  ανάλογο  με τη χρηματοδότηση ή τα κέρδη ΟΦΕΙΛΟΥΝ ΝΑ ΕΞΑΙΡΕΘΟΥΝ από την καταβολή των εισφορών όσοι αδυνατούν αποδεδειγμένα να το κάνουν, διότι πράγματι, δεν καταλαβαίνω που αλλού μπορούν να πάνε τα χρήματα αυτά, ΕΙΜΗ ΠΡΩΤΑ ΚΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΣΤΑ ΑΝΑΣΦΑΛΙΣΤΑ ΜΕΛΗ ΤΩΝ ΤΑΜΕΙΩΝ, που ΑΠΟΔΕΔΕΙΓΜΕΝΑ ΕΧΟΥΝ ΧΑΜΗΛΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ.

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία των επαγγελματικών συλλογών περίπου ένα 10 με 30% των ελευθέρων επαγγελματιών είναι στην κατάσταση αυτή . Ως αριθμός δηλαδή δεν είναι και αχανής!.

Δεν νομίζω ότι θα συνιστούσε καμιά τραγική δαπάνη η δωρεάν βασική περίθαλψη αυτών ή, έστω η πολύ φθηνή ασφάλιση  στα ταμεία τους ή τον ΕΟΠΠΥ (έστω με 100 – 200 ευρώ εισφορών ετησίως)

ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΚΑΙ ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ :

α)  ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Αν κάποιος ελεύθερος επαγγελματίας δεν βγάζει πολλά χρήματα, ώστε να εξοφλεί και τα Ταμεία, αλλά τόσα ώστε απλά να… επιζεί, είναι αναγκασμένος να παύσει να εργάζεται εξ αιτίας της εξοντωτικής πρακτικής της υπερχρέωσης του και συνεπώς δεν θα έχει δικαίωμα να τρώει, να ενδύεται και να στεγάζεται για να μην μείνουν απλήρωτα τα Ταμεία.

Αντέχει ο ολίγιστος αυτός νομοθέτης και όσοι συνήνεσαν μέχρι σήμερα να συγκρίνουν συνταγματικά  εάν προηγείται η αποπληρωμή των υπέρογκων εισφορών των Ταμείων από το δικαίωμα στην ίδια την ζωή;

Γιατί, μεσούσης της κρίσεως, με την Ελλάδα να έχει κηρύξει εσωτερική χρεοκοπία και 1.500.000 ανέργους, μόνον με κοινωνική εκτέλεση ισοδυναμεί το να αναγκάζεις κάποιον να παρατήσει το επάγγελμά του, ενώ μπορεί να βγάζει τα βασικά του έξοδα και να στηρίζει την οικογένειά του συμβάλλοντας στο οικογενειακό της εισόδημα.

Β) ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ

Άρα δυο λύσεις αναφύονται ξεκάθαρα:

1) Η πρώτη λύση είναι να θεσπιστούν νέες κατώτατες εισφορές, για τους ελεύθερους επαγγελματίες ύψους εύλογου για την εποχή και τις περιστάσειςδηλαδή π.χ. 300 ευρώ το χρόνο για σύνταξη και 200 ευρώ για υγεία. Στην περίπτωση αυτή και τα Ταμεία θα εισέπρατταν σίγουρα κάποιο σημαντικό ποσό, σε σχέση με το απόλυτο μηδέν που εισπράττουν τώρα από τους μισούς ασφαλισμένους τους -οι οποίοι θα γίνουν πολύ περισσότεροι στα προσεχή έτη – και φυσικά οι ασφαλισμένοι θα μπορούν να απολαμβάνουν  ενός υποτυπώδους δικαιώματος σύνταξης, το οποίο θα μπορούν να ενισχύουν όταν έχουν περισσότερα χρήματα να διαθέσουν, θα απολαμβάνουν μιας βασικής περιθάλψεως και φυσικά την αίσθηση του νομοταγούς και όχι καταδιωκόμενου ανθρώπου, ότι, δηλαδή, είναι εν τάξει με τις ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις!

2) Η δεύτερη, συμπληρωματική λύση, για όσους αποδεικνύουν ότι βρίσκονται σε δεινή οικονομική κατάσταση με την χρήση εκκαθαριστικών τους κλπ. είναι να τούς χορηγείται «έκτακτη ασφαλιστική ενημερότητα» που θα τούς επιτρέπει τουλάχιστον να θεωρούν 1 (ένα) μπλοκ αποδείξεων ετησίως, ώστε να μπορούν να εργάζονται νόμιμα σαν άνθρωποι, και να μπορέσουν να επιβιώσουν!

Να μη φτάσουμε δηλαδή στην έσχατη κατάντια μετά από τόσα χρόνια κρίσης να ακούσουμε για… λιμοκτονούντες και αυτοκτονούντες ελευθέρους επαγγελματίες!

Το κρίμα θα είναι στον λαιμό όχι μόνον των κυβερνήσεων από το 1992 και μετά, ιδίως των τελευταίων ετών, αλλά και των επαγγελματικών συλλόγων της Χώρας και των υπουργών Ασφάλισης που δεν έπραξαν τίποτα για να αποτραπεί αυτός ο βάρβαρος κοινωνικός δαρβινισμός.

Το αφορολόγητο και το ανεισφορολογητο ως όριο σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Το ζήτημα του «αφορολόγητου» ορίου εισοδήματος είναι στοιχειώδες ζήτημα δημοκρατίας και κοινωνικής – φορολογικής δικαιοσύνης, τόσο σαν στοιχείο προσδιορισμού του ελάχιστου ορίου εισοδήματος που επιτρέπει σε ένα άτομο να διαβιώνει με μία στοιχειώδη αξιοπρέπεια, όσο και σαν βασικό στοιχείο προσδιορισμού της φορολογικής πολιτικής ενός Κράτους.

Φυσικά  το αφορολόγητο μόνο από έντεχνη πονηρία του ελληνικού κράτους δεν είναι ΚΑΙ ΑΝΕΙΣΦΟΡΟΛΟΓΗΤΟ, καθώς όποιος στερείται φοροδοτικής ικανότητας  ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΣΤΕΡΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΕΙΣΦΟΡΟΔΟΤΙΚΗΣ, καθώς ο θεσμός αυτός είναι η υλοποίηση του άρθρου 4.5 του Συντάγματος περί συμμετοχής στα βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις του καθενός!

Ορθά λοιπόν εντος της έννοιας του αφορολογήτου μπορεί να χωρέσει και η εξαίρεση από την εισφοροδοσια, καθώς και αυτή αποτελεί «βάρος» και μάλιστα υπέρογκο, πολύ πιο υπέρογκο ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ!

      Η ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ  ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΤΕΡΑ

α. Αντίθεση στο άρθρο 4.5 του Συντάγματος περί συμμετοχής των Ελλήνων στα βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους.  Οι εισφορές προς τα Ταμεία εξυπακούεται ότι είναι βάρη, δηλαδή οικονομική συμβολή των υπόχρεων ασφαλισμένων που μάλιστα έχει αναγκαστικό χαρακτήρα, εφ’ όσον δεν εναπόκειται στην ευχέρεια τους να επιλέξουν την μη εξόφλησή τους ή την εναλλακτική της ιδιωτικής ασφάλισης, η τελωσπαντων της μη καταβολής σε αδυναμία!

β. Αντίθεση στο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της εργασίας που υποτίθεται ότι προστατεύει το Κράτος (Άρθρο 22 : «H εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Kράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού»).

Εν προκειμένω το απαγορεύει πρακτικά, απόλυτα και αυθαίρετα, τόσο με την θέσπιση των ρηθεισων υπέρογκων υψών ασφαλιστικών εισφορών των ταμείων – όσο και με τις διατάξεις περί ασφαλιστικής ενημερότητας.

Άτυπη άποψη για το όνειδος των υπέρογκων εισφορών είναι να εξωθηθούν οι ελεύθεροι επαγγελματίες να φύγουν από το επάγγελμα γιατί είμαστε πολλοί. Αν είναι δυνατόν να εξωθούμαστε στην ανεργία ενώ μπορούμε έστω να βιοποριζόμαστε και να ενισχύουμε στοιχειωδώς και τα μελή της οικογενείας μας!

ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΣΕ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟ ΚΑΙ ΣΕ ΚΑΘΕ ΕΝΝΟΙΑ ΛΟΓΙΚΗΣ

Ακόμα και αν δεν υπήρχε το Σύνταγμα και η ΕΣΔΑ, το καθεστώς αυτό, με την ισοπεδωτική εφαρμογή του έναντι δικαίων και αδίκων, προσβάλλει βάναυσα το δικαίωμα κάθε ελευθέρου επαγγελματία στην επιβίωση, στην εργασία, στην αξιοπρέπεια και αποτελεί μνημείο αναλγησίας και βαρβαρότητας που πρέπει άμεσα να εξαλειφθεί επί τη βάσει των δυο κάτωθι διορθωτικών προτάσεων, ήτοι:

(α) μείωση εισφορών και αναλογική σύνδεση αυτών με την οικονομική δυνατότητα του ασφαλισμένου για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα στην ουσία του, και

(β) νομοθετική θέσπιση εξαιρέσεων για οικονομικούς και ανθρωπιστικούς λόγους υπέρ όσων έχουν οικονομική αδυναμία ή σοβαρά προβλήματα υγείας κλπ, ώστε να τούς χορηγείται “ΕΚΤΑΚΤΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΟΤΗΤΑ” για να θεωρούν τουλάχιστον ένα (1) μπλοκ αποδείξεων ετησίως και να τούς παρέχεται στοιχειώδης υγειονομική περίθαλψη.

 Έτσι, θα μπορούν τουλάχιστον να… ζήσουν και φυσικά, αν τους περισσεύουν χρήματα, να μπορούν να συνεισφέρουν και στα Ταμεία τους!

Η λύση που υπάρχει σήμερα επιεικώς χαρακτηρίζεται ως απάνθρωπη, καθώς στερεί από τους ασφαλισμένους το δικαίωμα να εργάζονται και από τα Ταμεία να λαμβάνουν έστω αυτά τα χρήματα που μπορούν οι οικονομικά αδύνατοι ασφαλισμένοι να διαθέτουν.

Τέλος, υποτίθεται ότι το όλον ζήτημα της κοινωνικής ασφάλισης ανάγεται στο … Κράτος που μεριμνά γι’ αυτήν. Αν αυτό είναι… κοινωνική ασφάλιση και μέριμνα τότε δεν απομένει να πούμε τίποτε περισσότερο…

Η Αρχή της φορολογικής (και εισφοροδοτικης) ισότητας η κατίσχυση της έναντι οιασδήποτε κακώς η αορίστως εννοούμενης έννοιας δημοσίου συμφέροντος.

Στα πλαίσια του Ελληνικού Συντάγματος, το οποίο δεν κατοχυρώνει συγκεκριμένο φορολογικό KAI ΕΙΣΦΟΡΟΔΟΤΙΚΟ σύστημα, η φορολογική ΚΑΙ ΕΙΣΦΟΡΟΔΟΤΙΚΗ ισότητα ως ειδικότερη μορφή της καθιερωμένης στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συν/τος αρχή της νομικής ισότητας, κατοχυρώνεται τόσο ως τυπική όσο και ως ουσιαστική νομική ισότητα.

Ο αναλογικός χαρακτήρας της νομικής ισότητας επιβάλλει στην περίπτωση της φορολογικής και εισφοροδοτικης ισότητας,  την διαφοροποιούμενη ευνοϊκότερη ή δυσμενέστερη νομική μεταχείριση της διαφορετικής οικονομικής δυνατότητας και επιβάλλει την κατανομή των φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών με βάση τη φοροδοτική ικανότητα εκάστου, η οποία λαμβάνεται υπ’ όψιν όχι μόνο με βάση το κριτήριο της περιουσίας αλλά γενικότερα με βάση την οικονομική δύναμη κάθε πολίτη.

Εν ολίγοις κατά κανένα τρόπο δεν εξυπηρετείται ΚΑΝΕΝΑ ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ μέσα από την υπερχρέωση επαγγελματιών ΠΟΥ ΑΠΟΔΕΔΕΙΓΜΕΝΑ δεν έχουν εισοδήματα που ΝΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΥΝ ΕΠΙΒΟΛΗ ΣΕ ΑΥΤΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΙΣΦΟΡΩΝ.

Κανένα δημόσιο συμφέρον δεν εξυπηρετείται από την οιονεί άρνηση άσκησης επαγγέλματος των νέων της χώρας από την υπεροφορολογηση και υπερεισφορολογηση τους και την υπερχρέωση τους στο κράτος και τα ταμεία.

Είναι αυτονόητο ότι ο ως άνω συντελούμενος  επαγγελματικός και οικονομικός στραγγαλισμός των νέων της χώρας ΑΝΤΙΤΙΘΕΤΑΙ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ καθώς τους στερεί το δικαίωμα στην εργασία, την επιβίωση, την δημιουργία οικογενείας, την δημιουργία και την αξιοπρέπεια.

 

                                          ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ

Είναι αντισυνταγματική η υποχρέωση σε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών με κριτήρια υπολογισμού του ύψους αυτών τον μισθό του εφέτη, το ετήσιο ποσοστό αύξησης των δημοσίων υπαλλήλων ή τα χρόνια άσκησης επαγγέλματος, καθώς δεν έχουν καμιά σχέση με το εισόδημα και την περιουσιακή κατάσταση, που είναι και τα μόνα και τα ουσιαστικά κριτήρια τα οποία μπορούν να προσδώσουν (η μη) εισφοροδοτικη ικανότητα.

Είναι αντισυνταγματική η κατάργηση του αφορολογήτου ορίου, αυτό εξακολουθεί να είναι για τη χώρα μας το πόσο των 12.000 ευρώ, στην έννοια της φοροδοτικής ικανότητας συμπεριλαμβάνεται και η εισφοροδοτικη ικανότητα, σε κάθε περίπτωση η εισφοροδοτικη ικανότητα έχει κι αυτή κάποιο όριο, υπαγόμενη στο άρθρο 4.7 του Συντάγματος.

Η διατύπωση της διάταξης του άρθρου 22 παρ. 1 , 2 και 3 του ν.2084/1992  σε συσχετισμό με τις μελλοντικές και από αυτήν εξαρτώμενες νομοθετικές διατάξεις, εγκυκλίους κλπ υπερβαίνουν τα ανεκτά όρια δικαιολογημένης, σαφούς και αναλογικής νομοθέτησης, είναι ΠΑΝΤΕΛΩΣ ΑΟΡΙΣΤΕΣ, όσο και αν ψάξει κανείς ΔΕΝ ΔΥΝΑΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΤΗΝ ΣΕΙΡΑ ΕΙΔΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΠΟΥ ΑΥΞΗΣΑΝ ΔΙΑΔΟΧΙΚΑ ΤΙΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΑΠΟ ΤΟ 1992 ΚΑΙ ΜΕΤΑ.

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΤΗΝ ΦΥΣΙΚΗ ΕΠΙΒΙΩΣΗ,  ΤΗΝ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ, ΤΗΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗ,  ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ, ΤΗΝ ΕΝΔΥΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΤΕΓΑΣΗ ΠΡΟΕΧΕΙ ΑΠΟ την υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, ΣΤΗΝ ΔΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΟΥ ΤΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΚΑΠΟΙΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΑΡΚΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΩΤΑ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ  ΑΠΑΛΛΑΣΣΕΤΑΙ ΤΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ, ΜΕ ΜΟΝΗ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΗΝ ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟ ΜΕΡΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΑΒΑΛΛΕΙ ΚΑΙ ΑΝΕΥ ΑΛΛΗΣ ΣΥΝΕΠΕΙΑΣ.

Πρέπει να τεθεί ένα εύλογο οικονομικό όριο το όποιο να  προφυλάσσει τον εργαζόμενο / ασφαλισμένο από την ασυδοσία του εκαστοτε Υπουργού Κοινωνικής Ασφάλισης που στην ουσία διοικεί τα Ταμεία.

Εξυπακούεται τέλος ότι η χορήγηση ενημερότητας ως προϋπόθεση θεώρησης βιβλίων, οι προσαυξήσεις & τόκοι επί εισφορών και αναγκαστικά μέτρα είσπραξης είναι απαράδεκτα και αντισυνταγματικά έναντι των χαμηλού εισοδήματος/επί μακρόν ανέργων & υποαπασχολούμενων ελευθέρων επαγγελματιών.

click here for full version :

https://lawyalty.wordpress.com/2013/01/29/%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CF%85%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%AF%CE%B1-%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%83/

Ένταξη και των οφειλών στο δημόσιο στο πεδίο ρύθμισης του νόμου Κατσελη

Ετικέτες

, ,

Στις διατάξεις του νομου Κατσελη υπάγονται πλέον όλες οι οφειλές προς το Δημόσιο, και ειδικότερα στην εφορία, τα ασφαλιστικά ταμεία και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού.

Πρακτικά οι πολίτες που αποδεικνύουν ότι βρίσκονται ή θα βρεθούν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών κάθε είδους, θα μπορούν να «πακετάρουν» για μία και μοναδική φορά τα χρέη τους και να ζητούν από τα Ειρηνοδικεία προδικαστική ή δικαστική ρύθμιση για όλα.

Χρέη αποκλειστικά προς το δημόσιο δεν εμπίπτουν στο νόμο προς ρύθμιση.

Να σημειωθει εδω οτι η συγκεκριμενη αλλαγη ειχε προβλεφθει και προταθει απο το lawyalty.wordpress.com προ 3ετιας, σχεδον ακριβως οπως υλοποιηθηκε με τη διαφορα οτι κριναμε αναγκαια την αυτοτελη ρυθμιση των οφειλων στο δημοσιο, χωρις δηλαδη ο αιτων να εχει απαραιτητα οφειλες και σε ιδιωτες και τραπεζες, παραλειψη την οποια εκτιμουμε οτι ο νομοθετης η ο δικαστης θα καλυψει στο μελλον.

Εδω το κειμενο της προβλεψης της αναγκαιοτητας για «φορολογικα ειρηνοδικεια» :

https://lawyalty.wordpress.com/2013/03/10/%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%B7-%CE%AF%CE%B4%CF%81%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82-%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD-%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B7%CE%BD%CE%BF/

Aκολουθει ολο το πλαισιο των αλλαγων με την ενταξη των οφειλων του δημοσιου :

Απόσπασμα των σχετικών διατάξεων του ν. 4336/2015 «Συνταξιοδοτικές διατάξεις − Κύρωση του Σχεδίου Σύμβασης Οικονομικής Ενίσχυσης από τον ΕυρωπαϊκόΜηχανισμό Σταθερότητας και ρυθμίσεις για την υλοποίηση της Συμφωνίας Χρηματοδότησης» ΦΕΚ Α΄ 94/14.8.2015  σελ. 935-941

ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α.4: ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 3869 /2010

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ν. 3869/2010 ( Α’ 130)

«ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ »

Άρθρο 1

Εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων

  1. Το άρθρο 1 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4 επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο.

  1. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου εμπίπτει το σύνολο των οφειλών των προσώπων της παραγράφου 1 προς τους ιδιώτες. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου περιλαμβάνονται επίσης: α) οι βεβαιωμένες οφειλές στην Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν, β) οι βεβαιωμένες οφειλές προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α΄ και β΄ βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, συμπεριλαμβανομένων των οφειλών που προκύπτουν από εισφορά σε χρήμα ή την μετατροπή εισφοράς γης σε χρήμα των προς ένταξη ή και των ήδη ενταγμένων ιδιοκτησιών, σύμφωνα με το ν. 1337/1983 από φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και γ) ασφαλιστικές οφειλές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής. Τα αναφερόμενα στα στοιχεία α΄, β΄ και γ΄ πρόσωπα, δεν επιτρέπεται να συνιστούν το σύνολο των πιστωτών του αιτούντος και οι οφειλές του προς αυτά υποβάλλονται σε ρύθμιση κατά τον παρόντα νόμο μαζί με τις οφειλές του προς τους ιδιώτες πιστωτές.
  2. Στην διαδικασία ρύθμισης του νόμου δύνανται να υπαχθούν οφειλές του εδαφίου β’ της παραγράφου 2 οι οποίες: α) έχουν γεννηθεί ένα έτος πριν από την κατάθεση της αίτησης και β) βεβαιώνονται στη Φορολογική Διοίκηση μετά από παραίτηση από την άσκηση του δικαιώματος ή και του δικογράφου οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος ή μέσου ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον διοικητικής αρχής μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης αίτησης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου κατά τον παρόντα νόμο. εφόσον οι υποθέσεις εκκρεμούν ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων και διοικητικών αρχών και δεν έχουν ακόμη συζητηθεί.

Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου δύνανται κατ’ επιλογήν του οφειλέτη να υπαχθούν επίσης οι οφειλές του, οι οποίες κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως του οφειλέτη για την υπαγωγή στην διαδικασία του παρόντος νόμου, τελούν σε αναστολή διοικητική, δικαστική ή εκ του νόμου ή έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, η οποία είναι σε ισχύ.

  1. Δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου οι οφειλές, οι οποίες: είτε α) έχουν αναληφθεί ή βεβαιωθεί το τελευταίο έτος πριν την κατάθεση της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4, είτε β) δημιουργήθηκαν από αδίκημα που τελέσθηκε από τον οφειλέτη με δόλο ή βαρεία αμέλεια, είτε γ) συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, είτε δ) αφορούν στην υποχρέωση διατροφής συζύγου ή ανηλίκου τέκνου. Ο περιορισμός του εδαφίου α΄ στοιχείο α΄ δεν ισχύει όσον αφορά τις οφειλές του εδαφίου β’ της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.»
  2. Στο άρθρο 2 του ν. 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 4α ως εξής:

«4.α. Το Δημόσιο, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης α΄ και β΄ βαθμού (Ο.Τ.Α.), τα νομικά πρόσωπα αυτών και οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης υποχρεούνται κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος του οφειλέτη να παραδώσουν σε αυτόν εντός της ανωτέρω προθεσμίας αναλυτική κατάσταση: α) των βεβαιωμένων οφειλών στην Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦ.Δ.). τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), αναλυόμενες σε κεφάλαιο, προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, αναφέροντας και το επιτόκιο εκπρόθεσμης καταβολής, β) των βεβαιωμένων οφειλών προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α’ και β’ βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών, όπως περιγράφονται στην παρ. 2 εδάφιο β΄ στοιχείο β΄: του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, αναλυόμενες σε κεφάλαιο, προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, γ) των βεβαιωμένων ασφαλιστικών οφειλών προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης.»

3 Η παρ. 1 του άρθρου 4 του ν 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής.

«1 .Για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου, συνοδευόμενη από τα έγγραφα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, Η αίτηση του οφειλέτη πρέπει να αναφέρει: α) την περιουσιακή κατάσταση του ιδίου και του συζύγου και τα πάσης φύσεως εισοδήματά τους , β) τους πιστωτές του και τις απαιτήσεις τους, αναλυόμενες σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 4 και 4α του άρθρου 2 του παρόντος νόμου, γ) τυχόν μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων του επί ακινήτων, στις οποίες ο οφειλέτης προέβη την τελευταία τριετία πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, δ) τυχόν αίτημα για διαγραφή των χρεών του κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5° του παρόντος νόμου ή σχέδιο για την διευθέτηση των οφειλών του, που λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τα συμφέροντα των πιστωτών, την περιουσία, τα εισοδήματα και τις δαπάνες διαβίωσης του ιδίου και της οικογενείας του και την προστασία της κύρια κατοικίας του σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του παρόντος νόμου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας Ανταγωνιστικότητας, Ναυτιλίας και Τουρισμού, Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης που θα εκδοθεί εντός ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, προσδιορίζονται ο τύπος της αίτησης της παρούσας παραγράφου με τυποποιημένα υποδείγματα και τα απαιτούμενα συνοδευτικά έγγραφα και δικαιολογητικά.»

  1. Η παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Η αίτηση της παραγράφου 1 πρέπει να συνοδεύεται από: α) τα έγγραφα που ο οφειλέτης έχει στη διάθεσή του και αφορούν στην περιουσία και τα εισοδήματά του ιδίου και του συζύγου, στα κάθε φύσης εισοδήματα του, στους πιστωτές του και τις απαιτήσεις τους, β) έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του οφειλέτη όσον αφορά την ορθότητα του περιεχομένου της αιτήσεως της παραγράφου 1. Η παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 2 του ν. 2479/1997 (Α’ 67) εφαρμόζεται και για την υπεύθυνη δήλωση του προηγούμενου εδαφίου.»

  1. Η παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Με την παραλαβή και πρωτοκόλληση της αίτησης και των εγγράφων της παραγράφου 2, η γραμματεία του ειρηνοδικείου, προβαίνει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και το αργότερο εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την παραλαβή της στον τυπικό έλεγχο αυτής, όσον αφορά την πληρότητα του περιεχόμενου της και των εγγράφων που τη συνοδεύουν και την καταβολή από τον αιτούντα κάθε τέλους που προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία ως προϋπόθεση για το παραδεκτό της συζήτησης της αίτησης. Με την κατάθεση της αίτησης ανοίγει στο αρμόδιο δικαστήριο φάκελος του οφειλέτη στον οποίο τοποθετούνται με μέριμνα της γραμματείας όλα τα έγγραφα και στοιχεία που αφορούν στην αίτησή του.»

  1. Στο άρθρο 4 του ν. 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:

«4. Εφόσον από τον ανωτέρω έλεγχο δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε έλλειψη όσον αφορά το περιεχόμενο της αίτησης, τα συνοδευτικά αυτής έγγραφα ή την καταβολή των απαραίτητων για τη συζήτηση της αίτησης τελών, όπως αυτά προσδιορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, η αίτηση του οφειλέτη εισάγεται άμεσα προς προσδιορισμό δικασίμου για την συζήτηση της κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 13 του παρόντος νόμου. Εφόσον κατά τον ανωτέρω έλεγχο διαπιστώθηκε ότι η αίτηση, τα προσκομισθέντα έγγραφα και δικαιολογητικά δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου ή δεν είναι ακριβή και πλήρη, η γραμματεία του δικαστηρίου προσκαλεί τον αιτούντα, είτε εγγράφως είτε μέσω τηλεομοιοτυπίας ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου να προβεί στις αναγκαίες διευκρινίσεις, διορθώσεις ή συμπληρώσεις της αίτησης, των δικαιολογητικών και των συνοδευτικών εγγράφων, εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την λήψη της σχετικής πρόσκλησης, μετά την άπρακτη παρέλευση της οποίας ο φάκελος της αίτησης τίθεται στο αρχείο. Η ανωτέρω προθεσμία δύναται να παραταθεί μέχρι ένα (1) μήνα, εφόσον αυτό επιβάλλεται από τις συνθήκες και το είδος των στοιχείων που πρέπει να συμπληρωθούν. Μέχρις ότου συμπληρωθούν οι ελλείψεις που επισημάνθηκαν από την γραμματεία του δικαστηρίου δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία της κατάθεσης της αίτησης και δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός δικασίμου για την συζήτησή της.»

  1. Η παράγραφος 5 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«5. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης του οφειλέτη προσδιορίζεται υποχρεωτικώς εντός έξι (6) μηνών από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της κατάθεσής της. Ο οφειλέτης πρέπει εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αιτήσεώς του να επιδώσει αντίγραφο αυτής στους πιστωτές και τους εγγυητές του. Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αίτησης προσδιορίζεται επίσης η ημέρα επικύρωσης, κατά την οποία είτε επικυρώνεται ο ενδεχόμενος προδικαστικός συμβιβασμός από τον Ειρηνοδίκη είτε συζητείται αι ενδεχόμενο αίτημα για την έκδοση προσωρινής διαταγής και τη λήψη προληπτικών μέτρων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 781 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Η ημέρα επικύρωσης προσδιορίζεται υποχρεωτικώς εντός δύο (2) μηνών από την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αίτησης .Η ημέρα συζήτησης της αιτήσεως του άρθρου 5α προσδιορίζεται υποχρεωτικώς εντός δύο (2) μηνών από την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αίτησης. Μέχρι την ημέρα της επικύρωσης ή της συζήτησης της αναστολής ή της συζήτησης της αιτήσεως του άρθρου 5α απαγορεύεται η λήψη καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη όσον αφορά τις απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν περιληφθεί στην αίτηση του και η μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του.»

  1. Η παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«6. Από την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αίτησης και εφεξής: α) ο οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει συμμέτρως προς τους πιστωτές του στις μηνιαίες καταβολές που ορίζονται στο εδάφιο γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, β) αναστέλλεται μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως η παραγραφή των απαιτήσεων των πιστωτών που έχουν συμπεριληφθεί στην αίτηση του οφειλέτη, σύμφωνα με την παράγραφο 1 και γ) επέρχεται η λύση της μέχρι τότε ισχύουσας ρύθμισης ή διευκόλυνσης ή τμηματικής καταβολής των οφειλών του εδαφίου β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 1, οι οποίες κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως του οφειλέτη για την υπαγωγή στην διαδικασία του παρόντος νόμου, τελούν σε αναστολή διοικητική, δικαστική ή εκ του νόμου ή έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου.»

  1. Στην παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010 προστίθεται εδάφιο στ΄ ως εξής:

«Η απόφαση περί επικύρωσης ανακαλείται ή μεταρρυθμίζεται κατά το άρθρο 758 ΚΠολΔ».

  1. Η παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3859/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 5α του παρόντος νόμου αν δεν επέλθει συμβιβασμός και επικύρωση ο ειρηνοδίκης αποφασίζει κατά την ημέρα επικύρωσης, κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη ή ενός εκ των πιστωτών που αναφέρονται στην αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως για κάθε ζήτημα που χρήζει προσωρινής ρυθμίσεως σύμφωνα με τα άρθρα 745, 751 και 781 ΚΠολΔ, και ιδίως για την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του και το ύψος των μηνιαίων δόσεων που ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλλει προς τους πιστωτές που έχουν συμπεριληφθεί στην αίτηση. Για τη χορήγηση της ανωτέρω προσωρινής διαταγής, ο ειρηνοδίκης πιθανολογεί μεταξύ άλλων: α) το παραδεκτό της αιτήσεως του οφειλέτη, β) την πλήρωση των προϋποθέσεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, γ) την τήρηση της προδικασίας της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, δ) την ανάγκη προστασίας του δικαιώματος, στην εξασφάλιση του οποίου αποβλέπει η προσωρινή διαταγή και το επείγον αυτής.

Η χρονική ισχύς της ανωτέρω προσωρινής διαταγής δεν μπορεί να υπερβαίνει σε διάρκεια τους έξι (6) μήνες, συνυπολογιζόμενης και της περιόδου αναστολής άσκησης καταδιωκτικών μέτρων, αρχομένης από την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αίτησης ή εφόσον η συζήτηση της κύριας αιτήσεως έχει προσδιορισθεί σε βραχύτερο χρόνο, έως την ημέρα συζήτησης της κύριας αιτήσεως του οφειλέτη,

Η προσωρινή διαταγή ανακαλείται ή μεταρρυθμίζεται κατά το άρθρο 781 ΚΠολΔ.»

  1. Στο άρθρο 5 του ν 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:

«3. Το ποσό των μηνιαίων δόσεων που διατάσσονται με την προσωρινή διαταγή της παραγράφου 2 καταβάλλεται συμμέτρως προς τους πιστωτές, Οι μηνιαίες καταβολές από την κατάθεση της αίτησης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης, συνυπολογίζονται στο χρονικό διάστημα καταβολών του άρθρου 8 παράγραφος 2. Ο καθορισμός του ποσού των τελευταίων ενήμερων μηνιαίων καταβολών πρέπει να εξασφαλίζει τη δυνατότητα κάλυψης ευλόγων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία, και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, ωστόσο το ανωτέρω ποσό δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 10% των μηνιαίων δόσεων που ο αϊτών όφειλε να καταβάλει σε όλους τους δανειστές μέχρι την κατάθεση της αίτησης. Κάθε ποσό που υπολείπεται μετά την αφαίρεση του ποσού που καλύπτει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης του αιτούντος και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, διανέμεται συμμέτρως στους πιστωτές. Σε κάθε περίπτωση, το ελάχιστο συνολικό ποσό καταβολής στους δανειστές δεν μπορεί να υπολείπεται των σαράντα (40) ευρώ μηνιαίως. Εξαίρεση από τα οριζόμενα στα εδάφια 2, 3 και 4 επιτρέπεται μόνον εφόσον ο αϊτών πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 παράγραφος 5 του παρόντος νόμου, οπότε είναι δυνατός ο προσδιορισμός της μηνιαίας δόσεως σε ποσό που υπολείπεται των ανωτέρω ορίων ή και ο ορισμός μηδενικών δόσεων.»

  1. Στο άρθρο 5 του ν 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής.

«4. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερεί υπαιτίως την καταβολή των δόσεων που ορίζονται από τον ειρηνοδίκη, σύμφωνα με την παράγραφο 2, με συνέπεια το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικώς την αξία τριών μηνιαίων δόσεων, ο ειρηνοδίκης ή το κατά περίπτωση αρμόδιο δικαστήριο διατάσσει την ανάκληση της προσωρινής διαταγής με την οποία ορίστηκε η καταβολή των δόσεων, ή την ανάκληση κάθε άλλου προληπτικού ή ανασταλτικού μέτρου, Η αίτηση του πιστωτή για την ανάκληση κατατίθεται στο το αργότερο εντός τεσσάρων μηνών από τη δημιουργία του λόγου ανάκλησης. Κάθε κλήτευση πραγματοποιείται προ δέκα ημερών.»

  1. Στο ν. 3869/2010 προστίθεται άρθρο 5α με τον υπότιτλο «Ταχεία Διευθέτηση Μικροοφειλών» ως εξής:

«Άρθρο 5α

Ταχεία Διευθέτηση Μικροοφειλών

  1. Εφόσον ο οφειλέτης αποδεικνύει σωρευτικώς ότι:

α) κατά την ημέρα υποβολής της αίτησης και της επικύρωσης δεν διαθέτει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία και δεν έχει προβεί σε πράξη διάθεσης ακίνητης περιουσίας κατά την τελευταία τριετία πριν από την κατάθεση της αίτησης, β) τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία του είτε ως δικαιούχου είτε ως συνδικαιούχου. συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων του σε πιστωτικά ιδρύματα δεν υπερβαίνουν σε αξία το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, γ) οι οφειλές που περιλαμβάνονται στην αίτηση του κατά το άρθρο 4 παράγραφος 1 του παρόντος νόμου συνιστούν το σύνολο των υποχρεώσεων του οφειλέτη, γ) το ύψος των υπό β’ οφειλών του δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ. συμπεριλαμβανομένων τόκων, εξόδων και πάσης φύσεως προσαυξήσεων δ) οι περιλαμβανόμενες στην αίτηση οφειλές δεν είναι εξαιρετέες από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 1, ε) δεν υπάρχουν εμπραγμάτως ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ασφαλισμένοι πιστωτές, στ) τα πάσης φύσεως εισοδήματα του οφειλέτη καθ’ όλη τη διάρκεια του τελευταίου έτους πριν από την ημέρα της επικύρωσης είναι μηδενικά και ζ) είναι συνεργάσιμος σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας που θεσπίστηκε με Απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος – Ευρωσύστημα Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (Β’ 2289/27.8.2014), ο ειρηνοδίκης δύναται κατόπιν σχετικού αιτήματος του οφειλέτη και εφόσον οι δανειστές που περιλαμβάνονται στην αίτηση δεν αμφισβητούν, κατά το χρόνο της συζήτησης της αιτήσεως. τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων, να διατάξει, δικάζοντας κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, την προσωρινή απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη που περιλαμβάνονται στην αίτηση.

  1. Η προσωρινή απαλλαγή του οφειλέτη κατά την ανωτέρω παράγραφο χορηγείται για διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών. Από της εκδόσεως της δικαστικής αποφάσεως της παραγράφου 1 και για όσο χρόνο διαρκεί η προσωρινή απαλλαγή του οφειλέτη αναστέλλονται το πάσης φύσεως ατομικά καταδιωκτικά μέτρα εναντίον του.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 938 ΑΚ επ. περί καταδολίευσης δανειστών και εφόσον κατά τη διάρκεια ισχύος της προσωρινής απαλλαγής δεν μεταβληθούν οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, αφού παρέλθει διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών, ο οφειλέτης απαλλάσσεται από το υπόλοιπο των χρεών του σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 του ν. 3869/2010. Κατά τη διάρκεια του ανωτέρω διαστήματος, ο οφειλέτης υποχρεούται να ενημερώνει οποτεδήποτε καταστεί αναγκαίο, και σε κάθε περίπτωση το αργότερο ανά τρίμηνο, από την ημερομηνία εκδόσεως της δικαστικής αποφάσεως της παραγράφου 1, τη γραμματεία του ειρηνοδικείου στην οποία τηρείται ο φάκελος του, για οποιαδήποτε μεταβολή της προσωπικής περιουσιακής του κατάστασης και των πάσης φύσεων εισοδημάτων του ιδίου και της οικογενείας του. Σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης της ανωτέρω υποχρέωσης, ή σε περίπτωση που ο οφειλέτης παραλείψει υπαιτίως να ενημερώσει ειλικρινώς τον φάκελο του σε σχέση με τα στοιχεία που αφορούν την περιουσιακή του κατάσταση και τα πάσης φύσεως εισοδήματα του ιδίου και της οικογενείας του, τότε με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον ενώπιον του αρμοδίου ειρηνοδικείου, η οποία δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ο οφειλέτης κηρύσσεται έκπτωτος από το καθεστώς προσωρινής απαλλαγής και αίρεται η αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων εναντίον του.

  1. Σε περίπτωση μεταβολής της περιουσιακής ή εισοδηματικής κατάστασης του οφειλέτη κατά τη διάρκεια της προσωρινής απαλλαγής, είναι δυνατόν με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον ενώπιον του αρμοδίου ειρηνοδικείου, η οποία δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ο οφειλέτης να κηρυχθεί έκπτωτος από το καθεστώς προσωρινής απαλλαγής και να αρθεί η αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων εναντίον του, εφόσον αυτό δικαιολογείται από την μεταβολή της περιουσιακής ή εισοδηματικής του κατάστασης.
  2. Στις περιπτώσεις της παρούσας παραγράφου, τυχόν υποβολή νέου αιτήματος από τον οφειλέτη κατά τον παρόντα νόμο δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 8 παράγραφος 1 εδάφιο δ’, εφόσον δεν πρόκειται για υποβολή νέου αιτήματος στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου.»
  3. Η παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Μετά τη συζήτηση ενώπιον του ειρηνοδίκη κατά την ημέρα επικύρωσης και εφόσον δεν έχει εκδοθεί προσωρινή διαταγή κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, ο οφειλέτης ή κάθε άλλος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας που έχει ξεκινήσει κατά του οφειλέτη. Η αναστολή χορηγείται για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή, εφόσον η συζήτηση της κύριας αιτήσεως έχει προσδιορισθεί σε βραχύτερο χρόνο, έως την ημέρα συζήτησης της κύριας αιτήσεως. Η ισχύς της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων δεσμεύει όλους τους πιστωτές που έχουν περιληφθεί στην αίτηση σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου, ανεξαρτήτως εάν αυτοί έχουν εκκινήσει ή όχι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος του οφειλέτη. Η αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας διατάσσεται από το αρμόδιο δικαστήριο εφόσον αυτό πιθανολογεί: α) την ευδοκίμηση της κύριας αίτησης και β) την πρόκληση ουσιώδους βλάβης στα συμφέροντα του αιτούντος.»

  1. Η παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Πριν από την έναρξη της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, η οποία δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της. Η ισχύς της αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή, εφόσον η συζήτηση της κύριας αιτήσεως έχει προσδιορισθεί σε βραχύτερο χρόνο, την ημέρα συζήτησης της κύριας αιτήσεως του οφειλέτη. Η ισχύς της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων δεσμεύει όλους τους πιστωτές που έχουν περιληφθεί στην αίτηση του οφειλέτη, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου. Το δικαστήριο διατάσσει τα ασφαλιστικά μέτρα εφόσον πιθανολογεί ότι: α) η κύρια αίτηση θα ευδοκιμήσει και β) επίκειται μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της, ουσιωδώς επιζήμια για τους πιστωτές.»

  1. Το εδάφιο α’ της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Οι απαιτήσεις των ιδιωτών πιστωτών που είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα συνεχίζουν να εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως με επιτόκιο ενήμερης οφειλής.»

  1. Το εδάφιο α΄ της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής.

«Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου.»

  1. Το άρθρο 9 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 9

Διαδικασία ρευστοποίησης περιουσίας – Προστασία κύριας κατοικίας

  1. Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών, ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής. Εκκαθαριστής μπορεί να ορίζεται το πρόσωπο που προτείνουν πιστωτές οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία των πιστώσεων ή πρόσωπο από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων που προβλέπεται στο άρθρο 371 του ΚΠολΔ. Έργο του εκκαθαριστή είναι αυτό που προσδιορίζεται ειδικά με την απόφαση του διορισμού του και, σε κάθε περίπτωση, η διαχείριση της περιουσίας του οφειλέτη, η διασφάλισή της σε όλο το νόμιμο ύψος της χάριν των πιστωτών, η πρόσφορη εκποίησή της, η προνομιακή ικανοποίηση των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο εκποιούμενο πράγμα και η σύμμετρη ικανοποίηση των ανέγγυων πιστωτών. Οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα περί συνδίκου εφαρμόζονται αναλόγως και στον εκκαθαριστή. Από τη ρευστοποιήσιμη περιουσία του οφειλέτη, εξαιρούνται τα πράγματα που ορίζονται ως ακατάσχετα, σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 953 του ΚΠολΔ. Οι απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ΚΠολΔ.
  2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που εκδίδεται σε ένα μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος, καθορίζονται τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να εξαιρεθεί η κυρία κατοικία του από τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, ιδίως ως προς την αντικειμενική αξία του ακινήτου το ύψος του συνόλου των οφειλών κατά το χρόνο ολοκλήρωσης της κατάθεσης της αίτησης και το μικτό ετήσιο οικογενειακό εισόδημα του οφειλέτη.

Η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή, σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, και χωρίς ανατοκισμό. Οι απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται συμμέτρως από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο. Για τον προσδιορισμό της περιόδου τοκοχρεολυτικής εξόφλησης της οριζόμενης συνολικής οφειλής λαμβάνεται υπόψη η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη. Η περίοδος πάντως αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι έτη, εκτός αν η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη ήταν μεγαλύτερη των είκοσι ετών, οπότε ο Ειρηνοδίκης δύναται να προσδιορίσει μεγαλύτερη διάρκεια, η οποία πάντως δεν υπερβαίνει τα τριάντα πέντε έτη.

  1. Η μη τήρηση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή της παραγράφου αυτής, επιτρέπει στον πιστωτή να κινήσει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη και της μοναδικής κατοικίας του. Καταγγελία της ρύθμισης της παραγράφου 2 επιτρέπεται εφόσον ο οφειλέτης καθυστερεί υπαιτίως την καταβολή τεσσάρων διαδοχικών μηνιαίων δόσεων ετησίως ή καθυστερεί την καταβολή δόσεων της ρύθμισης, έτσι το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικώς την αξία τεσσάρων (4) μηνιαίων δόσεων ετησίως. Για τον υπολογισμό του έτους στο προηγούμενο εδάφιο λαμβάνεται ως αφετηρία ο χρόνος έκδοσης της αποφάσεως που διατάσσει την καταβολή των δόσεων κατά το παρόν άρθρο. Αν ο οφειλέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, τότε οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία. Η προστασία του ακινήτου, σύμφωνα με τα προηγούμενα, ισχύει και εφόσον ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο επ’ αυτών.
  2. Εφόσον οι μηνιαίες καταβολές της παραγράφου 2 του άρθρου 8 πραγματοποιούνται πριν τη διανομή του τιμήματος από την πώληση του ακινήτου, οι προνομιούχοι ή ενυπόθηκοι δανειστές συντρέχουν σε αυτές στο σύνολο των απαιτήσεων τους, εφαρμοζομένων των διατάξεων των άρθρων 159 και 160 του Πτωχευτικού Κώδικα ως ισχύει.
  3. Σε περίπτωση που οι, κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010, πραγματοποιηθείσες καταβολές στους πιστωτές υπολείπονται αυτών που ορίζονται με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου κατά τα άρθρα 8 παράγραφος 2 ή 9 παράγραφος 2, ο οφειλέτης υποχρεούται να εξοφλήσει το ποσό της διαφοράς που υπολείπεται. Το ποσό που προκύπτει αποπληρώνεται εντόκως μέσα σε ένα έτος από τη λήξη των καταβολών του άρθρου 8 παράγραφος 2 και του άρθρου 9 παράγραφος 2 με επιτόκιο αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τραπεζας, προσαυξημένο κατά δυόμισι εκατοστιαίες μονάδες.»
  4. Στο άρθρο 10 του ν. 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:

«4. Ο οφειλέτης υποχρεούται καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας του παρόντος νόμου να επιδεικνύει τη συμπεριφορά συνεργάσιμου δανειολήπτη υπό την έννοια της Απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος – Ευρωσύστημα Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ 2287/27.8.2014) σε σχέση με τους συνερνάσιμους δανειολήπτες.»

  1. Στο άρθρο 13 του ν. 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής

«3. Στα Ειρηνοδικεία της Επικράτειας αναπτύσσεται και τηρείται Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα (Ο.Π.Σ.) Αιτήσεων και φακέλων, στο οποίο καταγράφονται όλα τα στοιχεία των αιτήσεων και η πορεία των υποθέσεων. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφανειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι λεπτομέρειες ανάπτυξης και λειτουργίας του Ο.Π.Σ..»

  1. Στο άρθρο 13 του ν. 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:

«4. Με ευθύνη και πρωτοβουλία της Γραμματείας των Ειρηνοδικείων τόσον οι ήδη εκκρεμείς αιτήσεις του παρόντος νόμου όσο και οι αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, κατηγοριοποιούνται ανάλογα με: α) το ύψος των οφειλών και β) το ύψος της περιουσίας και των εισοδημάτων του οφειλέτη. Οι σημαντικότερες με βάση τα ανωτέρω κριτήρια αιτήσεις προσδιορίζονται κατά προτεραιότητα όσον αφορά τη συζήτησή τους. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.»

Άρθρο 2

Μεταβατικές διατάξεις

  1. Οι οφειλέτες των οποίων η κύρια αίτηση εκκρεμεί κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του παρόντος νόμου υποχρεούνται εντός έξι (6) μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου και εφόσον μέχρι τότε δεν έχει λάβει χώρα συζήτηση της αιτήσεώς τους, να υποβάλουν στη γραμματεία του δικαστηρίου όπου τηρείται ο φάκελος της αιτήσεώς τους, επικαιροποιημένα τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 Η υπαίτια παράλειψης του οφειλέτη να ενημερώσει τα ανωτέρω στοιχεία του φακέλου θεωρείται παράβαση του καθήκοντος ειλικρινούς δηλώσεως του άρθρου 10 του ν. 3869/2010.
  2. Εφόσον στο πλαίσιο της εκκρεμούσας αιτήσεως έχει εκδοθεί προσωρινή διαταγή, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 5 ή απόφαση ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010, η οποία εξακολουθεί μετά την παρέλευση της προθεσμίας της παραγράφου 1, καθένας από τους διαδίκους έχει δικαίωμα να ζητήσει την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της υφιστάμενης προσωρινής διαταγής ή απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον τούτο δικαιολογείται με βάση τα επικαιροποιημένα στοιχεία που κατέθεσε το οφειλέτης.
  3. Οφειλέτες που έχουν ήδη υποβάλει αιτήσεις υπαγωγής στις διατάξεις της παρούσας ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α.4, οι υποθέσεις των οποίων δεν έχουν συζητηθεί ή για τις οποίες δεν έχει επέλθει συμβιβασμός με τους πιστωτές τους, δύνανται να επανυποβάλλουν αιτήσεις προκειμένου να υπαχθούν στις διατάξεις του ν. 3869/2010, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 1 του παρόντος νόμου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας, Ναυτιλίας και Τουρισμού και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που θα εκδοθεί εντός ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, προσδιορίζονται ο τύπος της αίτησης της παραγράφου 2 του άρθρου

4 του ν. 3869/2010 με τυποποιημένα υποδείγματα και τα απαιτούμενα συνοδευτικό έγγραφα και δικαιολογητικά.

  1. Εντός τεσσάρων (4) μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου, κάθε διάδικος δύναται να ζητήσει με κλήση, ατελώς, να επαναπροσδιοριστεί υπόθεση που είχε προσδιοριστεί πέραν της τριετίας από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου, σε συντομότερη δικάσιμο. Μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας, επαναπροσδιορίζεται αυτεπαγγέλτως εντός τριετίας από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου το σύνολο των υποθέσεων, οι οποίες έχουν ήδη προσδιοριστεί πέραν της τριετίας, αρχίζοντας από αυτές που έχουν προσδιοριστεί συντομότερα με προτίμηση στις σημαντικότερες, σύμφωνα με την παράγραφο 6, υποθέσεις. Ο ορισμός συντομότερης δικασίμου γίνεται ατελώς για τον αιτούντα. Η πράξη προσδιορισμού δικασίμου κοινοποιείται είτε με επίδοση από δικαστικό επιμελητή είτε με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο, ιδίως τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονική αλληλογραφία στον πληρεξούσιο δικηγόρο ή στον διάδικο. Η γραμματεία του δικαστηρίου υποχρεούται να αναρτά κάθε μήνα σε πίνακα ανακοινώσεων έγγραφο, από το οποίο προκύπτουν οι επαναπροσδιοριζόμενες υποθέσεις, καθώς και η αρχική και η νεότερη δικάσιμος. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.
  2. Οι διατάξεις του άρθρου 1 της παρούσας ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α 4 καταλαμβάνουν τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του.
  3. Έως την έκδοση της απόφασης του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, όπως αντικαθίσταται από την παράγραφο 18 του άρθρου 1 της παρούσας ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α4, εξακολουθεί να εφαρμόζεται η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του καταργούμενου άρθρου.

Δείτε επίσης:

Το αρχικό κείμενο του ν. 3869/2010

Το κείμενο του ν. 4161/2013 που τροποποίησε το ν. 3869/2010 τον Ιούνιο του 2013

Αντιπαραβολή των διατάξεων του αρχικού κειμένου του ν. 3869/10 και των τροποποιήσεων που επήλθαν με τον. 4161/2013

Εδώ μπορείτε να κατεβάσετε σε pdf όλα τα κείμενα που αφορούν το ν. 3869/2010 μέχρικαι την τροποποίησή του με τον. 4161/2013

ΠΗΓΗ :  http://spyridonadamnet.blogspot.gr/2015/08/2015-38692010-130-43362015-941482015.html#ixzz3iq8gdh8G

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 211 ακόμα followers