ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 44 παρ.15 Ν.3869/2011 ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ και ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ


ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 44 παρ.15 Ν.3869/2011 ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ και ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ

Με την παρ.15 του άρθρου 44 του Ν.3869/2011 ορίστηκε η υποχρεωτική κατάταξη σε ανώτερη ασφαλιστική κατηγορία από 2011 και εντεύθεν κατ’ευθεία παράβαση βασικών συνταγματικών αρχών και θεμελιωδών οικονομικών θεωριών.

Σύμφωνα με την αρχή του άρθρου 25 παρ. 1 Σ όπως αυτή έχει ερμηνευθεί από το ΣΤΕ ο νομοθέτης υποχρεούται να εξετάσει πριν από κάθε νομοθετική ρύθμιση αν το προσδοκώμενο από αυτή οικονομικό αποτέλεσμα μπορούσε να επιτευχθεί με άλλα ηπιότερα μέτρα.

Το ζήτημα της χρηματοδότησης των ασφαλιστικών παροχών και των συντάξεων αφορά την χρονική κατανομή των πόρων σε σχέση με τις υποχρεώσεις του φορέα. Επιμερίζεται στο άμεσο κόστος του συνταξιοδοτικού φορέα από την καταβολή συντάξεων σε όσους ασκούν το δικαίωμά τους σε παρόντα χρόνο αλλά και στο μελλοντικό κόστος όσων θα ασκήσουν το δικαίωμά τους, με την πλήρωση των λοιπών προϋποθέσεων. Συνεπώς οι δύο αυτές εκτιμήσεις (άμεσο και μελλοντικό κόστος) αποτελούν το κρίσιμο σημείο που διαχωρίζει δύο διαφορετικά συστήματα χρηματοδότησης. Η αναγνώριση του άμεσου κόστους, προσδιορίζει την απαίτηση των εισφορών στο ύψος, το οποίο επιτυγχάνει με την είσπραξή τους την επάρκεια κάλυψης των άμεσων υποχρεώσεων προς τους συνταξιούχους. Αντίθετα η αναγνώριση του μελλοντικού κόστους απαιτεί οι εισφορές να επιτρέπουν την ολική ή εν μέρει κεφαλαιοποίηση ώστε να εξασφαλίζεται η αντιμετώπιση των προσδοκώμενων υποχρεώσεων του φορέα. Τα δύο αυτά συστήματα χρηματοδότησης φέρουν την ορολογία «διανεμητικό σύστημα» και «κεφαλαιοποιητικό σύστημα» αντίστοιχα.

Και για τα δύο συστήματα είναι αναγκαίο επιστημονικό εργαλείο η σύνθεση των στοιχείων ώστε να διαφανεί η δυνατότητα του ασφαλιστικού ταμείου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που γεννώνται προς τους ασφαλισμένους, που οφείλουν να καταβάλλουν τις ασφαλιστικές εισφορές τους.

Η αναλογιστική επιστήμη έχει αναπτύξει μεθόδους που αντιμετωπίζουν με επιτυχία τόσο την αβεβαιότητα όσο και το μακροπρόθεσμο χαρακτήρα των υποχρεώσεων ενός συνταξιοδοτικού φορέα. Μία αναλογιστική μελέτη χρησιμοποιεί αυτές τις μεθόδους για να δώσει μία  ολοκληρωμένη και ρεαλιστική εικόνα της οικονομικής κατάστασης του φορέα. Κατά τη συνήθη πρακτική, μία αναλογιστική μελέτη περιλαμβάνει δύο τμήματα: την αναλογιστική αποτίμηση και την προβολή χρηματοροών.

Γνώση της μελλοντικής εξέλιξης των εσόδων και εξόδων του φορέα, επιτρέπει σωστό προγραμματισμό και επιλογή της καλύτερης δυνατής επενδυτικής πολιτικής.

Καθώς τα δημογραφικά χαρακτηριστικά της ασφαλισμένης ομάδας, αλλά πολύ περισσότερο, οι οικονομικές συνθήκες μεταβάλλονται με το χρόνο, η αναλογιστική μελέτη πρέπει να επαναλαμβάνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Εμβόλιμες μελέτες είναι αναγκαίο να διενεργούνται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η οικονομική κατάσταση του φορέα ενδέχεται να μεταβληθεί, όπως για παράδειγμα σε κάθε αλλαγή στο καθεστώς εισφορών παροχών, συγχώνευση φορέων, μεταβολή κοινωνικών πόρων κλπ.

Η αναλογιστική μελέτη αποτελεί ουσιαστικά το μοναδικό «εργαλείο» με βάση το οποίο μπορούν να ληφθούν αποφάσεις σχετικές με το μέλλον ενός φορέα ασφάλισης. [1]

Στην αιτιολογική έκθεση του Ν.3869/2011 αναφέρεται για την παράγραφο 15 του άρθρου 44 «Με τις παρ.14, 15 και 16 προβλέπονται ρυθμίσεις για τους νέους δηλαδή τους ασφαλισμένους από 1.1.1993 και μετά ασφαλισμένους στο ΕΤΑΑ, στους Τομείς ΤΣΜΕΔΕ, ΤΣΑΥ και ΤΑΝ, έτσι ώστε ανά τρία χρόνια να εντάσσονται υποχρεωτικά στην αμέσως επόμενη ασφαλιστική κατηγορία προκειμένου να υπάρχει αντιστοίχηση στο ύψος των ποσών των ασφαλιστικών εισφορών που καταβάλλονται με τα χορηγούμενα ποσά σύνταξης. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται περισσότερο ανταποδοτικό και δικαιότερο συνταξιοδοτικό καθεστώς. Προς το σκοπό αυτό, δηλαδή στη δικαιότερη ανταποδοτική σχέση εισφορών-παροχών προβλέπεται αντίστοιχη ρύθμιση (παρ.13) για τους παλαιούς ασφαλισμένους δηλαδή τους ασφαλισμένους πριν την 1.1.1993 στους ανωτέρω τομείς. Τέλος με Υπουργική Απόφαση μετά από πρόταση των Δ.Σ και Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφάλισης θα ρυθμίζοντα θέματα σχετικά με την υλοποίηση των ανωτέρω». Σημειώνεται εδώ, ότι τελικώς οι προ της 1.1.1993 ασφαλισμένοι επιβαρύνθηκαν με πρόσθετη μηνιαία εισφορά ύψους 2% επί του ποσού της πρώτης ασφαλιστικής κατηγορίας με την παρ.14 εδ. α του άρθρου 44 Ν.3869/2011, αντίθετα με τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση που προπαρατέθηκε.

Περαιτέρω, στη συνοδεύουσα το νόμο Συνοπτική Έκθεση Αξιολόγησης Συνεπειών Ρυθμίσεων Επί των Αρχών Προτεινόμενου Σχεδίου Νόμου και στη σελίδα 113 αυτής αναφέρεται για την ανωτέρω ρύθμιση «Αυξάνεται η εισφορά ιδιωτικού τομέα για την καταπολέμηση της ανεργίας, την αύξηση στις εισφορές των δικαιούχων του ΟΓΑ και του ΕΤΑΑ».

Η ανωτέρω παράθεση της προπαρασκευής που υπήρξε για τη νομοθετική ρύθμιση της παρ.15 του άρθρου 44 του Ν.3869/2011 διαγράφει την πλήρη έλλειψη οποιασδήποτε επωφελούς στόχευσης για τους ασφαλισμένους του ΕΤΑΑ. Για την ικανοποίηση της τεκμηρίωσης της επιλογής του μέτρου αυτού ως το μόνο ικανό και πρόσφορο για τον επιδιωκόμενο σκοπό προκειμένου να υπάρχει αντιστοίχηση στο ύψος των ποσών των ασφαλιστικών εισφορών που καταβάλλονται με τα χορηγούμενα ποσά σύνταξης και της επίτευξης με τον τρόπο αυτό  περισσότερο ανταποδοτικό και δικαιότερο συνταξιοδοτικό καθεστώς[2], τηρουμένων και των αρχών της ισότητας και αναλογικότητας  απαιτείτο[3] η σύνταξη ειδικής και συνολικής οικονομικής μελέτης η οποία όφειλε να καταδείξει ότι έχουν εφαρμοστεί και εξαντληθεί όλα τα ηπιότερα μέσα, ότι τα μέτρα ανταποκρίνονται στην φοροδοτική ικανότητα των πληττομένων τάξεων και  η εφαρμογή τους θα οδηγήσει κατά βέβαιο ή τουλάχιστον σφόδρα πιθανολογούμενο τρόπο στην οικονομική ανάκαμψη των ασφαλιστικών ταμείων.

Απότοκο αυτού είναι η διάταξη να καθίσταται συνταγματικώς ελέγξιμη ως αντιβαίνουσα στην αρχή της αναλογικότητας και την αρχή της ισότητας ενώ φυσικά αμφισβητείται και η αποτελεσματικότητά της ως προς την είσπραξη των πόρων και την εξασφάλιση της οικονομικής σταθερότητας του ταμείου. Και ειδικότερα:

Α. Κατά την προπαρασκευαστική διαδικασία δεν εκπονήθηκε αναλογιστική μελέτη στην οποία να διαφαίνεται η σκοπιμότητα της υποχρεωτικής αλλαγής ασφαλιστικής κατηγορίας και συνεπώς αύξησης των ασφαλιστικών εισφορών των ασφαλισμένων. Η αιτιολόγηση της εισαγωγής της διάταξης με το σκεπτικό ότι η ρύθμιση αποσκοπεί στην αντιστοίχηση του ύψους των ποσών των ασφαλιστικών εισφορών που καταβάλλονται με τα χορηγούμενα ποσά σύνταξης, είναι εντελώς αυθαίρετη διότι δεν είναι βέβαιο ότι με την αύξηση των εισφορών δια της υποχρεωτικής αλλαγής ασφαλιστικής κατηγορίας, ακόμη και αν καταστούν εισπράξιμες θα εξασφαλιστεί η δυνατότητα των ασφαλισμένων σε μία αξιοπρεπή σύνταξη, δεδομένων των σοβαρών ζημιών που οι ασφαλιστικοί φορείς έχουν υποστεί από το PSI.[4] Η βιωσιμότητα των ασφαλιστικών ταμείων του ΕΤΑΑ δεν προκύπτει από κανένα εισφερθέν από τη διοίκηση για έλεγχο στοιχείο με συνέπεια να καθίσταται αλυσιτελής η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών, όταν διακυβεύεται το μέλλον των ταμείων. Μάλιστα η διοίκηση του ΕΤΑΑ σε δελτίο τύπου με ημερομηνία 1-10-2012 αναφέρει «Χωρίς το Ταμείο μας να ερωτηθεί και χωρίς προηγούμενη αναλογιστική μελέτη, επιβλήθηκαν από την Πολιτεία αυξήσεις των ασφαλιστικών εισφορών σε ένα πλεονασματικό Ταμείο, που είχαν αντίθετο αποτέλεσμα στις εισπράξεις μας, αφού ολοένα και περισσότεροι (νέοι κυρίως) Μηχανικοί, Υγειονομικοί και Νομικοί αποχωρούν από το λειτούργημά τους, αδυνατώντας να καλύψουν τις ασφαλιστικές εισφορές τους, με τους φορείς αλλά και την διοίκηση του ΕΤΑΑ ενάντια στις αυξήσεις». Και καταλήγει στην πρόταση για κατάργηση της ανωτέρω ρύθμισης.

Συνεπώς, δεν ικανοποιείται η αρχή του άρθρου 25 παρ.1 καθώς δεν υπάρχουν στοιχεία που να καταδεικνύουν την επιλογή του μέτρου ως ενδεδειγμένου και τελέσφορου για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των συνταξιούχων τόσο των σημερινών όσο και των μελλοντικών.

Β. Η θέση της αιτιολογικής έκθεσης ότι «Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται περισσότερο ανταποδοτικό και δικαιότερο συνταξιοδοτικό καθεστώς» είναι κενή περιεχομένου δεδομένου ότι με το Ν.3863/2010 καθιερώνεται από 1-1-2015 η βασική σύνταξη η οποία θα προσαυξάνεται με την αναλογική και της οποίας, το ΕΤΑΑ είναι ο μόνος υπόχρεος φορέας προς χρηματοδότησή της. Λογικό επακόλουθο είναι συνεπώς, ότι σε περίπτωση που το ΕΤΑΑ δεν μπορεί να καλύψει τις υποχρεώσεις του προς τους συνταξιούχους του θα προβεί σε απομείωση των συντάξεων, και επομένως η ανταποδοτικότητα του συστήματος καθίσταται ανέφικτη. Είναι δε, προφανές ότι «δικαιότερο συνταξιοδοτικό σύστημα» είναι μια μάλλον άστοχη έκφραση όταν ο νομοθέτης δημιουργεί, χωρίς νομικά ή άλλα κριτήρια, ασφαλισμένους διαφόρων ταχυτήτων ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις,  με τους νέους ασφαλισμένους (προφανώς αδόκιμη νομικά έκφραση αλλά πλήρως ενταγμένη στα ασφαλιστικά νομοθετικά κείμενα) να βαρύνονται με πολλαπλάσιες υποχρεώσεις σε ένα αβέβαιο ασφαλιστικό σύστημα (ουδείς από τους νέους ασφαλισμένους που δεν έχουν θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα γνωρίζει σε ποια ηλικία θα συνταξιοδοτηθεί και ποιο θα είναι το προσδοκώμενο ποσό αυτής ή άλλως η αναλογία της επί σημερινών εισοδημάτων).

Η διάταξη επομένως αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας δεδομένου ότι δεν εξασφαλίζεται με την προσβαλλόμενη ρύθμιση η στόχευση του νόμου σε περισσότερο ανταποδοτικό και δικαιότερο ασφαλιστικό σύστημα, καθώς από κανένα στοιχείο δεν εισφέρθηκε από το νομοθέτη προς τεκμηρίωση της άποψης αυτής και για ποιο λόγο προτιμήθηκε αυτή η ρύθμιση έναντι άλλων, όπως για παράδειγμα η μείωση των εισφορών για να δοθεί κίνητρο στους ασφαλισμένους να παραμείνουν ασφαλισμένοι ακόμη και αν τα εισοδήματά τους από το επάγγελμα είναι κατά πολύ μειωμένα λόγω της κρίσης.

Η διάταξη αντιβαίνει και στην αρχή της ισότητας καθώς προοιωνίζεται από όλα τα στοιχεία ότι οι συνταξιούχοι με χρόνο ασφάλισης προ της 1.1.1993 και θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης προ της 1.1.2015 θα έχουν πολύ καλύτερες συνταξιοδοτικές απολαβές από εκείνους με χρόνο ασφάλισης μετά την 1.1.1993. Συνεπώς αφού η διαφαινόμενη αδυναμία καταβολής των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων εκ μέρους των ταμείων θα οδηγήσει σε μείωση των συντάξιμων αποδοχών, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί η στόχευση για δικαιότερο και πιο ανταποδοτικό σύστημα τηρουμένων των ανωτέρω διακρίσεων παλαιών και νέων ασφαλισμένων.

Γ. Η τήρηση της διάκρισης των ασφαλισμένων και των διαφορετικών επιβαρύνσεών τους δεν δικαιολογείται από κανένα στοιχείο του νόμου και της στόχευσής του. Η επιβάρυνση των νέων ασφαλισμένων υπερβαίνει την επιβάρυνση των παλαιών ασφαλισμένων άνευ δικαιολογητικού λόγου. Παλαιός ασφαλισμένος άνω της πενταετίας ήταν υποχρεωμένος για ασφαλιστικές εισφορές ΤΑΝ έτους 2013 να καταβάλλει το ποσό των 1.928,28 Ευρώ ενώ Νέος ασφαλισμένος άνω της πενταετίας ήταν υποχρεωμένος για ασφαλιστικές εισφορές ΤΑΝ  έτους 2013 να καταβάλει το ποσό των 2.046,36 Ευρώ. Επιπλέον, πρέπει να συνεκτιμηθεί ότι η εισαγωγή της ρύθμισης της παρ.15 του άρθρου 44 που αφορά τους ασφαλισμένους μετά την 1.1.1993 είναι δυσμενέστερη εκείνης της παρ.14 του άρθρου 44 διότι στη δεύτερη περίπτωση δεν προβλέπεται υποχρεωτική αλλαγή ασφαλιστικής κατηγορίας σε αντίθεση με την πρώτη περίπτωση όπου η αλλαγή ασφαλιστικής κατηγορίας θα λαμβάνει χώρα ανά τριετία και συνεπώς η επιβάρυνση θα επαυξάνει σταδιακά.

Η νομοθετική επιμονή διατήρησης της διάκρισης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ασφαλισμένων με μόνη διάκριση το χρόνο ασφάλισης είναι αδικαιολόγητη, αναποτελεσματική και άνιση και αντιβαίνει τη βασική αρχή του άρθρου 4 παρ. 1 και 5 Σ, διότι δεν υφίσταται κανένας λόγος διαφορετικής συμμετοχής στα βάρη.  Αντιθέτως αποτελεί διατήρηση παλαιότερων διακρίσεων που χώρησαν σε βάρος των νεοεισερχόμενων στην αγορά εργασίας, επιβαρύνοντάς τους με το κόστος των συνταξιοδοτικών παροχών, χωρίς να δικαιολογείται από τα οικονομικά δεδομένα και τη βιολογική εξέλιξη του ανθρώπου, όπως η αύξηση του προσδόκιμου του μέσου όρου ζωής. Συνεπώς οι ασφαλισμένοι μετά την 1.1.1993 αδυνατούν να υποστούν το βάρος μιας μεταρρύθμισης που οδηγεί πολλούς σε επιλογή συνταξιοδότησης και επομένως αύξηση του ποσού των χορηγούμενων συντάξεων και αντίστοιχα μείωση των ασφαλισμένων διότι με την ανωτέρω ρύθμιση σε συνδυασμό με τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες μειώνεται δραματικά ο αριθμός των ασφαλισμένων και όσων αδυνατούν να καταβάλλουν τις ασφαλιστικές τους εισφορές.

  Αγγελική Σαντή, δικηγόρος


[1] Αναλογιστική μελέτη για το Ταμείο Πρόνοιας Δικαστικών Επιμελητών, Μαριάννα Ανυφαντή, Αναλογιστής FHAS, Ιούνιος 2011

[2] Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση για τις παρ.14, 15 και 16 του άρθρου 44 Ν.3869/2011

[3] ΣΤΕ 668/2010 σκέψη υπό στοιχείο 33 Γ. της συμβούλου του ΣΤΕ Μ.Καραμανώφ αναφορικά με την τεκμηρίωση του λαμβανόμενου μέτρου ως προσφορότερου για την ικανοποίηση του στόχου αφού ληφθούν υπόψη οι συνταγματικές αρχές της ισότητας και αναλογίας στα βάρη.

[4] Οράτε παρακαλώ το με αριθμό πρωτ. 12303/17-11-2011 έγγραφο του Γ.Γουσέτη, μέλος του Δ.Σ του ΤΑΝ από το 1987 έως το 2008 προς το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών για την οικονομική κατάσταση του ΤΑΝ με την προοπτική των συνεπειών της διαφαινόμενης τότε εφαρμογής του PSI

https://www.facebook.com/groups/panhellaw/

http://panhelleniclawyersassociation.wordpress.com/

Advertisements