Η επαρχία στα χέρια κερδοσκόπων


 

Η επαρχία στα χέρια κερδοσκόπων 

Αν επενδύονταν στην ανάπτυξη και την παραγωγή, μέσα στο τότε υπάρχον πλαίσιο του προστατευτισμού, πιθανόν να είχαμε αρνητικές εξελίξεις στη συνέχεια. Αν δηλαδή με τα χρήματα των «πακέτων» δημιουργούνταν κάποιες χιλιάδες νέες παραγωγικές μονάδες στο σύνολο της επικράτειας, θα είχαμε άσχημες εξελίξεις για τον σχεδιασμό τους. Χιλιάδες τέτοιες παραγωγικές μονάδες με εξαγωγικό χαρακτήρα δίπλα σε μια τεράστια ευρωπαϊκή αγορά —η οποία ήταν «ανοικτή» γι’ αυτούς— θα σήμαινε ανάπτυξη. Θα σήμαινε ισχυροποίηση των κεφαλαιοκρατών ιδιοκτητών τους. Θα σήμαινε εκατοντάδες χιλιάδες ικανοποιημένων εργατών.
Η επαρχία θα διατηρούσε τους πληθυσμούς της και άρα θα αύξανε τη δύναμή της. Θα αφαιρούσε πληθυσμούς από την κορεσμένη και ήδη απάνθρωπη Αθήνα. Τι θα γινόταν αν όλοι αυτοί οι ικανοποιημένοι και ισχυροί άνθρωποι αρνούνταν στη συνέχεια την άρση των προστατευτικών νόμων; Τι θα γινόταν αν όλοι αυτοί οι εργαζόμενοι αρνούνταν να υποδεχθούν τα «κύματα» των ξένων μεταναστών, οι οποίοι βολεύουν την Νέα Τάξη; Θα στήριζαν πολιτικές οι οποίες δεν θα κινούνταν προς την κατεύθυνση που ευνοούσε τα κυρίαρχα κόμματα και άρα τα ξένα αφεντικά τους…..

Όταν θέλεις να παραδώσεις τη χώρα στην αισχροκέρδεια των πολυεθνικών, είναι αδύνατον να το κάνεις όταν μόνον η Αθήνα έχει τις αντίστοιχες προδιαγραφές. Το μόνο που μπορείς να καταφέρεις σε μια τέτοια περίπτωση είναι να τη διαλύσεις και να «διώξεις» τους πληθυσμούς της. Δεν είναι δυνατόν να βαστάς την Αθήνα και τον πληθυσμό της όμηρο των σούπερ μάρκετ των πολυεθνικών και λίγα χιλιόμετρα μακριά να βρίσκεται η Θήβα του παραγωγού, του «χύμα» και της φτήνιας. Είναι θέμα χρόνου να «τροφοδοτείται» η πρωτεύουσα μέσω των ΚΤΕΛ. Ζωντανές κότες θα κουβαλούσαν, όπως στις παλιές ελληνικές ταινίες.

Άρα, για να παραδοθεί στις πολυεθνικές η ελληνική επικράτεια στο σύνολό της, θα έπρεπε να δρομολογηθούν ορισμένα πρά­γματα. Θα έπρεπε οι μηχανισμοί της αγοράς του κέντρου να μεταφερθούν και στην επαρχία. Αυτό ήταν άκρως απαραίτητη προϋπόθεση. Γιατί; Γιατί, μέχρι να το καταφέρουν αυτό, η διαφορά του κόστους ζωής μεταξύ του κέντρου και της επαρχίας ήταν τεράστια και αντικατόπτριζε απόλυτα τη διαφορά τους σε όλα τα άλλα τα επίπεδα. Ο Αθηναίος ήταν προνομιούχος στο θέμα της απασχόλησης, της εκπαίδευσης, των υποδομών κλπ., αλλά πλή­ρωνε «χαράτσι». Το «χαράτσι» των εμπόρων. Έπεφτε θύμα των πάσης φύσεως εμπόρων. Από τους έμπορους της στέγης μέχρι τους έμπορους των «μέσων», οι πάντες έπαιρναν μερίδιο των «προνομίων» του.

Ένα τέτοιο «μερίδιο» έπαιρναν και τα σούπερ μάρκετ. Ο Αθηναίος εκβιαζόταν από αυτά, αλλά δεν μπορούσε ν’ αντιδράσει. Ήταν το «τίμημα» της καλής του δουλειάς, των υποδομών της πρωτεύουσας κλπ.. Εκβιαζόταν εξαιτίας των αναγκών του και υποτασ­σόταν σ’ αυτούς που τις κάλυπταν. Βρισκόταν στο έλεός τους, εφόσον αυτοί αποφάσιζαν τι θα φάει και σε ποια ποιότητα. Δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά.

Αντίθετα τα πράγματα στην επαρχία ήταν διαφορετικά. Ήταν σχεδόν πρωτόγονα. Σχεδόν οθωμανικά. Οι επαρχιώτες δεν εκβιά­ζονταν από κανέναν και όλοι είχαν τον δικό τους «τρόπο» να καλύπτουν τις ανάγκες τους. Λαχανικά έπαιρναν από τη λαϊκή και άρα από τους τοπικούς παραγωγούς, που είχαν τα κτήματά τους λίγα μέτρα πιο μακριά. Πάντα κατανάλωναν είδη εποχής, εφόσον δεν υπήρχε προσφορά κάποιων άλλων προϊόντων —τα οποία επιπλέον ήταν και πανάκριβα—. Ο επαρχιώτης καταναλωτής το κρέας που κατανάλωνε το έπαιρνε από την ξαδέρφη που είχε ζώα. Το γάλα το έπαιρνε από τον γαλατά, που ήταν κουμπάρος του γαμπρού του κλπ.. Τα πάντα δηλαδή ήταν πρωτόγονα και προσωποποιημένα. Θα σου δώσω φτηνά το κρέας της χρονιάς, για να μου δώσεις το λάδι της χρονιάς.

Τα λίγα προϊόντα, που δεν μπορούσε να παράγει η τοπική παραγωγή, τα προσέφεραν τα μπακάλικα. Μπακάλικα στεγασμένα σε ιδιόκτητα ακίνητα ή σε ακίνητα με χαμηλά ενοίκια και χωρίς καθόλου προσωπικό. Μπακάλικα, των οποίων οι ιδιοκτήτες φιλο­δο­ξούσαν να βγάλουν ένα ταπεινό μεροκάματο και τίποτε παρα­πάνω. Η αγορά της επαρχίας, ακολουθώντας την οριακή της υπανάπτυξη, ήταν οριακά φτηνή. Ως εκ τούτου δεν ήταν δελεα­στική για τους μεγαλέμπορους, που λυμαίνονταν το κέντρο. Δεν είχαν ενδιαφέρον να πάνε στην επαρχία. Δεν είχαν ελπίδα ν’ ανταγωνιστούν τον τοπικό παραγωγό, ο οποίος πουλούσε ίσα-ίσα για να επιβιώσει. Ούτε τους μπακάληδες δεν μπορούσαν ν’ ανταγωνιστούν με τα έξοδα που αναγκαστικά πρέπει να έχει ένα σούπερ μάρκετ.

Πώς λοιπόν μπορείς να παραδώσεις την αγορά ενός τέτοιου κράτους στις πολυεθνικές; Πώς θα βάλεις έναν καταναλωτή της επαρχίας να πληρώνει ενάμιση ευρώ το λίτρο ενός περίπου φρέσκου γάλατος, όταν έχει μάθει να το αγοράζει ολόφρεσκο με είκοσι λεπτά; Πώς θα βάλεις έναν καταναλωτή στο σούπερ μάρκετ ν’ αγοράσει ακριβά ένα κρέας της «χημείας», όταν έχει μάθει ν’ αγοράζει σχεδόν τζάμπα το κρέας από τον φίλο του ή τον συγγενή του που έχει ζώα και γνωρίζει τι τα ταΐζει;

Το σύνολο δηλαδή των καταστάσεων ήταν αρνητικά για την ένταξη της χώρας στην Νέα Τάξη και το γενικό ξεπούλημά της. Ό,τι μέχρι την Νέα Τάξη συνέφερε τον κομματισμό, ξαφνικά έγινε προβληματικό. Την ανισότητα μεταξύ κέντρου και επαρχίας τη δημιούργησαν τα κόμματα, γιατί τους συνέφερε. Τους συνέφερε να έχουν προνομιούχους Αθηναίους και να τους παίρνουν «χαράτσι», ως τίμημα για τα προνόμιά τους. Τους συνέφερε να έχουν προνομιούχους-συνενόχους Αθηναίους, για να τους παίρ­νουν την ψήφο τους. Τους συνέφερε η επαρχία να εγκαταλειφθεί στην πρωτόγονη κατάσταση. Τους συνέφερε η αστυφιλία, γιατί διαχειρίζονταν μόνοι τους την εξουσία. Τους συνέφερε να υπηρε­τούν τα συμφέροντα των Αθηναίων και άρα και τα δικά τους εις βάρος όλων των άλλων.

Όλα αυτά άλλαξαν με την είσοδο της χώρας στην Νέα Τάξη. Γνώριζαν ότι, λόγω της ένταξής μας στην Ε.Ε., θα έμπαιναν χρήματα τα οποία θα στόχευαν στην ανάπτυξη της επαρχίας. Της πάμφθηνης και άρα άκρως ανταγωνιστικής σε σχέση με την Αθήνα επαρχίας. Το ακόμα χειρότερο ήταν ότι πρώτα θα έμπαιναν τα χρήματα και μετά θα γινόταν άρση των εθνικών προστατευτικών νόμων.

Αυτό όμως ήταν πρόβλημα με πολλές διαστάσεις. Ένα πρόβλημα, το οποίο μπορούσε να απειλήσει το σύνολο του σχεδιασμού τους. Του σχεδιασμού τόσο των ξένων ιμπεριαλιστών όσο και των τοπικών κομματαρχών. Ενός σχεδιασμού, που είχε ως βασικό στόχο να μην χάσουν τα δύο μεγάλα κόμματα τον έλεγχο της εξουσίας και προπαντώς να μην γίνει αυτή η ανάπτυξη εις βάρος του στόχου του των ιμπεριαλιστών, που ήταν η «τζάμπα» εξαγορά της χώρας.

Κινδύνευαν δηλαδή οι ιμπεριαλιστές ν’ ανοίξουν μόνοι τους τον «τάφο» τους. Κινδύνευαν ν’ αναπτυχθεί η Ελλάδα με δικά τους χρήματα και στη συνέχεια να γίνει πολύ ακριβή για να την αγοράσουν. Γιατί; Γιατί πρώτον αυτά τα χρήματα δίνονταν με επιχειρηματικά κριτήρια και όχι με κομματικά. Τα κόμματα δηλαδή κινδύνευαν να μην είναι σε θέση να ελέγξουν έναν νέο επιχειρηματικό κόσμο, ο οποίος θα γεννιόταν από τα χρήματα των «πακέτων». Έναν κόσμο, ο οποίος πιθανόν να χρηματοδοτούσε πολιτικούς αντιπάλους τους, αν αντιλαμβανόταν ότι αυτό εξυπηρε­τούσε τα συμφέροντά του καλύτερα.

Δεύτερον, αυτά τα χρήματα απειλούσαν ευθέως τους ιμπερια­λιστές και την πολιτική της Νέας Τάξης. Πώς; Με τον εξής απλό τρόπο. Αν επενδύονταν στην ανάπτυξη και την παραγωγή, μέσα στο τότε υπάρχον πλαίσιο του προστατευτισμού, πιθανόν να είχαμε αρνητικές εξελίξεις στη συνέχεια. Αν δηλαδή με τα χρήματα των «πακέτων» δημιουργούνταν κάποιες χιλιάδες νέες παραγωγικές μονάδες στο σύνολο της επικράτειας, θα είχαμε άσχημες εξελίξεις για τον σχεδιασμό τους. Χιλιάδες τέτοιες παραγωγικές μονάδες με εξαγωγικό χαρακτήρα δίπλα σε μια τεράστια ευρωπαϊκή αγορά —η οποία ήταν «ανοικτή» γι’ αυτούς— θα σήμαινε ανάπτυξη. Θα σήμαινε ισχυροποίηση των κεφαλαιοκρατών ιδιοκτητών τους. Θα σήμαινε εκατοντάδες χιλιάδες ικανοποιημένων εργατών.

Η επαρχία θα διατηρούσε τους πληθυσμούς της και άρα θα αύξανε τη δύναμή της. Θα αφαιρούσε πληθυσμούς από την κορεσμένη και ήδη απάνθρωπη Αθήνα. Τι θα γινόταν αν όλοι αυτοί οι ικανοποιημένοι και ισχυροί άνθρωποι αρνούνταν στη συνέχεια την άρση των προστατευτικών νόμων; Τι θα γινόταν αν όλοι αυτοί οι εργαζόμενοι αρνούνταν να υποδεχθούν τα «κύματα» των ξένων μεταναστών, οι οποίοι βολεύουν την Νέα Τάξη; Θα στήριζαν πολιτικές οι οποίες δεν θα κινούνταν προς την κατεύθυνση που ευνοούσε τα κυρίαρχα κόμματα και άρα τα ξένα αφεντικά τους.

Αν πετύχαιναν οι παραγωγικές επενδύσεις, όλα θα ήταν διαφο­ρετικά. Ακόμα και να επιστρέψουν πίσω τα χρήματα της Ε.Ε. θα μπορούσαν. Κύριοι ευχαριστούμε που μας εμπιστευτήκατε, αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Αν ανοίξει η αγορά θα καταστραφούμε και θα πάνε χαμένα και τα δικά σας χρήματα. Εμείς τιμούμε τα χρήματα που μας δώσατε και τα θέλουμε αποδοτικά. Δεν μας συμφέρει το άνοιγμα της αγοράς σε τρίτους. Δεν σας συμφέρει κι εσάς, που βάλατε τα χρήματα για να δημιουργηθούμε.

Τι θα γινόταν τότε;. Τα κόμματα δεν θα μπορούσαν να εφαρμόσουν την επιθυμητή γι’ αυτά πολιτική και οι ιμπεριαλιστές θα πάθαιναν τρομακτική ζημιά, εφόσον δεν θα μπορούσαν να πλησιάσουν τη «λεία» τους. Η Ελλάδα θα είχε παραγωγική υποδομή και θ’ αγωνιζόταν να διατηρήσει την κερδοφορία της. Έχοντας αυτήν την υποδομή, ακόμα και την «απόσχισή» της από την Ε.Ε. θα μπορούσε να διεκδικήσει. Απόσχιση όμως με έναν πανίσχυρο παραγωγικό μηχανισμό και δίπλα σε μια πανίσχυρη και πάμπλουτη αγορά, η οποία λόγων των δεσμεύσεων της Νέας Τάξης θα ήταν αναγκαστικά «ανοικτή» για τα προϊόντα της. «Κουρεμένοι» θα έφευγαν αυτοί οι οποίοι πήγαιναν για «μαλλί».

 

 

Ο ρόλος της διεφθαρμένης τοπικής αυτοδιοίκησης.

 

Αν γνωρίζουμε τι ακριβώς τους τρόμαζε όλους αυτούς, μπορούμε να καταλάβουμε τι ακριβώς έκαναν και τι απέφυγαν να κάνουν. Τι έκαναν; Την κομματική διαφθορά του κέντρου τη «μετακίνησαν» στην περιφέρεια. Γιατί; Για να βάλουν τους επαρ­χιώτες στο ίδιο «παιχνίδι» —έστω και σε άλλη κλίμακα—. Το «κλειδί» της εφαρμογής αυτής της πολιτικής ήταν η ενίσχυση της τοπικής αυτοδιοίκησης και αυτό γιατί ενεργοποιούσε ένστικτα στις μικρές κοινωνίες. Δημιουργούσε «κύκλους» συνενόχων.

Με τον τρόπο αυτόν παγιδεύτηκαν οι επαρχιώτες. Τους έβαζαν ιδέες ότι μπορούν ν’ αναπτυχθούν με «ειδικό» τρόπο, εφόσον είχαν «ειδικά» προσόντα. Γιατί να ήταν κορόιδα και να περίμεναν στη σειρά και πολλές φορές πίσω από επαρχίες οι οποίες δεν είχαν τα δικά τους «ειδικά» προσόντα; Έβαλαν τότε την τοπική αυτό­διοίκηση να λειτουργεί ως «οδηγός». Να διεκδικεί αυτό το οποίο μέχρι τότε ήταν ταμπού να διεκδικείται και ήταν το δημόσιο κεφάλαιο.

Τότε άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου για το δημόσιο κεφάλαιο. Η τοπική αυτοδιοίκηση διεκδικούσε από το κράτος και οι ιδιώτες διεκδικούσαν από την τοπική αυτοδιοίκηση. Η τοπική αυτό­δι­οίκηση ζητούσε δάση, παραλίες, και πλατείες για να τις «αναπτύξει» και οι ιδιώτες την ακολουθούσαν σε απαιτήσεις, για να εφαρμό­σουν την «ανάπτυξη». Ξαφνικά άλλαξε η αντίληψη του κόσμου για το δημόσιο κεφάλαιο και όλοι ζητούσαν από όλους. Όλοι έστρεψαν το άπληστο «βλέμμα» τους προς το δημόσιο κεφάλαιο. Αυτό που μέχρι τότε απαγορευόταν και μόνον να σκεφτείς να ζητήσεις να εκμεταλλευτείς.

Το πρώτο πράγμα που έγινε ήταν να μεταφερθεί χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση το κόστος ζωής της Αθήνας στην επαρχία. Χωρίς να υπάρξει μετακίνηση της απασχόλησης ή κάποιου άλλου παράγοντα της οικονομίας στην επαρχία, μεταφέρθηκε το κόστος ζωής του κέντρου. Γιατί; Γιατί όλοι ήθελαν ν’ «αναπτυχθούν». Όλοι επένδυαν στους πλούσιους ξένους ή τους Αθηναίους τουρίστες, που θα επισκέπτονταν τον τόπο τους. Μέσα σε λίγες μέρες σε πόλεις με προβληματικές έως ανύπαρκτες οικονομίες και στις οποίες ο μέσος μισθός —των ελαχίστων θέσεων εργασίας— σπάνια ξεπερνούσε τα πεντακόσια ευρώ, ο καφές στις καφετέριες έπιασε τις τιμές του Κολωνακίου. Μέσα σε λίγες μέρες τα πορτοκάλια λίγα μέτρα μακριά από τον πορτοκαλεώνα έφτασαν τις τιμές της Αθήνας.

Όλοι «στόχευαν» στην τουριστική ανάπτυξη του τόπου τους. Στόχευαν στις τσέπες των ξένων, άσχετα αν καθημερινά «ροκάνιζαν» τις τσέπες των συμπατριωτών τους. Η τοπική αυτό­διοίκηση ήταν η άμεσα υπεύθυνη γι’ αυτό το πρωτοφανές «κύμα» ακρίβειας. Γιατί; Γιατί περίμενε «επίθεση» τουριστών και βάση αυτού του δεδομένου λειτουργούσε. Κυλικεία, που μέχρι τότε δίνονταν σε αναξιοπαθούντες της τοπικής κοινωνίας, έγιναν «φιλέτα» τουριστικής δραστηριότητας με μηνιαία ενοίκια δεκάδων χιλιάδων ευρώ. Η τοπική αυτοδιοίκηση, έχοντας εξασφαλίσει μια εισροή χρημάτων από την Αθήνα, άρχισε να μιμείται το κέντρο στη συμπεριφορά της.

Άρχισε να δημιουργεί δημοτικές επιχειρήσεις με τη λογική και τον στόχο που το κέντρο μέχρι τότε δημιουργούσε τις ΔΕΚΟ. Δημιουργούσε «τζάκια» των προμηθειών ή των δημοσίων έργων στη μικροκλίμακα που την αφορούσε. Ταυτόχρονα δημιουργούσε νέες θέσεις εργασίας, υποσχόμενη βολέματα. Κάθε φορά που διεκδικούσε νέο δημόσιο κεφάλαιο, έβρισκε υποστήριξη από τις τοπικές κοινωνίες, γιατί υποσχόταν νέες θέσεις εργασίας, που να συνδέονται με το κεφάλαιο αυτό. Ζητούσε δημόσιες παραλίες για εκμε­τάλλευση και υποσχόταν καντίνες και ξαπλώστρες για εκμε­τάλ­λευση στους δημότες. Γύρω από την τοπική αυτοδιοίκηση σταδιακά μαζεύτηκαν όλοι οι μικροαπατεώνες της επαρχίας, που έβλεπαν ότι μπορούσαν να μιμηθούν τους μεγαλοαπατεώνες της Αθήνας. Αποκλειστικά συμβόλαια χρήσης αναζητούσαν.

Από τη στιγμή που δημιουργήθηκε αυτή η «υποδομή» και αυτή η νοοτροπία, ήταν έτοιμη η Ελλάδα να μπει στη δεύτερη φάση του σχεδίου. Ποια ήταν αυτή; Η εκμετάλλευση των πόρων, που θα έφταναν από την Ε.Ε. για την «ευθυγράμμιση». Η διοχέτευσή τους σε τομείς οι οποίοι δεν θα απειλούσαν ούτε τα κόμματα ούτε τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις. Έπρεπε πάση θυσία τα κόμματα να μπορέσουν να ελέγξουν τόσο τους ανθρώπους που θα έπαιρναν μέρη αυτών των «πακέτων» όσο και τις δραστηριότητες που θ’ αναπτύσσονταν.

Δεν τους συνέφερε να παίρνουν επιδοτήσεις άγνωστοι και ακομμάτιστοι επιχειρηματίες και δεν τους συνέφερε επίσης να επενδύονται αυτά τα χρήματα στην παραγωγή, την οποία στη συνέχεια θα την έβρισκαν μπροστά τους ως πρόβλημα. Δεν τους συνέφερε η «γέννηση» ενός νέου κόσμου επιχειρηματιών με παραγωγικό προσανατολισμό και άρα κεφαλαιοκρατικό. Τους συνέφερε ένας εμπορικός κόσμος με αστικό προσανατολισμό. Ένας κόσμος εμπορίου και παροχής υπηρεσιών, που ήταν εκβιά­σιμος από την εξουσία. Ένας κόσμος ομοίων τους, που μπο­ρούσαν να τους ελέγχουν.

Έχοντας οι δήμοι δημιουργήσει μια «αυλή» κομματικών εκλεκτών, άρχισαν τη διαπλοκή. Τα χρήματα της Ε.Ε. έφταναν σ’ αυτούς, αλλά πήγαιναν κατ’ ευθείαν στις τσέπες των δικών τους ανθρώπων. Με τα χρήματα της Ευρώπης δεν αναπτύχθηκε η υποδομή της επαρχίας, αλλά δημιουργήθηκαν πλούσιοι επαρ­χιώτες. Αυτοί οι επαρχιώτες ήταν οι «κολλητοί» των δημάρχων και άρα και των κομμάτων και με τα χρήματα που έβγαζαν από τις παράνομες δραστηριότητές τους στήριζαν τις κομματικές επιλογές του Κέντρου.

Ήταν τόσο μεγάλα τα αίσχη που έγιναν στην τοπική αυτοδιοίκηση, που αρκεί ακόμα και σήμερα να παρέμβει ένας εισαγγελέας και να στείλει ολόκληρα δημοτικά συμβούλια στη φυλακή. Αυτό ακριβώς ήταν το ζητούμενο. Γιατί; Γιατί επένδυσαν τα κόμματα στην ασχετοσύνη και την απληστία των τοπικών «αρχόντων». Τώρα τους βαστάνε ομήρους, γιατί μπορούν και τους απειλούν με φυλακίσεις. Τώρα τους συσπειρώνουν γύρω τους, γιατί, αν αλλάξει χέρια η εξουσία, όλοι αυτοί θα πάνε φυλακή. Μαζί μ’ αυτούς δέσμιους των συμφερόντων τους διατηρούν και τους επαρχιώτες στο σύνολό τους.

Το «κόλπο» ήταν απλό. Δημιούργησαν μια τοπική κομματικο­ποιημένη αυτοδιοίκηση κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν της κομματι­κο­ποιημένης κρατικής διοίκησης. Όλοι αυτοί οι τοπικοί «άρχοντες» χρησιμοποίησαν υπέρ των κομματικών και ιδιωτικών συμφερόντων τους το σύνολο των κρατικών ή κοινοτικών πόρων που δικαιούνταν οι περιφέρειές τους. «Γαντζώθηκαν» στην εξουσία και προσπα­θούσαν μέσω της διαφθοράς να δημιουργήσουν «χορηγούς» συνενόχους. Τον κάθε υποψήφιο δήμαρχο τον στήριζαν συγκε­κριμένοι εργολάβοι, επιχειρηματίες, ελπίζοντας να επωφεληθούν έναντι των «άλλων», που ήταν ακριβώς ίδιοι.

Το κάθε Δημαρχείο έγινε μια μικρή Βουλή, όπου μοιράζονταν προνόμια με τα κομματικά κριτήρια του κέντρου. Η κάθε επαρχία απέκτησε τον δικό της «Μητσοτάκη», τον δικό της «Παπανδρέου» κλπ.. Οι συγκρούσεις τους ήταν πάντα σε ένα προσυμφωνημένο επίπεδο. Ποτέ δεν απειλούσε ο ένας τον άλλο για τη διαφθορά ή για την κομματική του υποτέλεια. Οι συγκρούσεις τους ήταν πάνω σε «οράματα» για το «καλό» του τόπου. Ήταν τόσο μεγάλα τα συμφέροντα, που φτάσαμε στο σημείο να βλέπουμε πολιτικούς, οι οποίοι πρωταγωνιστούσαν στην κεντρική πολιτική σκηνή, να επιστρέφουν στις πατρίδες τους και να διεκδικούν δημοτικά αξιώματα. Άνθρωποι έγιναν δισεκατομμυριούχοι με μια δημαρ­χιακή θητεία σε έναν πλούσιο δήμο.

Αυτό το παιχνίδι μεθοδεύτηκε από τα κόμματα και για την επίτευξή του ξοδεύτηκαν τα χρήματα της Ε.Ε.. Χρήματα, τα οποία δικαιούνταν ο ελληνικός λαός για ν’ αναπτυχθεί και να ευθυγραμ­μιστεί με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές οικονομίας, χάθηκαν μέσα σε ιδιωτικές «τσέπες». Χρήματα, τα οποία ήταν απαραίτητα για την «άμυνα» της ελληνικής παραγωγής απέναντι στη βέβαιη «επίθεση» της ευρωπαϊκής οικονομίας, έγιναν βίλες και ελβετικές καταθέσεις τοπικών αρχόντων. Η επαρχία έμεινε «γυμνή» και έτοιμη να γίνει «λεία» των ιμπεριαλιστών. Έτοιμη να γίνει «λεία», χωρίς πλέον να έχει δυνατότητα αντίδρασης.

Δεν έγινε ούτε ένα νέο εργοστάσιο στην επαρχία. Δεν έγινε ούτε μία αναπτυξιακή προσπάθεια. Τόνοι χρημάτων ξοδεύτηκαν σε ηλιθιότητες τουριστικού «προσανατολισμού». Καρέκλες, κρεβάτια και ψευδοροφές έγιναν τα χρήματα της Ε.Ε.. Ολόκληρη η Ελλάδα έγινε ένα μη παραγωγικό «ξενοδοχείο». Άρχισε να δραστηριο­ποιείται στην πιο πρόστυχη και αναξιοπρεπή οικονομική δραστη­ριό­τητα. Τη «βιομηχανία» του τουρισμού. Την ίδια «βιομηχανία» που έχει η Μπανγκόκ, το Πουκέτ και άλλα διάσημα θύματα του ιμπεριαλισμού. Τα χρήματα, που έπρεπε να γίνουν επενδύσεις, μετατράπηκαν σε μια τεράστια «νέον» πινακίδα …»Ανοίξαμε και σας περιμένουμε».

Το σύνολο της επαρχίας αυτήν τη στιγμή «περιμένει». Σταυρώνει τα χέρια και περιμένει. Περιμένει τον τουρίστα να αισχροκερδήσει εις βάρος του, γιατί απλούστατα δεν «βγαίνει» αλλιώς. Δεν μπορεί η ανάπτυξη σ’ αυτήν την κλίμακα να γίνει αποδοτική και δίκαιη. Όταν περιμένεις από μερικά σαββατοκύριακα να ζήσεις ολόκληρο τον χρόνο, δεν έχεις άλλη επιλογή από την αισχροκέρδεια. Δεν έχεις άλλη επιλογή από την εκμετάλλευση. Την εκμετάλλευση ακόμα και των εργαζομένων που απασχολείς εσύ ο ίδιος. Πώς θα πληρώσεις ασφάλεια σ’ αυτούς που απασχολείς; Εδώ οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να ασφαλίσουν τους εαυτούς τους, θα ασφαλίσουν τους άλλους;

Τα «πακέτα» της Ε.Ε. τέτοιου είδους επενδύσεις έγιναν. Έβαλαν τους επαρχιώτες σε τουριστικές «τρύπες» να στήνουν ενέδρες σε όποιον τουρίστα έχει την ατυχία να βρεθεί μπροστά τους. Το νέο «αρματολίκι» και «κλεφτιλίκι» των βουνών και των παραλιών. Άλλος έχει τρία κρεβάτια και περιμένει τα τριήμερα. Άλλος έχει δύο τραπέζια και περιμένει τα ίδια. Πέντε ξαπλώστρες και δύο ομπρέ­λες είναι επιχείρηση, η οποία υποχρεούται να έχει ταμειακή μηχανή. Χιλιάδες «ντελικατέσεν» πλημμύρισαν την επαρχία. Χιλιά­δες «σαλέ» πλημμύρισαν την επαρχία. Μεγάλες «επενδύσεις». Βάπτισαν τα μπακάλικα και τα χάνια «ντελικατέσεν» και «σαλέ» και έβαλαν φουκαράδες να κάνουν τους επιχειρηματίες.

Άνθρωποι, που μπορούν με τα χέρια τους να λιώνουν την πέτρα, κάθονται πίσω από έναν πάγκο και προσπαθούν να βγά­λουν μεροκάματο, πουλώντας σπίρτα και τσιγάρα. Τα περίπτερα και τα μικρομάγαζα, που κάποτε αφορούσαν τους ανάπηρους πολέμου και τους πάσης φύσεως αναξιοπαθούντες της κοινωνίας, έγιναν επιχειρηματικά «φιλέτα», τα οποία απαιτούν πολιτικό μέσον για να πάρεις την άδειά τους. Τρομερή οικονομία. Ανεβασμένοι οι «δείκτες» της επιχειρηματικότητας. Χιλιάδες νέοι επιχειρηματίες. Η Ελλάδα σε τροχιά «ανάπτυξης».

Εδώ είναι το λεπτό σημείο και εδώ πρέπει να προσέξει ο αναγνώστης. Προσανατολίζοντας την επαρχία σε τέτοιου είδους αβέβαιη οικονομική δραστηριότητα, την κάνουν κερδοσκοπική. Όταν όμως κερδοσκοπείς, είναι βέβαιον ότι θα πέσεις κι εσύ θύμα κερδοσκοπίας. Όταν περιμένεις τον Αθηναίο, για να του πουλήσεις υπηρεσίες σε τιμές Αθήνας, θα πρέπει να περιμένεις «επίθεση» της Αθήνας. Προσαρμόζεις τις τιμές πάνω του, αλλά αυτό σημαίνει ότι μεταφέρεις το κόστος ζωής της Αθήνας στην πατρίδα σου. Προσαρμόζεις τις τιμές πάνω του και άρα σημαίνει ότι θ’ αναγκαστείς να προσαρμοστείς και εσύ ο ίδιος στις προδιαγραφές που συνεπάγονται αυτές οι προσαρμογές. Προδιαγραφές δεν έχει μόνον ο πελάτης, αλλά κι αυτός που τον εξυπηρετεί.

Τι σημαίνει αυτό; Όταν παλαιότερα πήγαινε ο Αθηναίος στη φτηνή επαρχία, προσαρμοζόταν στις δικές σου προδιαγραφές, που σε έκαναν φτηνό. Έπινε το γάλα της ξαδέρφης σου. Έτρωγε το κρέας του κουμπάρου σου. Έτρωγε το ψωμί της γυναίκας σου. Έπινε το νερό από τη γειτονική πηγή. Έπινε ελληνικό καφέ φτιαγμένο στο γκαζάκι. Κοιμόταν στο παλιό ταλαιπωρημένο κρεβάτι σου. Δεν είχε απαιτήσεις, γιατί ήσουν φτηνός. Από τη στιγμή που του ζητάς τιμές Ελβετίας ή στην καλύτερη περίπτωση τιμές Κηφισιάς, έχει απαιτήσεις.

Τον ταλαιπωρείς και θα σε ταλαιπωρήσει. Θέλει το γάλα τυποποιημένο και αναγνωρίσιμο από τον ίδιο με βάση τη γνώση του. Θέλει το ψωμί πολύσπορο συγκεκριμένης εταιρείας. Θέλει Περιέ. Θέλει καπουτσίνο. Θέλει αλλαντικά επώνυμα. Θέλει ανατο­μικό στρώμα. Πληρώνει και απαιτεί. Δεν είναι αυτός το κορόιδο και εσύ ο έξυπνος. Δεν είναι το κορόιδο, που θα σου πληρώσει το ενοίκιο του μήνα, επειδή του πούλησες ένα ταψί χωριάτικη πίτα. Δεν είναι κορόιδο να πληρώνει ακριβά αυτά τα οποία εσένα σου κοστίζουν φτηνά. Είναι πελάτης, ο οποίος απαιτεί να «μοιράζεται» το κόστος αυτού που απολαμβάνει.

Άρα τι σημαίνει αυτό; Θα σε στείλει στα σούπερ μάρκετ. Θα σε στείλει εκεί όπου σε περιμένουν οι πολυεθνικές. Οι πολυεθνικές, οι οποίες μέχρι τότε δεν σε αφορούσαν, γιατί είχες τον «τρόπο» σου και βολευόσουν. Γιατί βολευόσουν με τη λαϊκή και τους συγγενείς σου. Αυτό ήταν το ζητούμενο από την εξουσία. Να δημιουργήσουν κατ’ αρχήν μια προϋπόθεση, για να μπορούν σε πρώτη φάση τα σούπερ μάρκετ και άρα τα καρτέλ να «ακουμπή­σουν» στην επαρχία. Να προσανατολίσουν την τοπική οικονομία σε μια δραστηριότητα, που θα την «έσερνε» έξω από τα σούπερ μάρκετ.

  Πηγη : https://app.box.com/shared/57x9ieik65

Απόσπασμα από το βιβλίο:

«ΚΑΡΤΕΛ… Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ»

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΡΑΪΑΝΟΥ

http://www.ydrohoos.gr

http://eamb-ydrohoos.blogspot.com

 

Advertisements