Αντισυνταγματικότητα του αρ. 61 ΠΑΡ. 4 του Κωδικα Δικηγορων περι γραμματίου προείσπραξης


Εκθεση της επιστημονικής επιτροπής της Βουλής:

«Αντίστοιχου περιεχομένου ρύθμιση είχε εισαχθεί στον ισχύοντα Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) με το άρθρο 2 του ν. 1649/1986, συμφώνως προς την οποία, σε περίπτωση μη κατάθεσης του σχετικού γραμματίου καταβολής του ελάχιστου ποσού αμοιβής (δια του οποίου εισπράττονταν και οι πόροι των φορέων κοινωνικής ασφάλισης), δεν επιτρεπόταν παράσταση του δικηγόρου, ο δε διάδικος λογιζόταν ερήμην δικαζόμενος.

Ως προς τη συμβατότητα της ρύθμισης αυτής προς το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος προέκυψε αμφισβήτηση, λόγω αντίθετων αποφάσεων του ΣτΕ (1756/1990) και του ΑΠ (1601/1992). Το ζήτημα ήχθη ενώπιον του ΑΕΔ, το οποίο, με την 33/1995 απόφασή του, έκρινε ότι από την ανωτέρω συνταγματική διάταξη «προκύπτει ότι ο κοινός νομοθέτης μπορεί να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και δαπανήματα για το έγκυρο της άσκησης των ένδικων μέσων και την πρόοδο της δίκης, για να είναι όμως συνταγματικώς ανεκτά τα θεσπιζόμενα αυτά μέτρα πρέπει να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή από αυτά της δικαιοσύνης και να μην υπερβαίνουν τα όρια πέρα από τα οποία τα μέτρα αυτά ισοδυναμούν με κατάλυση άμεση ή έμμεση του ατομικού δικαιώματος που προστατεύεται με την παραπάνω συνταγματική διάταξη.

Η διάταξη του άρθρου 96 παρ. 6 του ν.δ. 3026/1954, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.1649/1936, η οποία θεωρεί ερήμην δικαζόμενο το διάδικο που δεν κατέθεσε γραμμάτιο καταβολής της δικηγορικής αμοιβής, δεν συνάπτεται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων ούτε προς την απονομή της δικαιοσύνης από αυτά. Αποσκοπεί στη διευκόλυνση και εξασφάλιση της είσπραξης από το δικηγόρο της αμοιβής του και κατά κανόνα μέρους αυτής, στον περιορισμό της φοροδιαφυγής των δικηγόρων και στη διασφάλιση της είσπραξης πόρων οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης (ΚΕΑΔ και Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων), συνεπάγεται δε τις δυσμενείς συνέπειες που έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη γι’ αυτούς
που αξιώνουν δικαστική προστασία» [απόρριψη ένδικου μέσου, ομολογία ισχυρισμών αντιδίκου, μειονεκτική δικανική θέση, αδυναμία ανάπτυξης των απόψεων ενώπιον του δικαστηρίου, αδυναμία υποστήριξης των απόψεων με δικηγόρο κ.λπ.]. «Εξάλλου δεν συνάπτεται με την κατά το Σύνταγμα λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή από αυτά της δικαιοσύνης η είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών των ασφαλιστικών ταμείων των δικηγόρων ή η περιστολή της φοροδιαφυγής των δικηγόρων. Επομένως, η διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 96 ν.δ. 3026/1954 αντίκειται στην παρ. 1 του άρθρου 20 του Συντάγματος».

AΝΩΤΑΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ 33/1995

Πρόεδρος: Βασ. Μποτόπουλος Εισηγητής: Νικόλαος Παραθύρας, Αρεοπαγίτης Επειδή, με την απόφαση 1601/1992 του Α` Τμήματος του Αρείου Πάγου παραπέμφθηκαν στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 εδ. ε` του Συντάγματος και 6 παρ. ε` και 48 του ν.345/1976, η άρση της αμφισβήτησης που προέκυψε από την αντίθετη της απόφασης αυτής προς την απόφαση 1756/1990 του Α` Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως προς την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα της διατάξεως του άρθρου 96 παρ. 6 του ν.δ. 3026/1954 «περί κώδικος δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.1649/1986.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 2, 16 παρ. 3 και 4, 49, 50 παρ. 2 ν.345/1976 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ., που εφαρμόζεται αναλόγως στη διαδικασία ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 23 ν.345/1976, προκύπτει ότι, αν η υπόθεση αναβληθεί από το πινάκιο, δεν απαιτείται νέα κλήση των διαδίκων και αυτών προς τους οποίους επιβάλλονται κοινοποιήσεις, γιατί η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο της νέας δικασίμου επέχει θέση κλητεύσεως για όλους και μάλιστα και γι` αυτούς που δεν είχαν εμφανιστεί, εφόσον έγιναν οι κοινοποιήσεις που επιβάλλει ο ν.345/1976, η συζήτηση της υποθέσεως και η έκδοση της αποφάσεως χωρεί και αν απουσιάζουν οι διάδικοι.

Οπως προκύπτει από τις εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών α) Ε.Π. και β) Γ.Ψ. και γ) Δ.Τ. κλητεύτηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα α) ο διάδικος Γ.Α. και τα πρόσωπα προς τα οποία επιβάλλεται κοινοποίηση από τα άρθρα 49 παρ. 2 και 50 παρ. 2 ν.345/1976 για τη δικάσιμο της 20-10-1993, από το πινάκιο της οποίας αναβλήθηκε διαδοχικά η συζήτηση της υποθέσεως για τις δικασίμους της 16-3-1994, της 12-10-1994 και της πιο πάνω (17-12-1994) και β) ο διάδικος Χ.Δ. για τη δικάσιμο της 12-10-1994, από το πινάκιο της οποίας αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την πιο πάνω (7-12-1994), δικάσιμο. Κατά την δικάσιμο αυτή, της 7-12-1994, δεν εμφανίστηκαν οι διάδικοι. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υποθέσεως και την έκδοση αποφάσεως. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 96 παρ. του ν.δ. 3026/1954, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.1649/1986, οι διάδικοι στις πολιτικές υποθέσεις και ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι υποχρεωμένοι, σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, να προκαταβάλλουν, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, στο ταμείο του δικηγορικού συλλόγου, το οριζόμενο στο νόμο αυτό αντίστοιχο ποσό αμοιβής δικηγόρου για κάθε πράξη προδικασίας και την παράσταση.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παραγράφου 6 του ίδιου άρθρου, στις περιπτώσεις αυτές δεν επιτρέπεται παράσταση του δικηγόρου αν δεν κατατεθεί το σχετικό γραμμάτιο καταβολής, ο δε διάδικος λογίζεται ερήμην δικαζόμενος. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, την οποία αφορά άρση της αμφισβήτησης για την οποία πρόκειται είναι ότι ο διάδικος που δεν καταθέτει το σχετικό γραμμάτιο καταβολής της δικηγορικής αμοιβής υφίσταται τις συνέπειες της ερημοδικίας που επιβάλλονυ οι οικείες δικονομικές διατάξεις, συνέπειες που ποικίλουν (απόρριψη ένδικου μέσου, ομολογία ισχυρισμών αντιδίκου, μειονεκτική δικανική θέση, αδυναμία ανάπτυξης των απόψεων ενώπιον του δικαστηρίου, αδυναμία υποστηρίξεως των απόψεων με δικηγόρο κλπ) αναλόγως του είδους του δικαστηρίου που δικάζει το ένδικο μέσο (πολιτικού, διοικητικού, πρωτοβαθμίου, δευτεροβαθμίου, ακυρωτικού κλπ.), του είδους της διαδικασίας (γενικής, ειδικής κλπ.), του είδους του ασκούμενου ένδικου μέσου (αγωγής, προσφυγής, ένδικου μέσου με στενή έννοια κλπ.), της δικονομικής θέσεως του διαδίκου (ενάγοντος, εναγομένου, αιτούντος καθού κλπ.) και της συζητήσεως – πρώτης ή μεταγενέστερης (βλ. άρθρα 271 επ. και 279 ΚΠολΔ). Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος «καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξη σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει».

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο κοινός νομοθέτης μπορεί να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και δαπανήματα για το έγκυρο της άσκησης των ένδικων μέσων και την πρόοδο της δίκης, για να είναι όμως συνταγματικώς ανεκτά τα θεσπιζόμενα αυτά μέτρα πρέπει να συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή από αυτά της δικαιοσύνης και να μην υπερβαίνουν τα όρια πέρα από τα οποία τα μέτρα αυτά ισοδυναμούν με κατάλυση άμεση ή έμμεση του ατομικού δικαιώματος που προστατεύεται με την παραπάνω συνταγματική διάταξη.

Η διάταξη του άρθρου 96 παρ. 6 του ν.δ. 3026/1954, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν.1649/1936, η οποία θεωρεί ερήμην δικαζόμενο το διάδικο που δεν κατέθεσε γραμμάτιο καταβολής της δικηγορικής αμοιβής, δεν συνάπτεται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων ούτε προς την απονομή της δικαιοσύνης από αυτά. Αποσκοπεί στη διευκόλυνση και εξασφάλιση της είσπραξης από το δικηγόρο της αμοιβής του και κατά κανόνα μέρους αυτής, στον περιορισμό της φοροδιαφυγής των δικηγόρων και στη διασφάλιση της είσπραξης πόρων οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης (ΚΕΑΔ και Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων), συνεπάγεται δε τις δυσμενείς συνέπειες που έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη γι` αυτούς που αξιώνουν δικαστική προστασία. Και ναι μεν οι δικηγόροι είναι, κατά το άρθρο 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), άμισθοι δημόσιοι υπάλληλοι, κατά δε το άρθρο 28 του ίδιου κώδικα, άμισθοι δημόσιοι λειτουργοί, δικαιούμενοι σεβασμού και τιμής από τα Δικαστήρια και όλες τις Αρχές, έχουν δε ως έργο, κατά το άρθρο 39 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 14 του ν.1366/1983, να αντιπροσωπεύουν και υπερασπίζονται τους εντολείς τους ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου και οποιασδήποτε Αρχής, ελεύθερα και ανεμπόδιστα, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στον κώδικα αυτόν, η είσπραξη όμως αμοιβής, που δικαιούνται να λάβουν από τους εντολείς τους, η οποία μπορεί να επιδιωχθεί κατά τα άρθρα 180-192 του ίδιου κώδικα, δεν συνάπτεται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή από αυτά της δικαιοσύνης, σύμφωνα με το Σύνταγμα ούτε με την έναντι των δικαστηρίων θέση των διαδίκων και όταν ακόμη η παράσταση των δικηγόρων στα δικαστήρια είναι κατά νόμο υποχρεωτική χάριν της προστασίας των ίδιων των διαδίκων και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Εξάλλου δεν συνάπτεται με την κατά το Σύνταγμα λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή από αυτά της δικαιοσύνης η είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών των ασφαλιστικών ταμείων των δικηγόρων ή η περιστολή της φοροδιαφυγής των δικηγόρων.

Επομένως, η διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 96 ν.δ. 3026/1954 αντίκειται στην παρ. 1 του άρθρου 20 του Συντάγματος. Το Συμβούλιο της Επικρατείας με την απόφασή του 1756/1990 έκρινε ότι η διάταξη αυτή αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ενώ αντίθετα ο Αρειος Πάγος με την παραπεμπτική του απόφαση, 1601/1992, έκρινε ότι η ίδια διάταξη είναι συνταγματική με την αιτιολογία ότι μεταξύ των σκοπών της είναι και η εξύψωση του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος που έχει άμεση σχέση με την ομαλή λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή της δικαιοσύνης από αυτά. Η εξύψωση όμως του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος, και αν ακόμη αποτελεί ένα από τους σκοπούς της πιο πάνω νομοθετικής διατάξεως, δεν είναι συνταγματικώς θεμιτό να επιδιωχθεί από το νομοθέτη με μέτρα που ενόψει των πιο πάνω συνεπειών τους για τους πολίτες, θίγουν το ατομικό τους δικαίωμα προς παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια.

Για τους λόγους αυτούς το Δικαστήριο αποφαίνεται, ενόψει της μνημονευμένης αμφισβήτησης, ότι είναι αντισυνταγματική και ανίσχυρη η διάταξη της παρ. 6 του άρθ. 96 του νομοθ. διατάγματος 3016/1954, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 2 παρ. 1 του νόμου 1649/1986.

Μειοψήφησαν οι δικαστές Γ. Δεληγιάννης, Αργ. Καρράς και Αθαν. Λιακόπουλος οι οποίοι διατύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: Εφόσον η υποχρεωτική παράσταση δικηγόρου δεν στερεί ή έστω περιορίζει την άσκηση των δικαιωμάτων δικαστικής προστασίας και ακρόασης – που κατοχυρώνονται στο άρθρο 20 παρ. 1Σ. – ενόψει του ότι τόσο η προστασία όσο και η ακρόαση πραγματοποιούνται πιο αποτελεσματικά από τον συνήγορο του υποκειμένου των δικαιωμάτων αυτών διαδίκου, αφού ο συνήγορος διαθέτει τις απαραίτητες νομικές γνώσεις, θα πρέπει περαιτέρω να γίνει δεκτό και ότι η υποχρέωση προκαταβολής του οριζόμενου ποσού αμοιβής του δικηγόρου για να επιτρέπεται η αντίστοιχη παράσταση – με την κατάθεση του σχετικού γραμματίου καταβολής – δεν αναιρεί ούτε δυσχεραίνει τα ανωτέρω δικαιώματα δικαστικής προστασίας και ακρόασης – ενώ περαιτέρω ενισχύει την αξιοπρεπή παράσταση του δικηγόρου – υπό την απαραίτητη βέβαια προϋπόθεση ότι ο κοινός νομοθέτης προβλέπει τη δυνατότητα διορισμού δικηγόρου σε εκείνους οι οποίοι δεν μπορούν αποδεδειγμένα να καταβάλουν τα έξοδα της δίκης, όπως π.χ. στα άρθρα 194-204 ΚΠολΔ. Επομένως κατά τη γνώμη της μειοψηφίας η διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 96 του Ν.Δ. 3016/1954 δεν είναι αντίθετη προς την παρ. 1 του άρθρου 20 Σ., ανεξάρτητα από το ότι η προβλεπόμενη δικονομική κύρωση της ερημοδικίας – σε περίπτωση που αυτή συνεπάγεται την απόρριψη του ένδικου βοηθήματος (αγωγής κ.λπ.) – είναι υπερβολικά αυστηρή και επομένως οριακή συνταγματικότητα, τόσο μάλλον που το δικονομικό δίκαιο (π.χ. άρθρο 227 ΚΠολΔ) προβλέπει για τυπικές παραλείψεις τη δυνατότητα συμπλήρωσής τους χωρίς τις συνέπειες της ερημοδικίας. Αίρει την αμφισβήτηση που αφορά την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα της διάταξη του άρθρου 96 παρ. 6 του Κώδικα Δικηγόρου (ν.δ. 3026/1954), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 2 παρ. 1 του ν.1649/86, και που ανέκυψε μεταξύ των αποφάσεων 1756/1990 του Α` Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας και 1601/1992 του Α` Τμήματος του Αρείου Πάγου. Αποφαίνεται ότι η παραπάνω διάταξη, κατά την οποία λογίζεται ερήμην δικαζόμενος ο διάδικος που δεν καταβάλλει γραμμάτιο προκαταβολής της δικηγορικής αμοιβής στις περιπτώσεις που απαιτείται, αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και είναι ανίσχυρη.

Advertisements