2215/2006 Διοικ. Πρωτ. Πειραια : Αδικαιολόγητος πλουτισμός του δημοσίου από παράνομο καταλογισμό εισφορών σε Διευθυν. Σύμβουλο Α.Ε. – Πότε οι τελευταίοι Δεν ευθύνονται για τα χρέη των Ανωνύμων Εταιριών.


Την παρακάτω απόφαση, 2215/2006 του Διοικ. Πρωτοδικείου Πειραιά που επικυρώθηκε με τις  641/2009 και 1772/2009 αποφάσεις  του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά   χειρισθηκα ο ίδιος σε όλους τους βαθμούς  σε ενα μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα που ξεκίνησε το 2006 και ευοδώθηκε  ουσιαστικά το 2010. 

Tο δημόσιο, παραιτούμενο πια από την ουσία και δεχόμενο την ήττα του, προσέφυγε στο ΣΤΕ μόνο για το θέμα των τόκων.

Κατάφερα  να επιστραφεί σε πολίτη ένα σημαντικό χρηματικό ποσό που παράνομα και με την απειλή κατάσχεσης της κατοικίας του απέσπασε  το ελληνικό δημόσιο (ΙΚΑ).

ΠΕΡΙΛΗΨΗ:

Κατά το άρθρο 115 του ν. 2238/1994 »Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος» (ΦΕΚ 151 Α’) ορίζεται ότι : »-1. Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές ή διευθύνοντες σύμβουλοι και εκκαθαριστές των ημεδαπών ανωνύμων εταιριών ή συνεταιρισμών κατά το χρόνο διάλυσης ή συγχώνευσής τους, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα σύμφωνα με τον παρόντα, καθώς και του φόρου που παρακρατείται, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι από την έναρξη ισχύος του ν. 2676/1999 (5.1.1999) και μετά, οι διευθύνοντες σύμβουλοι των ανωνύμων εταιριών και τα λοιπά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 115 του ν. 2238/1994 ευθύνονται προσωπικά και αλληλέγγυα για τις οφειλόμενες από τα νομικά πρόσωπα ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ, οι οποίες γεννήθηκαν κατά την διάρκεια της λειτουργίας των, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεως των εισφορών.

Η ισχύς δε της ως άνω διατάξεως (του άρθρου 69 παρ. 2 του ν. 2676/1999) και για τα χρέη που είχαν δημιουργηθεί πριν τις 5.1.1999 δεν αντίκειται στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος, εφόσον δεν επιβάλλεται με τη διάταξη αυτή αναδρομικά φορολογικό βάρος, αλλά θεσπίζεται ευθύνη των διοικούντων την ανώνυμη εταιρία και τα λοιπά πρόσωπα για καταβολή ασφαλιστικών εισφορών που όφειλαν τα νομικά πρόσωπα, είτε αυτές βεβαιώθηκαν προ είτε μετά την ημερομηνία αυτή, οι εισφορές δε αυτές δεν έχουν τον χαρακτήρα φορολογικού βάρους (ΣτΕ 3785/2005).

Εν προκειμένω το Διοικητικό Πρωτοδικείο & ακολούθως το Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς  δέχτηκαν ότι :

α) Για να είναι νόμιμη η κατάσχεση που επιχειρήθηκε σε βάρος του ενάγοντος με την ιδιότητά του ως Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας »….. ΑΕ», για την είσπραξη οφειλών της εταιρίας που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από Ιούλιο 1997 έως Δεκέμβριο 2000, και περαιτέρω η εκ μέρους του καταβολή των οφειλών αυτών, δεν αρκεί ο ενάγων να είχε την αποδιδόμενη ιδιότητα κατά το διάστημα που αφορούν οι οφειλές αλλά απαιτείται να κατείχε την ιδιότητα αυτή και κατά το χρόνο έναρξης ισχύος της διάταξης του άρθρου 69 παρ. 2 ν. 2676/1999 (ήτοι, στις 5.1.1999),

β) Ο ενάγων δεν είχε την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της εν λόγω εταιρίας κατά τον κρίσιμο χρόνο, καθόσον με την από ……. απόφαση της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης της εταιρίας δεν εκλέχθηκε μεταξύ των προσώπων που εκπροσωπούν και δεσμεύουν την εταιρία και, ως εκ τούτου, με την απόφαση αυτή παύθηκε από τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας.

δ) Η θεσπιζόμενη από τις διατάξεις των παραγράφων 13 και 15 του άρθρου 7β ν. 2190/1920 αδυναμία της εταιρίας να αντιτάξει, έναντι τρίτων, τη μεταβολή που επήλθε στο πρόσωπο του ενάγοντος, πριν τηρηθούν οι προβλεπόμενες διατυπώσεις δημοσιότητας, δεν αφορά στο φυσικό πρόσωπο του ενάγοντος που υφίσταται τη μεταβολή

ε) Ο ενάγων δεν είχε την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου ούτε κατά το χρόνο λύσης της εταιρίας και, ως εκ τούτου, δεν ευθύνεται για τα χρέη αυτής ούτε κατά τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 4 ν. 2556/1997. Κατόπιν αυτών και σύμφωνα με τη γνώμη που πλειοψήφησε, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων δεν ευθύνεται για τις οφειλές της εταιρίας »………….» προς το εναγόμενο Ίδρυμα και, συνεπώς, η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του για την εξόφληση των οφειλών αυτών ήταν παράνομη.

Κατά συνέπεια, και η εκ μέρους του καταβολή έγινε χωρίς νόμιμη αιτία, όπως βασίμως προβάλλεται. Επομένως, το εναγόμενο πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των ……………………..ευρώ, νομιμοτόκως (με βάση το εκάστοτε επιτόκιο υπερημερίας, βλ. ΣτΕ 3651/2002, ΕΔΚΑ 2002 σελ. 809) από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής.

******************************************************************

ika-etam-arxes-avgoustou-oi-allages-stis-eisfores-1-315x236

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Δικαστήριο:

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ

Τόπος:

ΠΕΙΡΑΙΑ

Αριθ. Απόφασης:

2215

Ετος:

2006

Κείμενο Απόφασης
Αριθμός απόφασης 2215/2006

ΤΟ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Τμήμα

3ο ΤΡΙΜΕΛΕΣ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2006, με σύνθεση τους δικαστές : Ασπασία Κορωνιώτου, Πρόεδρο Πρωτοδικών Διοικητικών Δικαστηρίων, Ελένη Μαργαρίτη – Εισηγήτρια και Στυλιανή Τσαούση, Πρωτοδίκες Διοικητικών Δικαστηρίων και γραμματέα το Γεώργιο Κουρεντζή, δικαστικό υπάλληλο.

Για να δικάσει την από 28.7.2006 αγωγή.

Τ ο υ Η.Ε., κατοίκου Π. Ψ. Α., οδός Γ. αρ., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παπακασόλα.

Κ α τ ά του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ), που εκπροσωπήθηκε από τον Διευθυντή του Ταμείου Είσπραξης Εσόδων Ι. Π., για τον οποίο παραστάθηκε η πληρεξούσια δικηγόρος Γαρυφαλλιά Φραντζή, βάσει δηλώσεως του άρθρου 133 παρ.2 ΚΔΔ ν.2717/99.

Κατά τη συζήτηση, ο διάδικος που παραστάθηκε στο ακροατήριο, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε όσα αναφέρονται στα πρακτικά.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη και αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα.

Σκέφτηκε κατά το νόμο.

Με την κρινόμενη αγωγή, για την οποία έχουν καταβληθεί τα προσήκοντα τέλη δικαστικού ενσήμου (βλ. τα υπ’ αριθμ. 115767, 115768, 115769 και 115766 σειράς Α αγωγόσημα), παραδεκτώς επιδιώκεται να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει νομιμοτόκως στον ενάγοντα το ποσό των 52.562,90 ευρώ, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Στην παράγραφο 4 του άρθρου 4 ν. 2556/1997 »Μέτρα κατά της εισφοροδιαφυγής, διασφάλιση εσόδων Ι. και άλλα θέματα» (ΦΕΚ 270 Α’/24.12.1997), ορίζονται τα εξής: »Οι διατάξεις του άρθρου 115 του Ν. 2238/1994 (ΦΕΚ 151 Α’) ‘Περί κύρωσης του Κώδικα φορολογίας εισοδήματος’, που αναφέρονται στην ευθύνη διοικούντων νομικά πρόσωπα, για την καταβολή των φόρων που οφείλουν στο Δημόσιο τα πρόσωπα αυτά, κατά το χρόνο διάλυσης ή συγχώνευσής τους, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και για την καταβολή των οφειλόμενων στο ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών». Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 2 του ν. 2676/1999 (ΦΕΚ 1 Α’), με την οποία αντικαταστάθηκε η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 του ν. 2556/1997 και η οποία άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (2676/1999) στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 5.1.1999, ορίζεται ότι: »Οι διατάξεις του άρθρου 115 του ν. 2238/1994 (ΦΕΚ 151 Α’), όπως ισχύουν κάθε φορά, που αναφέρονται στην ευθύνη των διοικούντων νομικά πρόσωπα για την καταβολή των φόρων που οφείλουν στο Δημόσιο τα πρόσωπα αυτά, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και για την καταβολή των οφειλομένων στο ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών». Στο εν λόγω άρθρο 115 του ν. 2238/1994 »Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος» (ΦΕΚ 151 Α’) ορίζεται ότι : »-1. Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές ή διευθύνοντες σύμβουλοι και εκκαθαριστές των ημεδαπών ανωνύμων εταιριών ή συνεταιρισμών κατά το χρόνο διάλυσης ή συγχώνευσής τους, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα σύμφωνα με τον παρόντα, καθώς και του φόρου που παρακρατείται, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους … -3. (όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 2648/1998 – ΦΕΚ 238 Α’). Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για τους παρακρατούμενους φόρους και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου που εκπροσωπούν, ως εξής : α) Αν έχει γίνει παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα που έχουν μία από τις ως άνω ιδιότητες από τη λήξη της προθεσμίας απόδοσης του φόρου και μετά, β) Αν δεν έχει γίνει παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα που είχαν μία από τις πιο πάνω ιδιότητες κατά το χρόνο που υπήρχε η υποχρέωση παρακράτησης του φόρου». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι από την έναρξη ισχύος του ν. 2676/1999 (5.1.1999) και μετά, οι διευθύνοντες σύμβουλοι των ανωνύμων εταιριών και τα λοιπά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 115 του ν. 2238/1994 ευθύνονται προσωπικά και αλληλέγγυα για τις οφειλόμενες από τα νομικά πρόσωπα ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ, οι οποίες γεννήθηκαν κατά την διάρκεια της λειτουργίας των, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεως των εισφορών. Η ισχύς δε της ως άνω διατάξεως (του άρθρου 69 παρ. 2 του ν. 2676/1999) και για τα χρέη που είχαν δημιουργηθεί πριν τις 5.1.1999 δεν αντίκειται στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος, εφόσον δεν επιβάλλεται με τη διάταξη αυτή αναδρομικά φορολογικό βάρος, αλλά θεσπίζεται ευθύνη των διοικούντων την ανώνυμη εταιρία και τα λοιπά πρόσωπα για καταβολή ασφαλιστικών εισφορών που όφειλαν τα νομικά πρόσωπα, είτε αυτές βεβαιώθηκαν προ είτε μετά την ημερομηνία αυτή, οι εισφορές δε αυτές δεν έχουν τον χαρακτήρα φορολογικού βάρους (ΣτΕ 3785/2005). Εξάλλου, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 115 ν. 2238/1994, απαιτείται να είχαν κάποια από τις οριζόμενες στο άρθρο αυτό ιδιότητες μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 2676/1999, δηλαδή μετά τις 5.1.1999. Αν και κατά τη γνώμη της Προέδρου, για την ευθύνη των προαναφερόμενων προσώπων αρκεί το γεγονός της ύπαρξης μίας εκ των ως άνω ιδιοτήτων σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα, στο οποίο αφορά το καταλογισθέν ποσό, ακόμα και πριν από τις 5.1.1999, δεδομένου ότι η κατά τα ανωτέρω καθιερούμενη αναδρομικότητα δεν αντίκειται, όπως προελέχθη, σε καμία συνταγματική διάταξη.

Περαιτέρω, στο άρθρο 7α ν. 2190/1920 »Περί Ανωνύμων εταιριών» (ΦΕΚ 37 Α’), όπως προστέθηκε με το άρθρο 7 π.δ. 409/1986 (ΦΕΚ 191 Α’), ορίζεται ότι: »Σε δημοσιότητα υποβάλλονται οι εξής πράξεις και στοιχεία: α…. β…. γ. Ο διορισμός και η για οποιοδήποτε λόγο παύση με τα στοιχεία ταυτότητας των προσώπων που: ασκούν τη διαχείριση της εταιρίας, έχουν την εξουσία να την εκπροσωπούν από κοινού ή μεμονωμένα, είναι αρμόδια να ασκούν τον τακτικό της έλεγχο» και στο άρθρο 7β’ του ίδιου νόμου, το οποίο προστέθηκε επίσης με το άρθρο 7 π.δ. 409/1986, ορίζεται ότι: »1. Η δημοσιότητα πραγματοποιείται: ‘α. Με την καταχώριση, ύστερα από έλεγχο, των πράξεων και στοιχείων στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών, που τηρείται στην υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου της νομαρχίας όπου έχει την έδρα της η εταιρία και β. Με τη δημοσίευση, με επιμέλεια της αρμόδιας υπηρεσίας και με δαπάνες της ενδιαφερόμενης εταιρίας, στο τεύχος Ανώνυμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβέρνησης, ανακοίνωσης για την καταχώριση στο οικείο Μητρώο Ανώνυμων Εταιριών των Πράξεων και των στοιχείων που υποβάλλονται σε δημοσιότητα, τροποποιούμενης ανάλογα της παρ. 3 του άρθρου 21 του Ν. 1599/86 «Σχέσεις Κράτους-πολίτη, καθιέρωση νέου τύπου ταυτότητας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 75/1986). Κατ’ εξαίρεση οι αρχικές και οι τροποποιημένες από τη Γενική Συνέλευση ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, εκτός από το προσάρτημα, καθώς και το πιστοποιητικό ελέγχου της παρ. 4 του άρθρου 438, δημοσιεύονται στο σύνολό τους είκοσι (20) ημέρες τουλάχιστον πριν από τη συνεδρίαση της συνέλευσης και σε περίπτωση τροποποίησής τους, μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από αυτή. -3… -13. Η εταιρία δεν μπορεί να αντιτάξει στους τρίτους τις πράξεις και τα στοιχεία για τα οποία δεν τηρήθηκε η δημοσίευση που προβλέπει η περίπτωση β’ της ανωτέρω παραγράφου 1 εκτός αν αποδείξει ότι οι τρίτοι τα γνώριζαν. Πράξεις ή στοιχεία που έχουν δημοσιευτεί δεν αντιτάσσονται στους τρίτους πριν περάσουν δεκαπέντε ημέρες από τη δημοσίευση, εφόσον οι τρίτοι αποδεικνύουν ότι δεν ήταν δυνατόν να τα γνωρίζουν. -14. Το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας είναι υπεύθυνο για την υποβολή στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου των πράξεων και στοιχείων για τα οποία απαιτείται δημοσιότητα. Σε περίπτωση ασυμφωνίας του κειμένου που δημοσιεύτηκε στο «Τεύχος Ανώνυμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης» της Εφημερίδας της Κυβέρνησης με το περιεχόμενο της πράξης ή του στοιχείου που έχει καταχωρηθεί στο Μητρώο Ανώνυμων Εταιριών, η Εταιρία δεν μπορεί να αντιτάξει το περιεχόμενο του κειμένου που δημοσιεύτηκε στους τρίτους. Οι τρίτοι μπορούν να το επικαλεστούν, εκτός αν η εταιρία αποδείξει ότι γνώριζαν το κείμενο που έχει καταχωρηθεί στο Μητρώο. -15. Οι τρίτοι μπορούν να επικαλούνται πράξεις ή στοιχεία για τα οποία δεν ολοκληρώθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας σύμφωνα με την ανωτέρω παράγραφο 1, εκτός εάν η έλλειψη δημοσιότητας τα καθιστά ανίσχυρα». Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 7α περ. γ’ και 7β παρ. 13 και 15 ν. 2190/1920, η για οποιοδήποτε λόγο παύση των προσώπων, που έχουν την εξουσία να εκπροσωπούν την ανώνυμη εταιρία από κοινού ή μεμονωμένα, είναι έγκυρη ακόμα και αν δεν υποβλήθηκε στις προαναφερόμενες διατυπώσεις δημοσιότητας. Και τούτο, διότι η δημοσιότητα αυτή δεν έχει συστατικό χαρακτήρα, αλλά μόνο δηλωτικό (ΑΠ 307/2003, ΝοΒ 2003, σελ. 1895). Επίσης, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι η μη τήρηση της αναγκαίας δημοσιότητας έχει ως αποτέλεσμα ότι η εταιρία (και επομένως όχι τα πρόσωπα που παύονται) δεν μπορεί να αντιτάξει την ανωτέρω μεταβολή στον τρίτο, εκτός εάν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο τελευταίος γνώριζε την προλαβούσα μεταβολή (ΕφΑθηνών 3344/1996, ΔΕΕ 1996, σελ. 937).

Εξάλλου, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, ΦΕΚ 97 Α’) ορίζει, στο άρθρο 71, ότι: »-1. Αγωγή μπορεί να ασκήσει εκείνος ο οποίος έχει, κατά του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, χρηματική αξίωση από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου. -2…». Τέλος, ο Αστικός Κώδικας ορίζει, στο άρθρο 904, ότι: »Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη…».

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Με την υπ’ αριθμ. 1506/3.12.2001 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του Δικαστικού Επιμελητή, κατασχέθηκε, σε εκτέλεση έγγραφης παραγγελίας του Διευθυντή του Ταμείου ΙΚΑ, το περιγραφόμενο σε αυτή ακίνητο του ενάγοντος, ως υπεύθυνου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία »…….. ΑΕ». Το εν λόγω μέτρο διοικητικής εκτέλεσης ελήφθη κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 69 παρ. 2 ν. 2676/1999, προκειμένου να εισπραχθούν χρέη της εταιρίας αυτής προς το εναγόμενο Ίδρυμα, ύψους 35.899,29 ευρώ. Ειδικότερα, τα αναγκαστικώς επιδιωκόμενα χρέη προέρχονταν από καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές που βεβαιώθηκαν με τις υπ’ αριθμ. 40901 και 27357/22.2.2001 ΠΕΕ και ΠΕΠΤ και ανάγονταν στο χρονικό διάστημα από Ιούλιο 1997 έως Δεκέμβριο 2000. Προς αποφυγή πλειστηρίασης του κατασχεθέντος ακινήτου του, ο ενάγων κατέβαλε στο Ταμείο ΙΚΑ Πειραιά το συνολικό ποσό των (31.065,72 ευρώ οι ανεξόφλητες ασφαλιστικές εισφορές + 20.533,31 ευρώ οι προσαυξήσεις + 963,87 ευρώ τα έξοδα διοικητικής εκτέλεσης =) 52.562,90 ευρώ, όπως συνομολογεί και το διάδικο Ίδρυμα (σχετ. το υπ’ αριθμ. 30077/25.2.2006 γραμμάτιο είσπραξης). Ήδη, με την κρινόμενη αγωγή και το υπόμνημα που παραδεκτώς κατέθεσε, ο ενάγων υποστηρίζει ότι κατέβαλε το προαναφερόμενο ποσό αχρεωστήτως και τούτο διότι ουδέποτε είχε την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της οφειλέτριας εταιρίας και, επομένως, δεν υπείχε προσωπική ευθύνη για τα χρέη της προς το ΙΚΑ και πάντως διότι οι επίμαχες οφειλές δημιουργήθηκαν -κατά το μεγαλύτερο μέρος τους- μετά τη λήξη της θητείας του ως Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας αυτής. Ζητεί δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ίδρυμα να καταβάλει σε αυτόν, με το νόμιμο τόκο, το προαναφερόμενο ποσό των 52.562,90 ευρώ, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού και να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του αυτών ο ενάγων επικαλείται και προσκομίζει -μεταξύ άλλων- τα ακόλουθα έγγραφα στοιχεία: α) Το από 30.6.1998 Πρακτικό, σύμφωνα με το οποίο η Τακτική Γενική Συνέλευση της εταιρίας »… ΑΕ» εξέλεξε νέο Διοικητικό Συμβούλιο, πενταετούς θητείας, με μέλη τους Γ. Σ., Ε. Σ., Β. Σ. και Ν. Σ., β) Το από 1.7.1998 Πρακτικό, με το οποίο το ως άνω Διοικητικό Συμβούλιο συγκροτήθηκε σε σώμα και εξέλεξε Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο το Γ. Σ., γ) Την υπ’ αριθμ. πρωτ. 3204/29.5.2002 Βεβαίωση της Διευθύντριας Εμπορίου και Τουρισμού της Νομαρχίας Πειραιώς, με την οποία βεβαιώνεται ότι τα προαναφερόμενα υπό στοιχεία (α) και (β) πρακτικά, μολονότι υποβλήθηκαν από την ως άνω εταιρία, δεν καταχωρήθηκαν στο Μητρώο ΑΕ και ΕΠΕ, λόγω ελλείψεως δικαιολογητικών παρελθουσών χρήσεων και δ) Την υπ’ αριθμ. πρωτ. 8054/3.10.2002 απόφαση της νομάρχη Πειραιά, με την οποία ανακλήθηκε η άδεια συστάσεως της ως άνω εταιρίας. Εξάλλου, το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, με την από 28.9.2006 έκθεση απόψεων και το από 5.10.2006 παραδεκτώς κατατεθέν υπόμνημά του, υποστηρίζει ότι ο ενάγων έφερε την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας »…. ΑΕ», όπως αποδεικνύεται από την από 19.12.1991 Αίτηση-Δήλωση Απογραφής Εργοδότη που υπέβαλε η εταιρία αυτή στο ΙΚΑ, στην οποία αναφέρεται μεταξύ των υπευθύνων και ο ενάγων ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος καθώς και από το υπ’ αριθμ. 4567/27.7.1993 ΦΕΚ (τ. ΑΕ και ΕΠΕ), στο οποίο ανακοινώθηκε η εκλογή Διοικητικού Συμβουλίου από τη Γενική Συνέλευση της ως άνω εταιρίας, μέλος του οποίου -και μάλιστα με την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος συμβούλου- είναι και ο ενάγων. Επίσης, προβάλλει ότι, εκτός από τα προαναφερόμενα, κανένα άλλο στοιχείο περί μεταβολής στη διοίκηση της εταιρίας δεν ανακοινώθηκε ούτε κατατέθηκε στις αρμόδιες υπηρεσίες του.

Κατόπιν των ανωτέρω, ενόψει των διατάξεων που παρατέθηκαν σε προηγούμενη σκέψη και της ερμηνείας τους που έγινε δεκτή, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι: α) Για να είναι νόμιμη η κατάσχεση που επιχειρήθηκε σε βάρος του ενάγοντος με την ιδιότητά του ως Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας »…….. ΑΕ», για την είσπραξη οφειλών της εταιρίας που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από Ιούλιο 1997 έως Δεκέμβριο 2000, και περαιτέρω η εκ μέρους του καταβολή των οφειλών αυτών, δεν αρκεί ο ενάγων να είχε την αποδιδόμενη ιδιότητα κατά το διάστημα που αφορούν οι οφειλές αλλά απαιτείται να κατείχε την ιδιότητα αυτή και κατά το χρόνο έναρξης ισχύος της διάταξης του άρθρου 69 παρ. 2 ν. 2676/1999 (ήτοι, στις 5.1.1999), β) Ο ενάγων δεν είχε την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου της εν λόγω εταιρίας κατά τον κρίσιμο χρόνο, καθόσον με την από 30.6.1998 απόφαση της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης της εταιρίας δεν εκλέχθηκε μεταξύ των προσώπων που εκπροσωπούν και δεσμεύουν την εταιρία και, ως εκ τούτου, με την απόφαση αυτή παύθηκε από τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας, την οποία, πάντως, κατείχε κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα, απορριπτομένου ως αβάσιμου του αντίθετου ισχυρισμού της αγωγής, γ) Η τελευταία απόφαση της Γ.Σ. της εταιρίας είναι έγκυρη και παράγει αποτελέσματα, ως προς τη μεταβολή που επήλθε στο πρόσωπο του ενάγοντος, από το χρόνο λήψης της (30.6.1998), χωρίς να επηρεάζει το κύρος της η παράλειψη δημοσίευσής της, καθόσον η εν λόγω δημοσίευση έχει, όπως προαναφέρθηκε, δηλωτικό και όχι συστατικό χαρακτήρα, δ) Η θεσπιζόμενη από τις διατάξεις των παραγράφων 13 και 15 του άρθρου 7β ν. 2190/1920 αδυναμία της εταιρίας να αντιτάξει, έναντι τρίτων, τη μεταβολή που επήλθε στο πρόσωπο του ενάγοντος, πριν τηρηθούν οι προβλεπόμενες διατυπώσεις δημοσιότητας, δεν αφορά στο φυσικό πρόσωπο του ενάγοντος που υφίσταται τη μεταβολή και ε) Ο ενάγων δεν είχε την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου ούτε κατά το χρόνο λύσης της εταιρίας και, ως εκ τούτου, δεν ευθύνεται για τα χρέη αυτής ούτε κατά τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 4 ν. 2556/1997. Κατόπιν αυτών και σύμφωνα με τη γνώμη που πλειοψήφησε, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων δεν ευθύνεται για τις οφειλές της εταιρίας »Τεχνική Επενδυτική ΑΕ» προς το εναγόμενο Ίδρυμα και, συνεπώς, η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του για την εξόφληση των οφειλών αυτών ήταν παράνομη. Κατά συνέπεια, και η εκ μέρους του καταβολή έγινε χωρίς νόμιμη αιτία, όπως βασίμως προβάλλεται. Επομένως, το εναγόμενο πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 52.562,90 ευρώ, νομιμοτόκως (με βάση το εκάστοτε επιτόκιο υπερημερίας, βλ. ΣτΕ 3651/2002, ΕΔΚΑ 2002 σελ. 809) από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής. Αν και κατά τη γνώμη της Προέδρου, εφόσον ο ενάγων ήταν Πρόεδρος του ΔΣ κατά το χρονικό διάστημα μέχρι τις 30.6.1998, υπήρχε ευθύνη του για τα χρέη που είχαν δημιουργηθεί μέχρι τότε, δηλαδή για το ποσό των 3.152.700 δραχμών (9.252,23 ευρώ), με περαιτέρω συνέπεια το εναγόμενο να πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως το ποσό των (52.562,90 – 9.252,23 =) 43.310,67 ευρώ, κατά μερική αποδοχή της αγωγής. Τέλος, το αίτημα για κήρυξη της απόφασης αυτής ως προσωρινώς εκτελεστής δεν μπορεί να γίνει δεκτό επειδή από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν αποδεικνύεται ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι προς τούτο ή ότι η επιβράδυνση της εκτελέσεως θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημία στον ενάγοντα.

Συνακόλουθα, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή, να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ίδρυμα να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 52.562,90 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοσή της και να απαλλαγεί το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ από τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. τελευταίο ΚΔΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την αγωγή.

Υποχρεώνει το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ να καταβάλει στον ενάγοντα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το ποσό των πενήντα δύο χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα δύο ευρώ και ενενήντα λεπτών (52.562,90).

Απαλλάσσει το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ από τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος.

Η διάσκεψη του Δικαστηρίου έγινε στον Πειραιά στις 20.11.2006 και η απόφαση δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 29.12.2006.

Η Πρόεδρος Η Εισηγήτρια

ΑΣΠΑΣΙΑ ΚΟΡΩΝΙΩΤΟΥ ΕΛΕΝΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΡΕΝΤΖΗΣ

*Το κείμενο της απόφασης είναι προσβάσιμο και σε όλες σχεδόν τις βάσεις νομικών πληροφοριών (dsanet κλπ)

info:

Κωνσταντίνος Παπακασολας

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΑΘΗΝΩΝ

ΧΡΥΣΟΥΠΟΛΕΩΣ 16-18 ΠΟΛΥΓΩΝΟ ΑΘΗΝΑ ΤΚ: 11476
Τηλέφωνο : 2108673185

email : lawyalty@gmail.com

Advertisements