Ανυπαρξία φοροδοτικής ικανότητας ισον ανυπαρξία εισφοροδοτικής ικανότητας (Short Version).

Επιλεγμένα

Ετικέτες

,

Η μεγαλύτερη  νομική ερεύνα επί του ασφαλιστικού ζητήματος της Ελλάδας, αυτή τη φορά όμως ιδωμένο από τη σκοπιά του ασφαλισμένου  ελεύθερου  επαγγελματία.

Του Κωνσταντίνου Παπακασόλα, δικηγόρου Αθηνών.

Συνοπτική έκθεση των τιθέμενων νομικών ζητημάτων:

To παλαιό αφορολόγητο των 12.000 ευρώ υπήρξε επί μακρόν η νομω εκπεφρασμένη υλοποίηση του άρθρου 4.5 του Συντάγματος απαίτηση  «να συνεισφέρουν οι Έλληνες στα βάρη  ΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕ ΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΟΥΣ». Την απαίτηση αυτή  αντισυνταγματικά  κατάργησαν οι μνημονιακες κυβερνήσεις.

____400

Στην έννοια των «βαρών» δεν ανήκουν μόνο οι φόροι, αλλά ΠΡΟΦΑΝΩΣ και οι ασφαλιστικές εισφορές, οι οποίες, είτε θεωρήσουμε ότι καταβάλλονται υπέρ των ιδίων των ασφαλισμένων – είτε υπέρ των σημερινών συνταξιούχων (σύστημα γενεών) στην μεν πρώτη περίπτωση έχουμε το δικαίωμα της μονομερούς αρνήσεως πληρωμής τους, αρνούμενοι την συνταξιοδότηση, στη δε δεύτερη περίπτωση είναι υπέρογκα επαχθεις και γι αυτό ελεγχόμενες αντισυνταγματικά, καθώς επιβάλλονται άνευ ουδενός ουσιαστικού, αληθινού εισοδηματικού κριτηρίου σε όλους τους ασφαλισμένους.

Σύνταγμα προοίμιον

Το ύψος των ετησίων ασφαλιστικών εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών (υποτίθεται ότι) καθορίζεται  για τους Τομείς Ασφάλισης  Σύνταξης βάσει των διατάξεων του άρθρου 22 του ν.2084/1992. Στις εισφορές αυτές προστίθενται επίσης εξωφρενικές προσαυξήσεις. 

Τα ετήσια συνολικά ποσά εισφορών είναι αδιανόητα για όσους έχουν χαμηλά εισοδήματα, είναι ανασφάλιστοι, αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας η έχουν προστατευόμενα μέλη στην οικογένεια τους.

Κατά παράβαση κάθε έννοιας δικαίου ΔΕΝ ΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΥΠΟΨΙ το εισόδημα του ασφαλισμένου, ωστε να μειωνονται αναλογικως οι εισφορες και σε τυχόν σημαντική αδυναμία  να  μην υπάρχει εισφοροδοτικη υποχρέωση.

Το υπάρχον σύστημα των ασφαλιστικών κατηγοριών είναι απαράδεκτο  γιατι τοποθετεί  αυθαίρετα την εισφοροδοτικη βάση σε εξαρχής απαράδεκτα υψηλά ποσά, που προϋποθέτουν επίσης αυθαιρετα οτι ο ασφαλισμένος έχει εισόδημα τουλάχιστον 15.000 ευρώ ετησίως.

Έτσι οι ασφαλιστικές εισφορές καταλήγουν κολοσσιαία επιβάρυνση, ΑΝΕΡΧΟΜΕΝΗ ΣΕ ΠΟΣΑ πολύ άνω των 3.000 ευρώ ετησίως, συνιστώντας έτσι τρομακτική δαπάνη για όσους τα πραγματικά εισοδήματα τους ανέρχονται σε ποσά χαμηλότερα του παλαιού αφορολογήτου (12.000).

Στην περίπτωση τέτοιων χαμηλών εισοδημάτων, που αποτελούν και την πλειοψηφία στους νέους επαγγελματίες,  ο υπόχρεος κυριολεκτικά παίζει με την του φυσική και επαγγελματική του επιβίωση στην περίπτωση που υποχρεωθεί να καταβάλλει φόρους και εισφορές.

Τα ασφαλιστικά ταμεία των ελευθέρων επαγγελματιών είναι αφενός τα μόνα τις εισφορές των οποίων ΔΕΝ καταβάλλει το .. δημόσιο αλλά οι ίδιοι οι ασφαλισμενοι. Κατ ουσία όμως την διαχείριση τους την έχει αναλάβει αυτό.

Οι διοικήσεις των ταμείων έχουν ΜΟΝΟ διαχειριστική εξουσία ενώ για τα κρίσιμα ζητήματα του ύψους των εισφορών αλλά και της .. γραφειοκρατίας ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΚΑΣΤΟΤΕ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ, οι οποίοι βαρύνονται και με την ευθύνη του σημερινού αίσχους.

Συνοπτικά : Η θέσπιση και ο καταλογισμός των εισφορών αυτών χωρίς να λαμβάνεται υποψι το εισόδημα του ασφαλισμένου, τυχόν μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης και το διοικητικό μέτρο της έκδοσης ασφαλιστικής ενημερότητας για θεώρηση βιβλίων, ως μέσο εξαναγκασμού σε πληρωμή, είναι αντίθετα στην αρχή της αναλογικότητας, στο Σύνταγμα (ζήτημα παραβίασης  των άρθρων 2, 4, 5, 21, 22 και 25 του Συντάγματος) και την ΕΣΔΑ, η δε σχετική δικαιοπραξία μεταξύ ασφαλιζόμενου και ταμείων συνιστά καταπλεονεκτικη δικαιοπραξία.

Η παροχή ενός  “κοινωνικού αγαθού”  από μία κοινωνία στα μέλη της, προσδιορίζει ως ένα βαθμό και τον “πολιτισμό” της, εξ ου και η ονομασία της ασφάλισης ως κοινωνική ασφάλιση.

Ο όρος “ασφάλιση” ή “κοινωνική ασφάλιση” περιλαμβάνει έννοιες κρίσιμες για την ύπαρξη του ανθρώπου, την ίδρυση ανθρώπινων κοινωνιών και γενικά την προστασία της ίδιας της ζωής. Αγγίζει όπως όλοι αντιλαμβανόμαστε τομείς της καθημερινότητας, αλλά και σημαντικούς τομείς διαμόρφωσης του επιπέδου διαβίωσης του Έλληνα πολίτη.

Η ιδέα της κοινωνικής ασφάλισης είναι εξέλιξη των διαφόρων μορφών αλληλοβοήθειας των μελών μιας κοινωνίας, και αυτό ως μέτρο την χαρακτηρίζει.

Μελετώντας, και αντλώντας πληροφορίες, στο μέτρο του δυνατού, από ειδικούς, δημόσιους φορείς, ασφαλισμένους, κτλ, διαπιστώνει κανείς ότι το ασφαλιστικό σύστημα της χώρας από ιδρύσεώς του, “κατασκευάστηκε” και διαρθρώθηκε κατά τέτοιο τρόπο, όχι για να εξυπηρετήσει τις πραγματικές ανάγκες των υπό ασφάλιση εργαζομένων, αλλά για να εξευρεθεί τρόπος της κεφαλαιοποίησης ενός οικονομικού αντικειμένου, την δήθεν “ασφάλισης” και κατόπιν να “ληστεύουν” το προϊόν της ασφάλισης, ως κράτος, ως κυβέρνηση, και να το διαθέτουν κατά το δοκούν, εν απουσία του ασφαλισμένου.

Αυτό το οικονομικό αντικείμενο δημιουργείτο από τις οικονομικές καταβολές εργοδοτών-εργαζομένων και μόνον, και δια πληθώρας νόμων, το διαχειριζόταν η εκάστοτε κυβέρνηση, ερήμην των ασφαλισμένων ουσιαστικά, διότι τις διοικήσεις των Ταμείων τις διόριζαν οι εκάστοτε κυβερνώντες.

Επομένως αυτές φυσικά και δεν διαθέτουν αποφασιστικές αρμοδιότητες ειμή μόνο διαχειριστικές!

Η συνταγματική θεμελίωση του δικαιώματος στην  κοινωνική  ασφάλιση βρίσκεται στο άρθρο 22 § 5 Σ.  :  «Το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει».

Ναι  μεν, η ασφάλιση ειναι υποχρεωτική (σε ασφαλιστικό  ταμείο, δημόσιο φυσικά,) από πουθενά στο Σύνταγμα όμως δεν προκύπτει οτι ο ασφαλισμένος είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει όσο ύψος εισφορών του καταλογίζει να καταβάλλει  κάθε φορά ο υπουργός ασφάλισης!!!

Ισα ισα που από σωρεία συνταγματικών διατάξεων προκύπτει οτι ο καθένας ως πολίτης και φορολογούμενος :

Αφενός μεν οφείλει να καταβάλλει μέχρι του σημείου που αντέχουν οι οικονομικές του δυνατότητες,

Αφετέρου να εφαρμόζεται η αρχή της αναλογικότητας που σημαίνει φυσικά ότι για κάθε υπόχρεο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η εισφοροδοτική του ικανότητα, η κατάσταση του επαγγέλματος του  (ειδικά όταν αυτό έχει μέσα από επίσημες μελέτες προβλήματα ανεργίας, ύφεσης και υποαπασχόλησης) και φυσικά να σέβεται το κράτος τον εργαζόμενο που σπούδασε και αγωνίζεται να επιβιώσει, προσφέροντας και έσοδα στο δημόσιο, και όχι να τον εισφορολογει δυσανάλογα και να του συμπεριφέρεται σαν να  είναι απατεώνας!

Άρθρο 2.  Συν. : «Ο σεβασμός & η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας»

Την απαξίωση για την ανθρωπινή υπόσταση την γεννά  Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΥΨΟΥΣ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ , ο όποιος ΔΕΝ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΥΠΟΨΙ :

α) ούτε τα ΙΣΧΝΑ εισοδήματα των ασφαλισμένων ,

β) ούτε την οικονομική κρίση της χώρας,  ούτε την εξαθλίωση των νέων επαγγελματιών  και

γ) ούτε τυχόν και τα προβλήματα υγείας κλπ

Εφόσον η Πολιτεία λοιπόν συνειδητά ΥΠΕΡΧΡΕΩΝΕΙ τον ασφαλισμένο, ενώ ανά πάσα στιγμή μπορεί να τον τρομοκρατεί η να του κατάσχει περιουσιακά στοιχειά για ΑΝΥΠΑΡΚΤΕΣ οφειλές του, προφανώς πρόκειται περί συμπεριφοράς αισχρής και τρισάθλιας.

 Άρθρο 4 Συντάγματος :

1.  Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.

5. Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω άρθρα οι Έλληνες είμεθα όσοι ενωπιον του νομού.

Παρόλα αυτά όμως εισήχθη ήδη διάκριση σε ασφαλισμένους προ του 93 και μετά με συνέπεια οι νεότερες γενιές να πληρώνουμε ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ από τις προηγούμενες και να πάρουμε ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΟΤΕΡΕΣ συντάξεις.

Πέραν αυτού όμως συμβαίνει το πρωτοφανές,  να πληρώνουμε αστρονομικές εισφορές δηλαδή, να  εισφορολογούμεθα ως  κροίσοι  κι ενώ το κράτος γνωρίζει ότι  τα εισοδήματα είναι ελάχιστα, και η χωρά μας διανύει τον πέμπτο χρόνο οικονομικής κρίσης!

Με τα χρήματα αυτά πληρώνονται οι συντάξεις επαγγελματιών που έζησαν τις  εποχές του….1960 και εντεθέν!   Εποχές κατά τις όποιες μπόρεσαν και άσκησαν με αξιοπρέπεια το επάγγελμα τους, πολλοί δε εξ αυτών πλούτισαν, πράγματα που οι νεότερες γενιές  στερούνται καίτοι αγωνιζόμενες καθημερινά. Επιπροσθέτως βιώνουμε την τραγική κατάσταση συνταξιούχων που λαμβάνουν 2 και 3 συντάξεις!!!

Αντί λοιπόν να μειωθούν οι συντάξεις αυτών σε κάποιο βαθμό ανάλογο με τις σημερινές δυνατότητες των ταμείων (σε κάθε περίπτωση οι πολύ υψηλές και σε καμία περίπτωση κάτω από 1.200 ευρώ), τα Ταμεία ακολουθώντας τις επιταγές και τους νομούς των εκαστοτε Υπουργών Κοινωνικής Ασφαλίσεως, ΑΥΞΗΣΑΝ ΚΑΙ ΑΛΛΟ ΤΙΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ.

– Οι εύποροι επαγγελματίες και τα μεγάλα γραφεία (που αντιστοιχούν στο 20%  του συνόλου των ελευθέρων επαγγελματιών) ενώ κατέχουν άνω του 80% της δουλειάς και αφήνουν μόλις ένα ελάχιστο όγκο εργασίας 20% να το μοιράζεται το … εναπομείναν 80% των ελευθέρων επαγγελματιών ΚΑΤΑΛΗΓΟΥΝ ΝΑ ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ ΤΙΣ ΙΔΙΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ….ΦΤΩΧΟΥΣ ελεύθερους επαγγελματίες,  ΕΝΩ ΤΑ ΕΣΟΔΑ ΤΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΑ ΚΑΘΩΣ ΕΧΟΥΝ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΔΙΑΘΕΤΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΥΣ ΚΑΙ ΠΙΟ ΕΥΠΟΡΟΥΣ ΠΕΛΑΤΕΣ ΚΛΠ.

Δεν υποχρεώνονται όμως σε υψηλότερες εισφορές!

Παρατηρούμε έτσι ότι ενώ απολαμβάνουν το προνόμιο της μεγάλης πελατείας και των υψηλών εσόδων αφενός μεν να είναι οι πρώτοι που φοροδιαφεύγουν και να την πληρώνουν οι φτωχοί που υπερφορολογούνται, αφετέρου  να ΜΗΝ ΣΥΝΕΙΣΦΕΡΟΥΝ ΣΤΑ ΤΑΜΕΙΑ ΑΝΑΛΟΓΩΣ ΜΕ ΤΑ ΥΨΗΛΑ ΤΟΥΣ ΕΣΟΔΑ και τους αδήλωτους συνεργάτες τους και έτσι τα ταμεία  εγείρουν παραλογές απαιτήσεις στους φτωχούς ελεύθερους επαγγελματίες!!!

Επομένως συνιστά εγκληματική αδράνεια του κράτους η μη συσχέτιση των εισφορών με το εισόδημα  καθώς οι πλουσιότεροι ελεύθεροι επαγγελματίες εκμεταλλεύονται το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς  αλλά τα βάρη στα ταμεία καλούνται να τα σηκώνουν άνεργοι και υποαπασχολούμενοι.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ. 4 παρ. 5 «Tο Kράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει».

Επομένως το κράτος είναι υποχρεωμένο  να ενεργεί όλα τα απαραίτητα  προκειμένου να είναι το αγαθό της κοινωνικής ασφάλισης προσιτό σε όλους τους εργαζομένους (και μη).

Στην ουσία όμως το μόνο που κάνει το κράτος είναι να υποχρεώνει τους ελευθέρους επαγγελματίες σε ισόβια ασφάλιση σε ένα ασφαλιστικό ταμείο, και σε ισόβια υποχρέωση καταβολής εισφορών.

ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΣΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΩΣ ΛΗΣΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΟΤΙ ΤΕΛΙΚΑ ΚΑΝΕΙ ΟΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ ΤΟ ΑΓΑΘΟ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΡΟΣΙΤΟ.

Ζωντανή απόδειξη αυτού είναι το ότι το 10 έως 50 %  των ασφαλισμένων στα ποίκιλα  ταμεία είναι πάρα τη θέληση τους ανασφάλιστοι !!! 

Όμως, το άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος, ορίζει ότι «οι Έλληνες πολίται συνεισφέρουν αδιακρίτως εις τα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων των».

«Είναι φανερό ότι οι «δυνάμεις», στις οποίες αναφέρεται το Σύνταγμα, είναι οι περιουσιακές δυνάμεις, και όχι οι πνευματικές ή οι μυϊκές ή. . . οι ορμονικές δυνάμεις του φορολογουμένου.  Αυτό ορίζετο καθαρά στο Σύνταγμα, όπως ήταν διατυπωμένο πριν από την αναθεώρηση του 1911: «αναλόγως της περιουσίας».

Η αντικατάσταση της φράσης αυτής με την αόριστη διατύπωση «αναλόγως των δυνάμεων» έγινε, όπως μας πληροφορούν οι συνταγματολόγοι, απλώς και μόνο για να διευκολυνθεί η επιβολή της προοδευτικής φορολογίας προσθέτουν όμως ότι, και με την καινούργια διατύπωση, «η φράσις «αναλόγως των δυνάμεων» σημαίνει βεβαίως ότι η υποχρεωτική εισφορά δεν πρέπει να ορίζεται αυθαιρέτως, αλλ’ εκτιμώμενης της οικονομικής ικανότητος εκάστου».

(Σβώλος – Βλάχος, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, 1 1954 σελ. 222- Κώστας Μπέης, Τα αμάχητα τεκμήρια είναι αντισυνταγματικά, 1978).

Στην συνταγματική έννοια των «βαρών», στον βαθμό που ορίζουν οικονομική συμμέτοχη και δη υποχρεωτική  ανήκουν, και οι ασφαλιστικές εισφορές, εφόσον είναι άμεσα συναρτώμενες με την επαγγελματική ύπαρξη και δράση του ασφαλισμένου,  με πολλές και αυστηρές μάλιστα συνέπειες για τον τελευταίο, εφόσον δεν ανταποκρίνεται με αδιάλειπτη συνέπεια στην υποχρέωση του έναντι του ασφαλιστικού φορέα του.

Η συντριπτική πλειονότητα των ασφαλιστικών οργανισμών των ελεύθερων επαγγελματιών εν Ελλάδι, έχει εδώ και πολλά χρόνια άτυπα θεσμοθετήσει ένα κύκλο εξοντωτικά υψηλών ασφαλιστικών εισφορών για τον ασφαλιζόμενο.

Οι εισφορές αυτές ενώ είναι δυσβάστακτες  κατά κοινή ομολογία για τα εισοδήματα της μεγάλης πλειοψηφίας, είναι – από την άλλη- υποχρεωτικές για όλους, ανεξάρτητα από τα εισοδήματα αυτών.

Διαπιστώνουμε έτσι μια αντισυνταγματική και εκφυλιστική εκτροπή της κοινωνικής ασφάλισης, από κοινωνικό αγαθό, σε μέσο στυγνού οικονομικού καταναγκασμού.

Η ελληνική πολιτεία είναι όμως αυτή που  διαμόρφωσε με σειρά νόμων τις τελευταίες δεκαετίες ένα απαράδεκτο ασφαλιστικό καθεστώς για τους νέους ελεύθερους επαγγελματίες (ασφαλισμένους μετά το 1993). Κι αυτό ενώ ήδη διέβλεπε εδώ και παρά πολλά χρόνια και ήδη διαπίστωνε και επισήμως τα σημαντικά προβλήματα επιβίωσης του κλάδου : πληθωρισμός, μείωση επαγγελματικής ύλης, και πλείστα όσα.

Στο άρθρο 55 παρ. 3 του Ν. 2084/92 ορίζεται πως : «το ποσό της μηνιαίας εισφοράς που καταβάλλεται στους φορείς ασφάλισης ασθένειας, οι οποίοι ασφαλίζουν αυτοαπασχολουμένους καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη και γνώμη των Δ.Σ. των φορέων και του Σ.Κ.Ακαι δεν μπορεί να είναι μικρότερο του ποσού που προκύπτει με βάση το κατά το έτος 1991 μέσο μηνιαίο κατά κεφαλήν Α.Ε.Π. αναπροσαρμοσμένου με το εκάστοτε ποσοστό αυξήσεως των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων (!) και του ποσοστού εισφοράς ασφαλισμένου και εργοδότη, που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρ.1 του άρθρου αυτού.

Στον  «ΚΩΔΙΚΑ ΠΕΡΙ ΤΑΜΕΙΟΥ ΝΟΜΙΚΩΝ» (ΦΕΚ: Α 164 1 9601009) που τέθηκε σε ισχύ από  09.10.1960 στο κεφάλαιο Α, μέρος Γ άρθρο 1, παρ. 3 ορίζεται ότι «οι πόροι του Ταμείου αποτελούνται … εκ μηνιαίας εισφοράς των δικηγόρων και αμίσθων υποθηκοφυλάκων, εισπραττομένης δια του ασφαλιστικού βιβλιαρίου δι’ επικολλήσεως εν αυτώ των αποκομμάτων εξ ενσήμων του Ταμείου, περί ων τα εδάφ. ιβ’, ιγ’ και ιδ’ του παρόντος άρθρου αναφερομένων πόρων, αντιπροσωπευόντων αξίας ισόποσον προς ποσοστόν 2% επί του εκάστοτε βασικού μισθού του Εφέτου (!)

 Το εν λόγω ποσοστόν αναπροσαρμόζεται από 1ης Ιαν. 1982 εις 3%, από 1ης Ιαν. 1983 εις ποσοστόν 4% και από 1ης Ιαν. 1984 εις ποσοστόν 5%.  (!) κλπ κλπ…

OΛΟΙ νομίζω αντιλαμβανόμαστε πόση σχέση έχει “το εκάστοτε ποσοστό αυξήσεως των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων” και  “ο εκάστοτε βασικός μισθός του Εφέτου” με το εισόδημα του μέσου σύγχρονου δικηγόρου:  Καμία.

Πιο κάτω, στο άρθρο 8 μας λέει ότι… «τα κατά το παρόν εδάφιον ποσοστά εισφορών δύναται ν’ αυξάνωνται δι’ αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών μετά σύμφωνον γνώμην του διοικητικού συμβουλίου του Ταμείου».

Λαμβάνεται λοιπόν και μέριμνα και για την μελλοντική ΑΥΞΗΣΗ των εισφορών.

Προς θεού βέβαια, καμιά αντίστοιχη πρόνοια για την μελλοντική πιθανότητα ΜΕΙΩΣΗΣ τους. Γιατί άραγε?  

Επίσης καμιά πρόβλεψη για μελλοντική ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ των δικαιούχων σε περίπτωση έλλειψης αποθεματικών.  Αυτό το πρωτοφανές σημαίνει ότι πάση θυσία οι συνταξιούχοι θα λαμβάνουν όσα θεωρεί το εκαστοτε ταμείο ότι πρέπει να λαμβάνουν, ενώ οι … ασφαλισμενοι ελεύθεροι επαγγελματίες ΘΑ ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ ΟΣΕΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ  ΚΡΙΝΕΙ ΤΟ ΕΤΑΑ ΔΗΛΑΔΗ Ο ΕΚΑΣΤΟΤΕ ΥΠΟΥΡΓΟΣ, και αυτό ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ, ΑΠΟ ΤΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΤΟΥΣ, ΑΠΟ ΤΟ ΑΝ ΑΠΕΙΛΕΙΤΑΙ Η ΙΔΙΑ Η ΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗ! Πρωτοφανής διάλυση κάθε δικαιώματος στην εργασία, στην επιβίωση, στην αξιοπρέπεια!!!

Αυτό που παρατηρούμε από τα ανωτέρω είναι η θεσμοθέτηση μιας υπερπολυπλοκης, τρομερά ομιχλώδους και δυσνόητης διαδικασίας υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών, εντος της οποίας πραγματοποιούνται λογικά άλματα, νομικοί ακροβατισμοί και αλχημείες παντός τύπου. 

Έχουμε λοιπόν μέχρι ώρας τα εξής ερωτήματα:

Πως είναι δυνατόν, να λαμβάνεται κατά τα ανωτέρω ως βάση για τον υπολογισμό των εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών  για την ασφάλιση ασθένειας «το εκάστοτε ποσοστό αυξήσεως των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων (!)  και,  κυρίως

Πως είναι δυνατόν, να λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό των εισφορών για την ασφάλιση συντάξεως «ποσοστόν επί του εκάστοτε βασικού μισθού του Εφέτου (!)»

Περεταίρω, ναι μεν το Σύνταγμα ορίζει ότι η ασφάλιση είναι υποχρεωτική και μάλιστα αποκλειστικά σε τομέα ασφάλισης του ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΝΠΔΔ), αλλά  ΑΠΟ ΠΟΥΘΕΝΑ ΔΕΝ ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ Η ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥΔΗΠΟΤΕ ΥΨΟΥΣ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΚΑΠΝΙΣΕΙ ΣΤΟΝ ΕΚΑΣΤΟΤΕ ΥΠΟΥΡΓΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ Η ΕΚΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΤΡΟΙΚΑ , ΝΑ  ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΕΙ!!!

Επομένως είναι αντικείμενο απόδειξης η μη ύπαρξη υποχρέωσης καταβολής των εισφορών αυτών, πέραν φυσικά των υπερβάσεων λοιπών διατάξεων του Συντάγματος και δη ότι επιβλήθηκαν σε μη έχοντα εισφοροδοτικη ικανότητα.

ΜΕ ΤΗΝ ΛΟΓΙΚΗ ΑΥΤΗ, ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΒΓΕΙ ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΙΑ ΝΟΜΟΥ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΤΟ  ΤΑΝ  ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΠΙΘΑΝΟΥΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟΥΣ ΤΟΜΕΙΣ ΤΟΥ (ΤΕΑΔ), ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΥΠΔΑ, ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΔΙΚΟΥΣ ΤΟΥ ΥΠΟΤΟΜΕΙΣ, ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΥΠΕΡ ΟΑΕΔ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ ΑΚΟΜΑ ΘΥΜΑΤΑΙ ΠΟΣΕΣ ΥΠΟ-ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΜΑΣ ΕΧΟΥΝ ΧΡΕΩΣΕΙ, ΝΑ ΒΓΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΠΟΥΝ ΟΤΙ «ΚΥΡΙΟΙ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΙ (ΤΟΥ ΜΙΣΘΟΥ) ΤΩΝ 500 ΕΥΡΩ ΜΑΣ ΟΦΕΙΛΕΤΕ ΓΙΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 2014 (Π.Χ.)  10.000 ΕΥΡΩ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΕΤΗΣΙΩΣ».

ΑΥΤΟ ΤΙ ΘΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ? ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ 10.000? ΟΤΙ ΘΑ ΗΤΑΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΝΟΜΙΜΟ ΝΑ ΙΣΧΥΣΕΙ ΤΕΤΟΙΟΣ ΝΟΜΟΣ?  ΟΤΙ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΟΥΜΕ ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΜΑΣ ΜΕ ΧΡΕΗ ΠΟΥ ΘΑ ΜΑΣ ΦΟΡΤΩΝΕ ΤΟ ΚΑΘΕ ΤΑΜΕΙΟ  ΜΟΝΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΕΠΕΙΔΗ ΤΟ ΑΣΚΟΥΣΑΜΕ?

Ο προσδιορισμός του ύψους  των οφειλόμενων εισφορών, ως παροχή που γεννάται από το νόμο, πρέπει ως προσδιοριστική,  ΧΡΗΜΑΤΙΚΑ καταλογιστέα πράξη να είναι ΕΥΛΟΓΗ, να ανταποκρίνεται στα εισοδήματα του υπόχρεου ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ, σε κάθε δε περίπτωση να μπορεί να την αντέξει ο υπόχρεος,  ακυρωνόμενης σε αντίθετη περίπτωση κάθε πράξης επιβολής και καταλογισμού ΥΠΕΡΟΓΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ εκ των οποίων να στερείται ο υπόχρεος βασικών βιοτικών αγαθών:

Την διατροφή, την ένδυση, τη στέγαση, τη φροντίδα των οικείων του, το ίδιο το επάγγελμα του σε τελική ανάλυση!

Επομένως η υποχρεωτική ασφάλιση είναι υπό τις ως άνω ανατρεπτικές προϋποθέσεις ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ, όταν υπάρχει κίνδυνος :

α) ανεπαρκείας κάλυψης βασικών βιοτικών αναγκών του υπόχρεου, που ανιχνεύεται όταν το εισόδημα του είναι μικρότερο από το ποσό του παλαιού αφορολογήτου (12.000 ευρώ) που είναι και το όριο της αξιοπρεπούς διαβίωσης, ποσό μάλλον όταν είναι στο μισό του ορίου αυτού.

β) αναγκαστικών μέτρων που θα εξαθλιώσουν έτι περισσότερο τον οικονομικά αδύνατο υπόχρεο (κατάσχεση μικροκαταθεσεων του, αυτοκίνητου του κλπ)

γ) έξοδος του από το επάγγελμα, καθώς δεν θα έχει ούτε μπλοκ αποδείξεων είτε λογω της υπερχρέωσης του από τα ταμεία, και δεν θα μπορεί να εργάζεται,

δ) αντιμετώπιση του ως …. απατεώνα  (διότι τα κρατικά ασφαλιστικά ταμεία παρόλα αυτά τον θεωρούν εύπορο και απαιτούν  τις εισφορές ου μην και φόρους και ένα σωρό ακόμα βάρη)

ε) μη θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος ( ΕΦΟΣΟΝ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΕΙ ΕΙΣΦΟΡΕΣ)!

στ) στέρησης δικαιώματος πρόσβασης στην υγεία  (είναι ΕΚΘΕΤΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΘΕ ΑΡΡΩΣΤΙΑ, αφού είναι πανύψηλες ΚΑΙ οι εισφορές της υγείας!)

ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΞΕΚΑΘΑΡΟ ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ  ΕΙΣΦΟΡΕΣ  ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΕΚΒΙΑΣΤΙΚΗΣ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΒΙΑΖΟΥΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΡΕΟΥΡΓΟΥΝ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΣΦΟΡΑΣ ΣΤΑ ΒΑΡΗ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ  ΣΚΟΠΟΥ ΚΑΙ ΜΕΣΟΥ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ.

Άρθρο 25  Συντάγματος  – ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ:

Το ελληνικό Κράτος προκειμένου να εξασφαλίσει τα απίθανα ποσά που ζητά, προκειμένου να αφήσει ανέπαφους τους κομματικούς στρατούς του, ήδη :

α. στερεί τον νέο επαγγελματία από μελλοντική σύνταξη, αφού έτσι κι αλλιώς ο τελευταίος δεν έχει να πληρώσει  για να λάβει σύνταξη..

β.  στερεί ομοίως τον νέο επαγγελματία από την στοιχειώδη περίθαλψη.

γ.  τον υποβάλλει σε άσκοπη γραφειοκρατία και ταλαιπωρία, αφού ακόμα και για ρύθμιση πρέπει να τρέχει σε διαφορετικές υπηρεσίες, με αμφίβολα αποτελέσματα, καθώς ουδεμία διάθεση συνεργασίας επιδεικνύουν τα Ταμεία κι ούτε κι έχουν αποφασιστικές αρμοδιότητες.

δ.   τον στερεί και από την θεώρηση Δελτίου Παροχής Υπηρεσιών ώστε να μπορεί να βιοπορίζεται. Με απλά λόγια τον ωθεί στην λιμοκτονία.

ε. λαμβάνει ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ! Δεν του δίνει καν τη δυνατότητα «παγώματος» των ήδη παρανομών βέβαια και δήθεν οφειλών του, ώστε να τα καταβάλλει όταν μπορέσει να μαζέψει τα χρήματα αυτά! Κάνεις δεν θέλει να μείνει χωρίς σύνταξη!

Αλλά και ποιος από την άλλη θα δώσει τα χρήματα του για την ασφάλιση του, εάν αυτά δεν φτάνουν για να συντηρηθεί όταν είναι νέος!!!

Επιπλέον δε

ε. του στερεί τη δυνατότητα να αποκτήσει τα στοιχειώδη για την καθημερινότητα του, όπως π.χ.  αυτοκίνητο, σπίτι, κλπ

στ.  του στερεί την δυνατότητα να κάνει οικογένεια, καθώς επιζητεί την αφαίμαξη των ΗΔΗ ΜΗ ΕΠΑΡΚΩΝ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ (κάτω από το όριο της φτώχειας).  Εφόσον δεν θα περισσέψει απολύτως τίποτα, είναι βέβαιο ότι ο νέος επαγγελματίας ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΘΡΕΨΕΙ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΣΤΟΜΑΤΑ όταν ήδη μετά βίας συντηρεί τον εαυτό του!

Η ΚΛΟΠΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ  ΑΥΤΗ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ φυσικά έρχεται σε απολυτή αντίθεση με τις προστατευτικές για την δημιουργία οικογενείας και τους νέους διατάξεις του Συντάγματος.

Ουσιαστικά εξωθεί τη χώρα μας στον πληθυσμιακό αφανισμό:

«Άρθρο 21(Προστασία οικογένειας, γάμου, μητρότητας & παιδικής ηλικίας)

1. H οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Kράτους.

3. Tο Kράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών και παίρνει ειδικά μέτρα για την προστασία της νεότητας, του γήρατος, της αναπηρίας και για την περίθαλψη των απόρων.

Είναι προσβολή για μια ευνομούμενη πολιτεία να ζητά σχεδόν το… μισό η και… ολόκληρο το εισόδημα ενός ασθμαίνοντος επαγγελματία για να …καλύψει τις τρύπες των ασφαλιστικών ταμείων της!

Απουσιάζει προκλητικά από τον τρόπο υπολογισμού των εισφορών και την εν γένει ασφαλιστική πολιτική του κράτους κάθε μέριμνα συσχέτισης των εισοδημάτων των ασφαλισμένων με τις ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις, ώστε να υπάρχει δίκαια αναλογία βαρών των διαφόρων κατηγοριών των ασφαλισμένων.

Αλήθεια, έχει προβλέψει ο νομοθέτης τι εισφορά θα πληρώνει ένας ελεύθερος επαγγελματίας που για ένα χρόνο δεν πάνε καλά οι δουλειές του, και βγάζει ας πούμε 3.000 ευρώ η και μηδέν. Να μην τα κρατήσει για την επιβίωση του αλλά θα να δώσει στα ταμεία!!!!

Με λίγα λόγια, η ανθρωπινή επιβίωση, η αξιοπρέπεια και ότι πιο βασικό υπάρχει στην ζωή ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΩΤΕΡΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ! Αυτό προκρίνει νομοθέτης που αποφάσισε τα συγκεκριμένα ύψη εισφορών, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΕΧΟΥΝ ΧΑΜΗΛΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΚΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΛΑΒΕΙ ΚΑΝ ΥΠΟΨΙΝ ΤΟΥ ΟΤΙ, ΗΔΗ, ΟΣΟΙ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ ΘΑ ΣΤΕΡΗΘΟΥΝ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ ΚΑΙ ΗΔΗ ΣΤΕΡΟΥΝΤΑΙ ΠΕΡΙΘΑΛΨΕΩΣ!!!

Οργιάζει λοιπόν η αυθαιρεσία, η ισοπέδωση και τα … «τεκμήρια»!!! Όλοι μαζί οι ασφαλισμένοι στο ίδιο τσουβάλι.

Τίθεται λοιπόν ζήτημα αντισυνταγματικότητας  της υποχρεωτικότητας ενός ορισμένου ύψους  των ασφαλιστικών εισφορών καθώς, υπό τις επικρατούσες, συνθήκες διαβίωσης και εργασίας  στην Ελλάδα,  αυτές είναι  εκτός τόπου και χρόνου.

Και ΦΥΣΙΚΑ γεννιέται  ζήτημα αποζημίωσης του ασφαλισμένου/ανασφάλιστου από την αδικοπρακτικη,  εναντία στο Σύνταγμα συμπεριφορά αυτή  του δημοσίου/ ταμείων.

Η κοινωνική ασφάλιση από αγαθό και υποχρέωση του κράτους απέναντι στον πολίτη στρεβλώθηκε σε μια «θηλιά» οικονομικού στραγγαλισμού, σε μια αποτρεπτική προϋπόθεση για την ελεύθερη και απρόσκοπτη επαγγελματική δραστηριότητα.

Είναι αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα κάθε ανθρώπου να φροντίζει πρώτα για τις βασικές του ανάγκες, την διατροφή του, την στέγαση του, κλπ και έπειτα  για την ασφάλιση του.

Εδώ και πολλά χρόνια η ιεράρχηση αυτή έχει ΕΜΠΡΑΚΤΑ ΔΙΑΣΑΛΕΥΘΕΙ και έχει δημιουργήσει έναν παραλογισμό που πρέπει επιτέλους να λάβει τέλος.

 

                                   ΑΙΣΧΡΟΚΕΡΔΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ

Ακόμα και η καταναγκαστική ασφάλιση δεν παύει να είναι μια …σύμβαση.  Ακόμα και ο εξαναγκασμός σε υποχρεωτική ασφάλιση δεν παύει να είναι μια κοινωνική αλλά και ενοχική σύμβαση. Μια σύμβαση ανάμεσα στον ασφαλισμένο και στον ασφαλιστικό του ταμείο, το οποίο είναι ΚΡΑΤΙΚΟ, ως ΝΠΔΔ και εν τελεί μια σχέση παροχής – αντιπαροχής.

Όταν όμως η παροχή του ενός, δηλαδή η παροχή συντάξεως είναι ΑΒΕΒΑΙΗ και μικρή, όταν επίσης η αντιπαροχή που ζητείται από τον ασφαλισμένο, δηλαδή οι εισφορές του είναι ΥΠΕΡΟΓΚΕΣ καθώς δεν του επιτρέπουν να ζήσει, ενώ ήδη εφόσον δεν μπορεί να πληρώσει ΣΤΕΡΕΙΤΑΙ και της δευτέρας κρατικής παροχής, δηλαδή της ΠΕΡΙΘΑΛΨΕΩΣ, τότε φυσικά μπορούμε να μιλήσουμε για ΑΙΣΧΡΟΚΕΡΔΗ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ!

Μια τέτοια σύμβαση είναι ξεκάθαρα ακυρωτέα και ως περιορίζουσα υπέρμετρα την ελευθερία μου, (ψυχολογικά και οικονομικά) και ως αισχροκερδής, αφού μου ζητεί υπέρογκες εισφορές για πενιχρή σύνταξη και οριακή περίθαλψη.

Περεταίρω, η υποχρεωτικότητα όμως εγγραφής στα Ταμεία συνιστά υπέρμετρο περιορισμό της προσωπικότητας και μάλιστα εν όψει του ότι οι αντιπαροχές αυτών είναι υπέρμετρα δυσανάλογες σε σχέση με την παροχή ημών των ασφαλισμένων (δηλαδή μια …απαράδεκτα χαμηλή σύνταξη που είναι αβέβαιο εάν θα μάς καταβληθεί ποτέ, διότι σε 40 χρόνια από τώρα όλα δείχνουν ότι δεν θα έχει μείνει τίποτα όρθιο, ενώ συγχρόνως οι τομείς υγείας καλύπτουν ελάχιστες επεμβάσεις και φάρμακα κλπ. μετά από εξαντλητικές γραφειοκρατικές διαδικασίες) και ως εκ τούτου χαρακτηρίζει τις σχετικές συμβάσεις ως αισχροκερδείς δικαιοπραξίες. Κυριότερη εκδοχή των οποίων είναι ότι ζητείται από έναν νέο επαγγελματία που ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, και βγάζει π.χ. 5.000 ευρώ, να δώσει 3.500 ευρώ, δηλαδή σχεδόν όλο του το ισχνό εισόδημα για τα …Ταμεία!  Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό να συμβαίνει σε ένα Κράτος Δικαίου.

Στην μεταπολιτευτική Ελλάδα,  όπου οι πόροι των  ασφαλιστικών ταμείων διασπαθίζονται σε  χρηματιστηριακά παιχνίδια,  η ίδια η προοπτική των όποιων ωφελημάτων από τις καταβαλλόμενες εισφορές  καταντά τελικά εφιάλτης, όχι μόνο λογω του επαχθούς του ύψους των ασφαλιστικών εισφορών αλλά και του ιδίου του αμφιβόλου νοήματος της «ασφάλισης»

Συμψηφισμός απαιτήσεων από τα κέρδη των (κερδοφόρων) ταμείων ή την χρηματοδότηση τους από τον κρατικό προϋπολογισμό :

Ήδη τα ασφαλιστικά ταμεία χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό κατά 75%, δηλαδή από όλους εμάς δια της φορολόγησης μας σε καθημερινά ειδή και υπηρεσίες απ όπου προκύπτουν και τα έσοδα του κράτους.

Άρα σε ποσοστό  ανάλογο  με τη χρηματοδότηση ή τα κέρδη ΟΦΕΙΛΟΥΝ ΝΑ ΕΞΑΙΡΕΘΟΥΝ από την καταβολή των εισφορών όσοι αδυνατούν αποδεδειγμένα να το κάνουν, διότι πράγματι, δεν καταλαβαίνω που αλλού μπορούν να πάνε τα χρήματα αυτά, ΕΙΜΗ ΠΡΩΤΑ ΚΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΣΤΑ ΑΝΑΣΦΑΛΙΣΤΑ ΜΕΛΗ ΤΩΝ ΤΑΜΕΙΩΝ, που ΑΠΟΔΕΔΕΙΓΜΕΝΑ ΕΧΟΥΝ ΧΑΜΗΛΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ.

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία των επαγγελματικών συλλογών περίπου ένα 10 με 30% των ελευθέρων επαγγελματιών είναι στην κατάσταση αυτή . Ως αριθμός δηλαδή δεν είναι και αχανής!.

Δεν νομίζω ότι θα συνιστούσε καμιά τραγική δαπάνη η δωρεάν βασική περίθαλψη αυτών ή, έστω η πολύ φθηνή ασφάλιση  στα ταμεία τους ή τον ΕΟΠΠΥ (έστω με 100 – 200 ευρώ εισφορών ετησίως)

ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΚΑΙ ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ :

α)  ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Αν κάποιος ελεύθερος επαγγελματίας δεν βγάζει πολλά χρήματα, ώστε να εξοφλεί και τα Ταμεία, αλλά τόσα ώστε απλά να… επιζεί, είναι αναγκασμένος να παύσει να εργάζεται εξ αιτίας της εξοντωτικής πρακτικής της υπερχρέωσης του και συνεπώς δεν θα έχει δικαίωμα να τρώει, να ενδύεται και να στεγάζεται για να μην μείνουν απλήρωτα τα Ταμεία.

Αντέχει ο ολίγιστος αυτός νομοθέτης και όσοι συνήνεσαν μέχρι σήμερα να συγκρίνουν συνταγματικά  εάν προηγείται η αποπληρωμή των υπέρογκων εισφορών των Ταμείων από το δικαίωμα στην ίδια την ζωή;

Γιατί, μεσούσης της κρίσεως, με την Ελλάδα να έχει κηρύξει εσωτερική χρεοκοπία και 1.500.000 ανέργους, μόνον με κοινωνική εκτέλεση ισοδυναμεί το να αναγκάζεις κάποιον να παρατήσει το επάγγελμά του, ενώ μπορεί να βγάζει τα βασικά του έξοδα και να στηρίζει την οικογένειά του συμβάλλοντας στο οικογενειακό της εισόδημα.

Β) ΟΙ ΛΥΣΕΙΣ

Άρα δυο λύσεις αναφύονται ξεκάθαρα:

1) Η πρώτη λύση είναι να θεσπιστούν νέες κατώτατες εισφορές, για τους ελεύθερους επαγγελματίες ύψους εύλογου για την εποχή και τις περιστάσειςδηλαδή π.χ. 300 ευρώ το χρόνο για σύνταξη και 200 ευρώ για υγεία. Στην περίπτωση αυτή και τα Ταμεία θα εισέπρατταν σίγουρα κάποιο σημαντικό ποσό, σε σχέση με το απόλυτο μηδέν που εισπράττουν τώρα από τους μισούς ασφαλισμένους τους -οι οποίοι θα γίνουν πολύ περισσότεροι στα προσεχή έτη – και φυσικά οι ασφαλισμένοι θα μπορούν να απολαμβάνουν  ενός υποτυπώδους δικαιώματος σύνταξης, το οποίο θα μπορούν να ενισχύουν όταν έχουν περισσότερα χρήματα να διαθέσουν, θα απολαμβάνουν μιας βασικής περιθάλψεως και φυσικά την αίσθηση του νομοταγούς και όχι καταδιωκόμενου ανθρώπου, ότι, δηλαδή, είναι εν τάξει με τις ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις!

2) Η δεύτερη, συμπληρωματική λύση, για όσους αποδεικνύουν ότι βρίσκονται σε δεινή οικονομική κατάσταση με την χρήση εκκαθαριστικών τους κλπ. είναι να τούς χορηγείται «έκτακτη ασφαλιστική ενημερότητα» που θα τούς επιτρέπει τουλάχιστον να θεωρούν 1 (ένα) μπλοκ αποδείξεων ετησίως, ώστε να μπορούν να εργάζονται νόμιμα σαν άνθρωποι, και να μπορέσουν να επιβιώσουν!

Να μη φτάσουμε δηλαδή στην έσχατη κατάντια μετά από τόσα χρόνια κρίσης να ακούσουμε για… λιμοκτονούντες και αυτοκτονούντες ελευθέρους επαγγελματίες!

Το κρίμα θα είναι στον λαιμό όχι μόνον των κυβερνήσεων από το 1992 και μετά, ιδίως των τελευταίων ετών, αλλά και των επαγγελματικών συλλόγων της Χώρας και των υπουργών Ασφάλισης που δεν έπραξαν τίποτα για να αποτραπεί αυτός ο βάρβαρος κοινωνικός δαρβινισμός.

Το αφορολόγητο και το ανεισφορολογητο ως όριο σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Το ζήτημα του «αφορολόγητου» ορίου εισοδήματος είναι στοιχειώδες ζήτημα δημοκρατίας και κοινωνικής – φορολογικής δικαιοσύνης, τόσο σαν στοιχείο προσδιορισμού του ελάχιστου ορίου εισοδήματος που επιτρέπει σε ένα άτομο να διαβιώνει με μία στοιχειώδη αξιοπρέπεια, όσο και σαν βασικό στοιχείο προσδιορισμού της φορολογικής πολιτικής ενός Κράτους.

Φυσικά  το αφορολόγητο μόνο από έντεχνη πονηρία του ελληνικού κράτους δεν είναι ΚΑΙ ΑΝΕΙΣΦΟΡΟΛΟΓΗΤΟ, καθώς όποιος στερείται φοροδοτικής ικανότητας  ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΣΤΕΡΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΕΙΣΦΟΡΟΔΟΤΙΚΗΣ, καθώς ο θεσμός αυτός είναι η υλοποίηση του άρθρου 4.5 του Συντάγματος περί συμμετοχής στα βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις του καθενός!

Ορθά λοιπόν εντος της έννοιας του αφορολογήτου μπορεί να χωρέσει και η εξαίρεση από την εισφοροδοσια, καθώς και αυτή αποτελεί «βάρος» και μάλιστα υπέρογκο, πολύ πιο υπέρογκο ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ!

      Η ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ  ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΤΕΡΑ

α. Αντίθεση στο άρθρο 4.5 του Συντάγματος περί συμμετοχής των Ελλήνων στα βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους.  Οι εισφορές προς τα Ταμεία εξυπακούεται ότι είναι βάρη, δηλαδή οικονομική συμβολή των υπόχρεων ασφαλισμένων που μάλιστα έχει αναγκαστικό χαρακτήρα, εφ’ όσον δεν εναπόκειται στην ευχέρεια τους να επιλέξουν την μη εξόφλησή τους ή την εναλλακτική της ιδιωτικής ασφάλισης, η τελωσπαντων της μη καταβολής σε αδυναμία!

β. Αντίθεση στο συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της εργασίας που υποτίθεται ότι προστατεύει το Κράτος (Άρθρο 22 : «H εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Kράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού»).

Εν προκειμένω το απαγορεύει πρακτικά, απόλυτα και αυθαίρετα, τόσο με την θέσπιση των ρηθεισων υπέρογκων υψών ασφαλιστικών εισφορών των ταμείων – όσο και με τις διατάξεις περί ασφαλιστικής ενημερότητας.

Άτυπη άποψη για το όνειδος των υπέρογκων εισφορών είναι να εξωθηθούν οι ελεύθεροι επαγγελματίες να φύγουν από το επάγγελμα γιατί είμαστε πολλοί. Αν είναι δυνατόν να εξωθούμαστε στην ανεργία ενώ μπορούμε έστω να βιοποριζόμαστε και να ενισχύουμε στοιχειωδώς και τα μελή της οικογενείας μας!

ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΣΕ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟ ΚΑΙ ΣΕ ΚΑΘΕ ΕΝΝΟΙΑ ΛΟΓΙΚΗΣ

Ακόμα και αν δεν υπήρχε το Σύνταγμα και η ΕΣΔΑ, το καθεστώς αυτό, με την ισοπεδωτική εφαρμογή του έναντι δικαίων και αδίκων, προσβάλλει βάναυσα το δικαίωμα κάθε ελευθέρου επαγγελματία στην επιβίωση, στην εργασία, στην αξιοπρέπεια και αποτελεί μνημείο αναλγησίας και βαρβαρότητας που πρέπει άμεσα να εξαλειφθεί επί τη βάσει των δυο κάτωθι διορθωτικών προτάσεων, ήτοι:

(α) μείωση εισφορών και αναλογική σύνδεση αυτών με την οικονομική δυνατότητα του ασφαλισμένου για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα στην ουσία του, και

(β) νομοθετική θέσπιση εξαιρέσεων για οικονομικούς και ανθρωπιστικούς λόγους υπέρ όσων έχουν οικονομική αδυναμία ή σοβαρά προβλήματα υγείας κλπ, ώστε να τούς χορηγείται “ΕΚΤΑΚΤΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΟΤΗΤΑ” για να θεωρούν τουλάχιστον ένα (1) μπλοκ αποδείξεων ετησίως και να τούς παρέχεται στοιχειώδης υγειονομική περίθαλψη.

 Έτσι, θα μπορούν τουλάχιστον να… ζήσουν και φυσικά, αν τους περισσεύουν χρήματα, να μπορούν να συνεισφέρουν και στα Ταμεία τους!

Η λύση που υπάρχει σήμερα επιεικώς χαρακτηρίζεται ως απάνθρωπη, καθώς στερεί από τους ασφαλισμένους το δικαίωμα να εργάζονται και από τα Ταμεία να λαμβάνουν έστω αυτά τα χρήματα που μπορούν οι οικονομικά αδύνατοι ασφαλισμένοι να διαθέτουν.

Τέλος, υποτίθεται ότι το όλον ζήτημα της κοινωνικής ασφάλισης ανάγεται στο … Κράτος που μεριμνά γι’ αυτήν. Αν αυτό είναι… κοινωνική ασφάλιση και μέριμνα τότε δεν απομένει να πούμε τίποτε περισσότερο…

Η Αρχή της φορολογικής (και εισφοροδοτικης) ισότητας η κατίσχυση της έναντι οιασδήποτε κακώς η αορίστως εννοούμενης έννοιας δημοσίου συμφέροντος.

Στα πλαίσια του Ελληνικού Συντάγματος, το οποίο δεν κατοχυρώνει συγκεκριμένο φορολογικό KAI ΕΙΣΦΟΡΟΔΟΤΙΚΟ σύστημα, η φορολογική ΚΑΙ ΕΙΣΦΟΡΟΔΟΤΙΚΗ ισότητα ως ειδικότερη μορφή της καθιερωμένης στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συν/τος αρχή της νομικής ισότητας, κατοχυρώνεται τόσο ως τυπική όσο και ως ουσιαστική νομική ισότητα.

Ο αναλογικός χαρακτήρας της νομικής ισότητας επιβάλλει στην περίπτωση της φορολογικής και εισφοροδοτικης ισότητας,  την διαφοροποιούμενη ευνοϊκότερη ή δυσμενέστερη νομική μεταχείριση της διαφορετικής οικονομικής δυνατότητας και επιβάλλει την κατανομή των φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών με βάση τη φοροδοτική ικανότητα εκάστου, η οποία λαμβάνεται υπ’ όψιν όχι μόνο με βάση το κριτήριο της περιουσίας αλλά γενικότερα με βάση την οικονομική δύναμη κάθε πολίτη.

Εν ολίγοις κατά κανένα τρόπο δεν εξυπηρετείται ΚΑΝΕΝΑ ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ μέσα από την υπερχρέωση επαγγελματιών ΠΟΥ ΑΠΟΔΕΔΕΙΓΜΕΝΑ δεν έχουν εισοδήματα που ΝΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΥΝ ΕΠΙΒΟΛΗ ΣΕ ΑΥΤΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΙΣΦΟΡΩΝ.

Κανένα δημόσιο συμφέρον δεν εξυπηρετείται από την οιονεί άρνηση άσκησης επαγγέλματος των νέων της χώρας από την υπεροφορολογηση και υπερεισφορολογηση τους και την υπερχρέωση τους στο κράτος και τα ταμεία.

Είναι αυτονόητο ότι ο ως άνω συντελούμενος  επαγγελματικός και οικονομικός στραγγαλισμός των νέων της χώρας ΑΝΤΙΤΙΘΕΤΑΙ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ καθώς τους στερεί το δικαίωμα στην εργασία, την επιβίωση, την δημιουργία οικογενείας, την δημιουργία και την αξιοπρέπεια.

 

                                          ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ

Είναι αντισυνταγματική η υποχρέωση σε καταβολή ασφαλιστικών εισφορών με κριτήρια υπολογισμού του ύψους αυτών τον μισθό του εφέτη, το ετήσιο ποσοστό αύξησης των δημοσίων υπαλλήλων ή τα χρόνια άσκησης επαγγέλματος, καθώς δεν έχουν καμιά σχέση με το εισόδημα και την περιουσιακή κατάσταση, που είναι και τα μόνα και τα ουσιαστικά κριτήρια τα οποία μπορούν να προσδώσουν (η μη) εισφοροδοτικη ικανότητα.

Είναι αντισυνταγματική η κατάργηση του αφορολογήτου ορίου, αυτό εξακολουθεί να είναι για τη χώρα μας το πόσο των 12.000 ευρώ, στην έννοια της φοροδοτικής ικανότητας συμπεριλαμβάνεται και η εισφοροδοτικη ικανότητα, σε κάθε περίπτωση η εισφοροδοτικη ικανότητα έχει κι αυτή κάποιο όριο, υπαγόμενη στο άρθρο 4.7 του Συντάγματος.

Η διατύπωση της διάταξης του άρθρου 22 παρ. 1 , 2 και 3 του ν.2084/1992  σε συσχετισμό με τις μελλοντικές και από αυτήν εξαρτώμενες νομοθετικές διατάξεις, εγκυκλίους κλπ υπερβαίνουν τα ανεκτά όρια δικαιολογημένης, σαφούς και αναλογικής νομοθέτησης, είναι ΠΑΝΤΕΛΩΣ ΑΟΡΙΣΤΕΣ, όσο και αν ψάξει κανείς ΔΕΝ ΔΥΝΑΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΙ ΤΗΝ ΣΕΙΡΑ ΕΙΔΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΠΟΥ ΑΥΞΗΣΑΝ ΔΙΑΔΟΧΙΚΑ ΤΙΣ ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΑΠΟ ΤΟ 1992 ΚΑΙ ΜΕΤΑ.

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΤΗΝ ΦΥΣΙΚΗ ΕΠΙΒΙΩΣΗ,  ΤΗΝ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ, ΤΗΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗ,  ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ, ΤΗΝ ΕΝΔΥΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΤΕΓΑΣΗ ΠΡΟΕΧΕΙ ΑΠΟ την υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, ΣΤΗΝ ΔΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΟΥ ΤΟ ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΚΑΠΟΙΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΑΡΚΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΩΤΑ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ  ΑΠΑΛΛΑΣΣΕΤΑΙ ΤΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ, ΜΕ ΜΟΝΗ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΗΝ ΜΕΙΩΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟ ΜΕΡΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΑΒΑΛΛΕΙ ΚΑΙ ΑΝΕΥ ΑΛΛΗΣ ΣΥΝΕΠΕΙΑΣ.

Πρέπει να τεθεί ένα εύλογο οικονομικό όριο το όποιο να  προφυλάσσει τον εργαζόμενο / ασφαλισμένο από την ασυδοσία του εκαστοτε Υπουργού Κοινωνικής Ασφάλισης που στην ουσία διοικεί τα Ταμεία.

Εξυπακούεται τέλος ότι η χορήγηση ενημερότητας ως προϋπόθεση θεώρησης βιβλίων, οι προσαυξήσεις & τόκοι επί εισφορών και αναγκαστικά μέτρα είσπραξης είναι απαράδεκτα και αντισυνταγματικά έναντι των χαμηλού εισοδήματος/επί μακρόν ανέργων & υποαπασχολούμενων ελευθέρων επαγγελματιών.

click here for full version :

https://lawyalty.wordpress.com/2013/01/29/%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CF%85%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%AF%CE%B1-%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%83/

Διαγωνισμοί δικηγόρων – ΣΤΕ 1556/2005 H γνώση της αγγλικής γλώσσας και της επεξεργασίας κειμένων σε Η/Υ δεν αποτελεί τυπικό προσόν

Ετικέτες

,

Διαγωνισμοί δικηγόρων – ΣΤΕ 1556/2005     H γνώση της αγγλικής γλώσσας και της επεξεργασίας κειμένων σε Η/Υ δεν αποτελεί τυπικό προσόν

Δικαστήριο: ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ –
Τόπος: ΑΘΗΝΑ
Αριθ. Απόφασης: 1556
Ετος: 2005
Περίληψη
Δικηγόροι ΟΤΑ –

13. Επειδή, η πρόσληψη εμμίσθων δικηγόρων στο δημόσιο τομέα διέπεται αποκλειστικά από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, σύμφωνα με τις οποίες η γνώση ξένων γλωσσών αποτελεί ένα από τα στοιχεία που λαμβάνεται υπόψη και συνεκτιμάται με τα λοιπά κριτήρια που θέτει ο νόμος, όπως είναι η προσωπικότητα του υποψηφίου, η επιστημονική του κατάρτιση, η εξειδίκευσή του στο αντικείμενο της απασχόλησης, καθώς και η επαγγελματική του πείρα και επάρκεια.

Κατόπιν τούτου δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή το π.δ. 50/2001 «Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις φορέων του δημόσιου τομέα» (Α` 39) που προβλέπει ότι γενικώς, για την πρόσληψη στο δημόσιο τομέα απαιτείται ως αναγκαίο τυπικό προσόν η γνώση ξένων γλωσσών και επεξεργασίας κειμένων σε Η/Υ, κατά τα ειδικώτερον οριζόμενα στο άρθρο 27 αυτού.

Ενόψει αυτών, νομίμως η οικεία Επιτροπή έκρινε με το υπ` αριθμ. 2/16.9.2002 πρακτικό της, ότι κατά την αληθή έννοια της ως άνω 4142/28.11.2001 προκήρυξης, η γνώση της αγγλικής γλώσσας και της επεξεργασίας κειμένων σε Η/Υ δεν αποτελεί τυπικό προσόν η έλλειψη του οποίου αποκλείει όσους υποψηφίους δεν το διαθέτουν, αλλά ένα από τα κατά νόμο συνεκτιμητέα προσόντα.

Κείμενο Απόφασης
Αριθμός 1556/2005

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Γ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2005, με την εξής σύνθεση : Π.Ζ. Φλώρος, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος που είχε κώλυμα, Ν. Σακελλαρίου, Γ. Ποταμιάς, Σύμβουλοι, Μ. Παπαδοπούλου, Κ. Πισπιρίγκος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Τετράδη-Χαρλαύτη.

Για να δικάσει την από 6 Φεβρουαρίου 2003 αίτηση :

του Δήμου Πάργας, ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Σωτ. Ευαγγελίδη (Α.Μ. 2348) που τον διόρισε με πρακτικό της η Δημαρχιακή Επιτροπή του Δήμου,

κατά των : 1) Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, ο οποίος παρέστη με τον Δ. Χανή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 2) Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Πρεβέζης, η οποία δεν παρέστη,

και κατά του παρεμβαίνοντος … ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (Α.Μ. 32 Πρέβεζας).

Με την αίτηση αυτή ο αιτών Δήμος επιδιώκει να ακυρωθούν : 1) η υπ` αριθμ. 6326/2002 απόφαση της επιτροπής του άρθρου 18 του Ν. 1868/1989 και 2) τα υπ’ αριθμ. 1/16.7.2002, 2/16.9.2002, 3/23.9.2002 πρακτικά της παραπάνω απόφασης.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Μ. Παπαδοπούλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του Δήμου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τον παρεμβαίνοντα ως δικηγόρο και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, η αίτηση ασκείται κατά νόμον άνευ καταβολής παραβόλου.

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της 6326/2002 απόφασης της Επιτροπής του άρθρου 18 του ν. 1868/1989, με την οποία επιλέχθηκε για πρόσληψη σε θέση δικηγόρου παρ` Αρείω Πάγω, με πάγια μηνιαία αντιμισθία στον αιτούντα Δήμο Πάργας ο ήδη παρεμβαίνων, …………… Ζητείται επίσης η ακύρωση των υπ` αριθ. 1/16.7.2002, 2/16.9.2002, 3/23.9.2002 πρακτικών της ίδιας επιτροπής, που προηγήθηκαν της έκδοσης της προσβαλλομένης.

3. Επειδή, και δεδομένου ότι δεν έχει εκδοθεί πράξη πρόσληψης του επιλεγέντος, η απόφαση 6326/2002 της Επιτροπής είναι εκτελεστή πράξη η οποία προσβάλλεται παραδεκτώς, σ` αυτήν δε έχουν ενσωματωθεί και τα προηγηθέντα της έκδοσης της ως άνω πρακτικά υπ` αριθμ. 1, 2 και 3/02.

4. Επειδή, παραδεκτώς παρεμβαίνει υπέρ του κύρους της προσβαλλόμενης πράξης ο επιλεγείς για την επίδικη θέση …………….

5. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση ασκείται μετ` εννόμου συμφέροντος, αφού ο αιτών Δήμος ισχυρίζεται ότι δεν επιθυμεί την πρόσληψη του ως άνω επιλεγέντος, ο δε εκπρόσωπος του � μέλος της Επιτροπής επιλογής, μειοψήφισε ως προς την επιλογή του συγκεκριμένου δικηγόρου και ψήφισε υπέρ άλλου υποψηφίου.

6. Επειδή στη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, με τον τίτλο «Τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα των Δικηγόρων και άλλες διατάξεις» (φ. 149 Α), ορίζονται τα εξής : «1. Η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία… από νομικά πρόσωπα του δημοσίου τομέα… γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη». Εξάλλου στην περίπτ. δ της ίδιας παραγράφου ορίζεται τί πρέπει να περιέχεται στην προκήρυξη, ενώ στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από την παράγρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 1868/1989 (Α 230), ορίζεται η σύνθεση της Πενταμελούς Επιτροπής η οποία κάνει την σχετική επιλογή. Περαιτέρω στην παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι : «4. Οι υποψήφιοι υποβάλλουν στο ενδιαφερόμενο νομικό πρόσωπο, μέσα στην προθεσμία που ορίζει η προκήρυξη, αίτηση συνοδευόμενη από : α) πιστοποιητικό ποινικού μητρώου, β) πιστοποιητικό του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου από το οποίο να προκύπτει ότι ο υποψήφιος δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά και ότι δεν κατέχει άλλη έμμισθη θέση, γ) υπεύθυνη δήλωση ότι ο υποψήφιος δεν παρέχει τις υπηρεσίες του αποκλειστικά ή συστηματικά με αμοιβή κατά υπόθεση σε άλλο νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα και δεν λαμβάνει πάγια περιοδική αμοιβή από νομικό πρόσωπο του δημοσίου τομέα, δ) βιογραφικό σημείωμα με τα στοιχεία της επιστημονικής και επαγγελματικής του δράσης». Εξάλλου με τις διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, όπως η πρώτη διαμορφώθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 18 του ν. 1868/1989, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι : «6. Με την αίτησή τους οι υποψήφιοι υποβάλλουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την απόδειξη των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους. Για την πρόσληψη λαμβάνονται υπόψη η προσωπικότητα του υποψηφίου, η επιστημονική του κατάρτιση, η εξειδίκευσή του στο αντικείμενο της απασχόλησης, η επαγγελματική του πείρα και επάρκεια και η γνώση ξένων γλωσσών που συνεκτιμώνται με την οικογενειακή και οικονομική του κατάσταση, τις βιοτικές του ανάγκες, την ηλικία του και την πρόβλεψη της εξέλιξής του. Κρίσιμος χρόνος για τον έλεγχο της συνδρομής των τυπικών προσόντων είναι ο χρόνος λήξης της προθεσμίας για την υποβολή των αιτήσεων των υποψηφίων. 7. Η επιτροπή εξετάζει τις αιτήσεις και τα δικαιολογητικά των υποψηφίων και τους καλεί σε ατομική συνέντευξη. Μέσα σε ένα μήνα το πολύ από την τελευταία ατομική συνέντευξη εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση με τη σειρά αξιολόγησης των υποψηφίων. Η απόφαση της επιτροπής είναι υποχρεωτική και ισχύει μόνο για την κατάληψη των θέσεων που προκηρύχθηκαν…».

7. Eπειδή, με τις ως άνω διατάξεις θεσπίσθηκε ειδική διοικητική διαδικασία για την πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή με αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή από τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 9 του Ν. 1232/1982 (Α΄ 22) και στο άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 (Α΄ 65), στα οποία περιλαμβάνονται οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και ορισμένα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Ειδικότερα, με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 11 του Ν. 1649/1986 θεσπίσθηκε, με γνώμονα το γενικότερο δημόσιο συμφέρον, ενιαία ρύθμιση σχετικά με την προκήρυξη της πλήρωσης των θέσεων των δικηγόρων των εν λόγω νομικών προσώπων και την επιλογή των καταλληλοτέρων μεταξύ των υποψηφίων. Η επιλογή γίνεται από πενταμελή επιτροπή η οποία δεν ανήκει στο νομικό πρόσωπο που προκηρύσσει την πλήρωση της θέσεως, αλλά ενεργεί ως όργανο του Υπουργού που εποπτεύει το εν λόγω νομικό πρόσωπο (ΣτΕ 3048/1998). Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 7 του ως άνω άρθρου 11 η απόφαση της Επιτροπής είναι υποχρεωτική και το νομικό πρόσωπο που προκήρυξε τη θέση, οφείλει να προσλάβει τον υποψήφιο που επέλεξε η επιτροπή, μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση της απόφασης (ΣτΕ 2373/2004).

8. Επειδή, εξάλλου στο άρθρο 102 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζονται τα εξής : «1. Η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ανήκει στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού. Υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης συντρέχει τεκμήριο αρμοδιότητας για τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων. Νόμος καθορίζει το εύρος και τις κατηγορίες των τοπικών υποθέσεων καθώς και την κατανομή τους στους επί μέρους βαθμούς . . . 2. Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια . . .».

9. Επειδή, με τις ανωτέρω διατάξεις των παρ. 1 και 2 του Συντάγματος παρέχεται στους Ο.Τ.Α. αυτοδιοίκηση, δηλαδή εξουσία να αποφασίζουν με δικά τους όργανα για τις τοπικές υποθέσεις, εντός των πλαισίων των γενικών κανόνων οι οποίοι διέπουν την οργάνωση και τη λειτουργία τους. (βλ. ΣΕ 371/1985 ΟΛΟΜ. κα.).

10. Επειδή, η ανάθεση με τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, της επιλογής δικηγόρου για πρόσληψη σε έμμισθη θέση Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης, σε Επιτροπή που δεν ανήκει στον Οργανισμό που προκηρύσσει τη θέση, αλλά αποτελεί όργανο της Κεντρικής Διοίκησης (ΣτΕ 3048/1998, 2373/2004), δεν αντίκειται στις ως άνω διατάξεις του άρθρου 102 του Συντάγματος, διότι αφορά θέμα γενικότερου δημόσιου συμφέροντος σχετιζομένου με την αξιοκρατική πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις (άρθρ. 5 § 1, 4 § 1 Συντ.) και την εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης (20 § 1) στην απονομή της οποίας συμβάλλουν και οι δικηγόροι, δεν θίγει δε τον πυρήνα της συνταγματικά κατοχυρωμένης αυτοδιοίκησης των Ο.Τ.Α., (πρβλ. ΣτΕ 2070/1978 Ολομ. 371/1985 Ολομ., 3229/1987 Ολομ.). Επομένως, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η κατά τα ανωτέρω ανάθεση της αποφασιστικής αρμοδιότητας για την επιλογή εμμίσθου δικηγόρου σε επιτροπή μη ανήκουσα στον οικείο Ο.Τ.Α., παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αυτοδιοίκησή του, δεδομένου του κατ` εξοχήν τοπικού χαρακτήρα της σχέσης του δικηγόρου με τα εκλεγμένα όργανα του ΟΤΑ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

11. Επειδή, περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 που έχουν παρατεθεί (όπως αυτές τροποποιήθηκαν με το άρθρο 18 του ν. 1868/1989), η οικεία πενταμελής επιτροπή κρίνει πρώτα πόσοι από τους υποψηφίους έχουν τα απαιτούμενα από το νόμο τυπικά προσόντα και στη συνέχεια καλεί όσους τα έχουν σε προφορική συνέντευξη ενώπιον της. Μετά την συνέντευξη η επιτροπή κατατάσσει τους υποψηφίους με αξιολογική σειρά, βάσει των νομίμων κριτηρίων μέχρι να συμπληρωθεί ο αριθμός των προς πλήρωση θέσεων, αιτιολογώντας, κατά τη ρητή πρόβλεψη του νόμου, την κρίση της. Για να είναι δε αιτιολογημένη η σχετική κρίση πρέπει στο οικείο πρακτικό να εκτίθενται τα κριτήρια και τα πραγματικά δεδομένα, τα αναφερόμενα στους προτεινόμενους για την κατάληψη των θέσεων, τα οποία, ύστερα από συνεκτίμηση της σπουδαιότητας τους, οδήγησαν την επιτροπή στην κρίση της για την επιλογή των καταλληλοτέρων. (ΣτΕ 758/2002, 3534/2003, 1442/2004).

12. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, με την 4142/28.11.2001 απόφαση του Δήμου Πάργας, προκηρύχθηκε η πλήρωση μιας θέσης δικηγόρου, με πάγια αντιμισθία και πλήρη απασχόληση. Μεταξύ των προσόντων πρόσληψης ορίστηκαν υποχρεωτικά, σύμφωνα με το άρθρο 27 του π.δ/τος 50/2001, α. Η πολύ καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας αποδεικνυόμενη από την προσκόμιση πιστοποιητικού � first certificate και β. Η γνώση επεξεργασίας ελληνικών και ξενόγλωσσων κειμένων και πινάκων σε Η/Υ. Στη συνέχεια συγκροτήθηκε η οικεία Επιτροπή, αποτελούμενη από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Πρέβεζας, τον Δήμαρχο του Δήμου Πάργας και τρείς δικηγόρους μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Πρέβεζας. Υποψηφιότητα υπέβαλαν πέντε δικηγόροι, μεταξύ των οποίων και ο ήδη παρεμβαίνων. Κατά την πρώτη συνεδρίαση της Επιτροπής (Πρακτικό Ι/16.7.2002) ετέθη ζήτημα νομιμότητας των ως άνω όρων της προκήρυξης και αποφασίστηκε να διερευνηθεί αν το π.δ. 50/2001 που απαιτεί τη συνδρομή των ως άνω τυπικών προσόντων έχει εφαρμογή και στη διαδικασία πρόσληψης δικηγόρων. Στην επόμενη συνεδρίασή της η οικεία Επιτροπή αποφάσισε (Πρακτικό ΙΙ/16.9.02) ότι η πρόσληψη δικηγόρων στο δημόσιο τομέα διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ν. 1649/1986, κατά τις οποίες η γνώση ξένων γλωσσών απλώς συνεκτιμάται με τα λοιπά, κατά νόμο, προσόντα των υποψηφίων. Στη συνέχεια, κατά τη συνεδρίαση της 23.9.2002 (πρακτικό ΙΙ) οι τρείς δικηγόροι � μέλη της Επιτροπής αφού εξέθεσαν την άποψή τους ως προς την έννοια των κριτηρίων του νόμου γενικώς, πρότειναν ως καταλληλότερο τον ήδη παρεμβαίνοντα Κοσμά Τσιμπούκη, με την αιτιολογία ότι υπερέχει ως προς την επαγγελματική πείρα και επάρκεια λόγω της υπερεικοσαετούς άσκησης δικηγορίας και του αριθμού των υποθέσεων που έχει χειριστεί. Εξάλλου, για τον υποψήφιο Ανδρέα Τάσση, που είχε χειριστεί υποθέσεις του Δήμου από το 1998, έκριναν ότι το προσόν της εξειδίκευσης του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη γιατί αποκτήθηκε από μη νόμιμη συνεργασία του με το Δήμο. Για τους λοιπούς υποψηφίους, αναφέρθηκε απλώς ότι η υπεροχή τους στα κοινωνικά κριτήρια δεν αρκεί για την επιλογή τους, αφού υστερούν ως προς τα ουσιαστικά προσόντα. Ο Δήμαρχος Πάργας μειοψήφισε και πρότεινε τον … τονίζοντας ότι κανένας από τους λοιπούς υποψηφίους δεν προσκόμισε δικαιολογητικά αποδεικνύοντα την εξειδίκευση η την εμπειρία του. Υπέρ της γνώμης του Δημάρχου τάχθηκε και η Πρόεδρος της Επιτροπής. Τελικώς, με την 6236/2002 απόφαση της Επιτροπής, που ελήφθη με πλειοψηφία τριών μελών, πρώτος κατετάγη ο ….. 50 ετών, άγαμος, δικηγόρος από το 1977, παρ` εφέταις δε από 21.10.1982, με πτυχίο Νομικής με βαθμό «καλώς», κυρίως λόγω της επαγγελματικής του πείρας και επάρκειας και με τη σκέψη ότι η ηλικία και η μέχρι τώρα απασχόληση του προδιαγράφει ευδόκιμη συνεργασία. Ως προς την προσωπικότητα, και την επιστημονική κατάρτιση κρίθηκε ότι δεν υπερέχει των λοιπών υποψηφίων αφού τόσο αυτός, όσο και οι άλλοι δεν έχουν επιστημονικές δημοσιεύσεις ούτε μεταπτυχιακές σπουδές. Ως προς την εξειδίκευση κρίθηκε ότι δεν υπερέχει κανένας υποψήφιος δεδομένου ότι ο υποψήφιος … απέκτησε το σχετικό προσόν κατά παράβαση των διατάξεων του ν. 1649/86, χωρίς δηλαδή να έχει προσληφθεί νόμιμα στο Δήμο Πάργας. Ως προς τη γνώση της ξένης γλώσσας ότι υπερέχει ο υποψήφιος … Ως προς την οικογενειακή κατάσταση και τις βιοτικές ανάγκες ότι υπερέχει ο … που είναι έγγαμος και ως προς την οικονομική κατάσταση ότι υπερέχει η …. και ακολουθεί ο … Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας,

πρώτα έπρεπε να καταταγεί ο υποψήφιος …. «λαμβάνοντας υπόψη κυρίως τόσο την εξειδίκευσή του στο αντικείμενο απασχόλησης ως προς το οποίο υπερτερεί των λοιπών υποψηφίων καθότι από τα σχετικά έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελό του και δη τους τίτλους σπουδών του και τα δικόγραφα αποδεικνύεται η συστηματική απασχόλησή του από το έτος 1998 και η αποκλειστική απασχόληση από το 1999 μέχρι σήμερα με τις υποθέσεις του Δήμου Πάργας, τις οποίες χειρίζεται αποτελεσματικά, την επαγγελματική του πείρα και επάρκεια, το βαθμό του πτυχίου του που είναι «λίαν καλώς», τη γνώση της Αγγλικής γλώσσης, το ότι η ηλικία � διορίσθηκε δικηγόρος το έτος 1996, παρ` Εφέταις δε το έτος 2000 � και η επαγγελματική του δραστηριότητα εγγυώνται την περαιτέρω επαγγελματική του εξέλιξη, όσο και την εικόνα που ο υποψήφιος αυτός παρουσίασε κατά την ατομική συνέντευξη». Κατόπιν αυτών, δεν ακολούθησε πράξη πρόσληψης του επιλεγέντος στο Δήμο Πάργας, αλλ` αντιθέτως ο μεν Δήμος Πάργας άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας την υπό κρίση αίτηση κατά της άνω επιλογής, ο δε επιλεγείς και ήδη παρεμβαίνων άσκησε την Ε 1386/03 αίτηση ακυρώσεως κατά της παράλειψης του Δήμου να ολοκληρώσει τη διαδικασία πρόσληψής του.

13. Επειδή, η πρόσληψη εμμίσθων δικηγόρων στο δημόσιο τομέα διέπεται αποκλειστικά από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, σύμφωνα με τις οποίες η γνώση ξένων γλωσσών αποτελεί ένα από τα στοιχεία που λαμβάνεται υπόψη και συνεκτιμάται με τα λοιπά κριτήρια που θέτει ο νόμος, όπως είναι η προσωπικότητα του υποψηφίου, η επιστημονική του κατάρτιση, η εξειδίκευσή του στο αντικείμενο της απασχόλησης, καθώς και η επαγγελματική του πείρα και επάρκεια. Κατόπιν τούτου δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή το π.δ. 50/2001 «Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις φορέων του δημόσιου τομέα» (Α` 39) που προβλέπει ότι γενικώς, για την πρόσληψη στο δημόσιο τομέα απαιτείται ως αναγκαίο τυπικό προσόν η γνώση ξένων γλωσσών και επεξεργασίας κειμένων σε Η/Υ, κατά τα ειδικώτερον οριζόμενα στο άρθρο 27 αυτού. Ενόψει αυτών, νομίμως η οικεία Επιτροπή έκρινε με το υπ` αριθμ. 2/16.9.2002 πρακτικό της, ότι κατά την αληθή έννοια της ως άνω 4142/28.11.2001 προκήρυξης, η γνώση της αγγλικής γλώσσας και της επεξεργασίας κειμένων σε Η/Υ δεν αποτελεί τυπικό προσόν η έλλειψη του οποίου αποκλείει όσους υποψηφίους δεν το διαθέτουν, αλλά ένα από τα κατά νόμο συνεκτιμητέα προσόντα. Κατόπιν αυτών, ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η ως άνω κρίση της Επιτροπής είναι μη νόμιμη και περαιτέρω ότι μη νομίμως δεν αποκλείστηκαν εξ αρχής όσοι υποψήφιοι δεν διέθεταν τα εν λόγω προσόντα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

14. Επειδή, τέλος, η προπαρατεθείσα αιτιολογία της επίδικης εκλογής περιορισθείσα κατά βάση, στην αναφορά ορισμένων στοιχείων για τους δύο επικρατέστερους υποψηφίους, παρίσταται πλημμελής διότι δεν μνημονεύονται σ` αυτήν τα πραγματικά δεδομένα των υποψηφίων (ηλικία, σπουδές, επαγγελματική εμπειρία κλπ.) ούτε αναφέρονται συγκεκριμένα στοιχεία (αριθμός υποθέσεων που χειρίστηκε δικαστικές αποφάσεις επί υποθέσεων) από τα οποία να προκύπτει η επαγγελματική δραστηριότητα του τελικώς επιλεγέντος και ήδη παρεμβαίνοντος, πέραν του μεγαλύτερου χρόνου της επαγγελματικής του απασχολήσεως (βλ. ΣΕ 1442/2004, 1673/1999, κ.α.). Για το λόγο αυτό, που προβάλλεται βασίμως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως παρέλκει ως αλυσιτελής. Περαιτέρω, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στη διοίκηση για νέα νομίμως αιτιολογημένη κρίση.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται την αίτηση.

Ακυρώνει την 6326/2002 απόφαση της Επιτροπής του ν. 1649/86 περί επιλογής δικηγόρου στο Δήμο Πάργας.

Απορρίπτει την παρέμβαση του …

Αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση κατά το αιτιολογικό.

Και επιβάλλει συμμέτρως σε βάρος του Δημοσίου και του παρεμβαίνοντος τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος Δήμου που ανέρχεται στο ποσό των 920 Ε.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2005

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας

Π.Ζ. Φλώρος Δ. Τετράδη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 19ης Μαΐου 2005. Ο Πρόεδρος του Γ` Τμήματος Η Γραμματέας του Γ` Τμήματος

Γ. Σταυρόπουλος Δ. Μουζάκη

Πρόεδρος: Π.Ζ. Φλώρος
Εισηγητές: Μ. Παπαδοπούλου
Λήμματα: Δικηγόροι ΟΤΑ ,Συνταγματικότητα ρύθμισης

DSANET

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ :

H ως αποφαση εκρινε το άρθρο 11 του ν. 1649/1986

«Τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα των Δικηγόρων και άλλες διατάξεις» (φ. 149 Α)

To ως ανω αρθρο αντικατασταθηκε με τον νεο ΚΔ  2013 (αρθρο 43-η) ως εξης:

43-η : Για την επιλογή και πρόσληψη λαμβάνονται υπό ψη η προσωπικότητα του υποψηφίου, η επιστημονική του κατάρτιση, η εξειδίκευσή του στο αντικείμενο της απασχόλησης, η επαγγελματική του πείρα, επάρκεια, η γνώση ξένων γλωσσών και συνεκτιμάται η οικογενειακή του κατάσταση και η πρόβλεψη της εξέλιξής του.

Κρίσιμος χρόνος για τον έλεγχο της συνδρομής των πιο πάνω τυπικών προσόντων είναι ο χρόνος λήξης της προθεσμίας για την υποβολή των αιτήσεων. Στην προκήρυξη προβλέπεται συντελεστής βαρύτητας στα κριτήρια, ανάλογα με τις ανάγκες του φορέα.

http://www.dsa.gr/sites/default/files/news/attached/n._4194-2013_-_kwdikas_dikigorwn_fek_a_208.pdf

Παρατηρουμε οτι η διάταξη του νέου κώδικα, τότε είναι ίδια με την παλιά.

Λαμβάνονται υπόψη λέει και αυτή οι ξενες γλωσσες. Δεν λέει ότι είναι τυπικό προσόν.

Επομενως η γνωση ξένων γλωσσων δεν είναι τυπικό προσόν απλά δίδει περισσότερα μόρια η σε περίπτωση μη ύπαρξης μορίων δίνει προβάδισμα σε αυτόν που την κατέχει σε ισότιμους.
Συμπεριλαμβανωμενων βεβαια και των αλλων προσοντων καθενος οπως η εμπειρια.

Καθε διαγωνισμος λοιπον που οριζει ως προυποθεση συμμετοχης σε αυτον αυτα τα 2 χαρακτηριστικα και δεν τα συνυπολογιζει ως απλα επιθυμητα προσοντα ειναι ΠΑΡΑΝΟΜΟΣ.