Μόλις 3.256 νέες θέσεις εργασίας σε 10 χρόνια από τις ξένες επενδύσεις


Του Βασιλη Ζηρα

Μόλις μια άμεση νέα θέση εργασίας δημιούργησαν οι ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία για κάθε είκοσι νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν από τις επενδύσεις ελληνικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ελληνικού Κέντρου Επενδύσεων, κατά την περίοδο 1996 – 2006 από τις επενδύσεις ξένων κεφαλαίων στην Ελλάδα δημιουργήθηκαν μόλις 3.256 θέσεις εργασίας.

Την ίδια περίπου περίοδο και ιδίως από το 1999 και μετά από τις ελληνικές επενδύσεις στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης δημιουργήθηκαν σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Τραπέζης της Ελλάδος 65.000 νέες θέσεις απασχόλησης.

Αυτό το δυσθεώρητο έλλειμμα του «ισοζυγίου» νέων θέσεων εργασίας οφείλεται σε τρεις κυρίως παράγοντες:

1. Στις χαμηλές έτσι κι αλλιώς εισροές ξένων κεφαλαίων στην ελληνική οικονομία. Παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, η Ελλάδα παραμένει ένας ελάχιστα ελκυστικός προορισμός για τα διεθνή επενδυτικά κεφάλαια. Την περίοδο 2000 – 2005 οι εισροές ξένων επενδύσεων ήταν οι χαμηλότερες μεταξύ των 27 κρατών-μελών της Ε.Ε. ως ποσοστό του ΑΕΠ (χαμηλότερες του 1%). Ακόμη και το 2006, που σημειώθηκε ιστορικό ρεκόρ στις άμεσες ξένες επενδύσεις στη χώρα μας, τα 5,4 δισ. δολάρια που εισέρρευσαν αποτελούν μόλις το 0,6% του συνόλου των άμεσων ξένων επενδύσεων στα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ.

Σωρευτικά, την περίοδο 1997-2006 οι εισροές ξένων επενδυτικών κεφαλαίων στην Ελλάδα ανήλθαν σε 13,8 δισ. δολάρια, όσες δηλαδή ήταν στην Πολωνία μόνο το 2006. Στην Ιρλανδία την ίδια περίοδο οι άμεσες ξένες επενδύσεις έφτασαν τα 88,5 δισ. δολάρια, στην Τσεχία τα 55,2 δισ. και στην Πορτογαλία τα 43,5 δισ. δολάρια. Ταυτόχρονα αυξάνονται οι εκροές, δηλαδή οι άμεσες ξένες επενδύσεις ελληνικών επιχειρήσεων, κυρίως στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Το 2000 για πρώτη φορά η ελληνική οικονομία έγινε «καθαρός εξαγωγέας» ξένων επενδύσεων.

2. Στο γεγονός ότι οι άμεσες ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα αφορούν κυρίως εξαγορές υφιστάμενων επιχειρήσεων και όχι δημιουργία νέων. Για παράδειγμα, πέρυσι το ιστορικό ρεκόρ των 5,4 δισ. ευρώ ή 4,3 δισ. ευρώ οφείλεται στην εξαγορά της Εμπορικής Τράπεζας από την Credit Agricole, του κλάδου των ασφαλίσεων της Alpha Bank από την Axa, της Hyatt Regency από την BC Partners και των ΤΙΜ και Q-Telecoms από την Texas Pacific. Περιλαμβάνονται επίσης η εξαγορά της Δέλτα Παγωτό από τη Nestle, η επένδυση της Dubai Financial στη Marfin και της Fortress στην Proton Bank, καθώς και η συμμετοχή της μητρικής Sarah Lee στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου στη Sarah Lee Hellas.

Εντασης κεφαλαίου

3. Στο γεγονός ότι οι επενδύσεις στην Ελλάδα είναι έντασης κεφαλαίου και όχι εργασίας. Δηλαδή είναι από τη φύση τους τέτοιες που δεν δημιουργούν πολλές θέσεις εργασίας, όχι τουλάχιστον για εργαζόμενους με χαμηλή εξειδίκευση. Για τέτοιου είδους επενδύσεις, οι επιχειρήσεις επιλέγουν άλλες αγορές, με χαμηλό κόστος εργασίας. Αυτό άλλωστε κάνουν και οι ελληνικές εταιρείες που μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους στις βαλκανικές αγορές. Στην Ελλάδα, το ωριαίο κόστος εργασίας στη βιομηχανία και τις υπηρεσίες εκτός της δημόσιας διοίκησης ανέρχεται σε 13,37 ευρώ, έναντι 1,45 ευρώ στη Βουλγαρία, 1,76 στη Ρουμανία, 4,74 στην Πολωνία και 5,85 ευρώ στην Τσεχία. Συνεπώς η Ελλάδα δεν μπορεί να προσελκύσει άμεσες επενδύσεις από το εξωτερικό που στοχεύουν στη χρήση φθηνού εργατικού δυναμικού. Ταυτόχρονα όμως δεν μπορεί να προσελκύσει ούτε και επενδύσεις σε κλάδους με υψηλή προστιθέμενη αξία, λόγω της ανεπάρκειας, σε σχέση με άλλες χώρες, του εργατικού δυναμικού σε εφαρμοσμένες γνώσεις, γεγονός που αντανακλά την αναντιστοιχία μεταξύ του εκπαιδευτικού συστήματος και των αναγκών της αγοράς εργασίας για ανθρώπινο δυναμικό υψηλών δεξιοτήτων.

Το έλλειμμα του «ισοζυγίου» νέων θέσεων εργασίας δεν φαίνεται να ενοχοποιεί την επέκταση των δραστηριοτήτων των ελληνικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό. Σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ, κατά κανόνα οι επιχειρήσεις που αναπτύσσουν μέρος των παραγωγικών του λειτουργιών στο εξωτερικό αυξάνουν τις θέσεις εργασίας και στην εγχώρια αγορά. «Οι ελληνικές πολυεθνικές διακρίνονται από μια δυναμική αύξηση των θέσεων εργασίας, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 7,9% κατά την τελευταία πενταετία 2001-2005. Αυτός ο ρυθμός αύξησης είναι σχεδόν τετραπλάσιος του μέσου ρυθμού αύξησης της απασχόλησης στην Ελλάδα (2% για την ίδια περίοδο). Αυτή η δυναμική εξέλιξη αποδεικνύει ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις εκτεθειμένες στον διεθνή ανταγωνισμό δημιουργούν θέσεις εργασίας με ταχύτερους ρυθμούς ενισχύοντας έτσι τόσο την εγχώρια όσο και την αλλοδαπή αγορά εργασίας», σημειώνει στην έκθεσή του το ΙΟΒΕ.

Οπως επισημαίνει η ΤτΕ είναι οι διαρθρωτικές αδυναμίες που καθηλώνουν σε χαμηλά επίπεδα τις άμεσες ξένες επενδύσεις. Συγκεκριμένα:

— Η ύπαρξη ρυθμίσεων που παρεμποδίζουν τον ανταγωνισμό, την ευελιξία στην αγορά εργασίας και προϊόντων. Η Παγκόσμια Τράπεζα κατατάσσει την Ελλάδα στην 109η θέση παγκοσμίως ως προς την ευκολία επιχειρηματικής δραστηριότητας.

— Το υψηλό κόστος της επιχειρηματικότητας, λόγω της γραφειοκρατίας και της σχετικά υψηλής φορολογικής επιβάρυνσης. Στην Ελλάδα ο αριθμός των διαδικασιών που απαιτούνται για την ίδρυση μιας επιχείρησης είναι 15, έναντι 3 στη Δανία, 4 στην Ιρλανδία και 5 στη Ρουμανία.

— Η ανεπάρκεια των υποδομών σε νέες τεχνολογίες. Παρά την πρόοδο η Ελλάδα παραμένει ουραγός μεταξύ των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης ως προς τη χρήση του Διαδικτύου και προτελευταία στις συνδέσεις «γρήγορου Ιντερνετ». Επίσης, χαμηλές είναι οι δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη ως ποσοστό του ΑΕΠ φτάνοντας μόλις το 0,7%, έναντι 1,27% στην Τσεχία, 1,11% στην Ιρλανδία και 0,93% στην Πορτογαλία.

Πηγη : http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_2_24/06/2007_231895

Advertisements