H κριτική για τις αποφάσεις των δικαστών


H κριτική για τις αποφάσεις των δικαστών
Διαβάζω την ανακοίνωση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων για τον ανακριτή, η κρίση του οποίου περί μη προφυλακίσεως κατηγορούμενου σε υπόθεση που απασχολεί την κοινή γνώμη σχολιάστηκε κυρίως δυσμενώς στα μέσα ενημέρωσης και στον δημόσιο λόγο

Η ανακοίνωση είναι προφανώς θεμελιωμένη στη συνταγματική εγγύηση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας και αναφέρει πολιτειακά δεδομένα τα οποία είναι στοιχειωδώς γνωστά και αυτονόητα για καθέναν. Επισημαίνει επίσης ότι δεν μπορούμε να σχολιάσουμε μια δικαστική (ανακριτική) κρίση, όταν δεν έχουμε – και δεν επιτρέπεται να έχουμε – γνώση του σχετικού φακέλου.

Δεν συμφωνώ όμως με την απόλυτη διατύπωση ότι δεν έχουμε την «δυνατότητα και την ευχέρεια να αξιολογήσουμε τις απόψεις των δικαστικών λειτουργών που εκφράστηκαν, διότι αυτός ο θεσμικός ρόλος ανήκει σε άλλους αρμοδιότερους». Εκτός από τον θεσμικό ρόλο που ανήκει όντως σε «άλλους αρμοδιότερους», υπάρχει και η ελευθερία της έκφρασης και της κριτικής, η οποία καταλαμβάνει ακόμη και τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης και των λειτουργών της. Προφανώς δεν έχουμε – και δεν επιτρέπεται να έχουμε – γνώση του φακέλου, αλλά καθώς η υπόθεση έχει γνωρίσει δημοσιότητα ως προς ορισμένες πτυχές της (όπως η έκδοσης διεθνούς εντάλματος σύλληψης), κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να πει την γνώμη του για την κρίση του ανακριτή σε σχέση με το κατά πόσον ο εν λόγω κατηγορούμενος ήταν ή όχι ύποπτος φυγής. Εξυπακούεται ότι η γνώμη αυτή πρέπει να εκφράζεται πάντοτε με σεβασμό στο τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου. Είναι όμως διακριτή η γνώμη του κοινού και του τύπου για μια δικαστική εκτίμηση από την προσβολή της προσωπικότητας ενός κατηγορουμένου. Στην πρώτη περίπτωση αντικείμενο κριτικής είναι ο δικαστικός λειτουργός, ενώ στη δεύτερη θίγεται η προσωπικότητα του κατηγορουμένου. Υπάρχει διαφορετική στόχευση ανάμεσα στις δύο συμπεριφορές.

Θα θυμίσω εδώ μια υπόθεση με σχετικό περιεχόμενο που έφθασε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και οδήγησε σε καταδίκη της Ελλάδας για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης. Γνωστός δικηγόρος που χειριζόταν μια υπόθεση που γνώρισε ευρύτατη τηλεοπτική κάλυψη στην δεκαετία του 1990 εμφανίσθηκε στην τηλεόραση σχολιάζοντας καυστικά μια εισαγγελική πρόταση, λέγοντας: «Ειλικρινά γέλασα όταν τη διάβασα (την έκθεση), διότι αντιλήφθηκα ότι το έγγραφο αυτό δεν αποτελούσε πρόταση. Το θεώρησα ως μία πρόταση με την οποία οσυντάκτης της στόχευε στο να μειώσει τον Α.Β. σαν να υπήρχε μεταξύ τους καλλιτεχνικός ανταγωνισμός. Βέβαια, ο Δ.Μ. γράφει κι αυτός ποιήματα και μπορεί να αισθάνεται καλλιτέχνης. Είναι μία φιλολογική άποψη η οποία εκδηλώνει αντιπάθειαπρος τον Α.Β. Δε λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία». Ο εισαγγελέας στράφηκε με αγωγή εναντίον του δικηγόρου, ο οποίος καταδικάσθηκε από τα Ελληνικά δικαστήρια να του καταβάλει ως αποζημίωση 11..738,81 ευρώ.

Στη συνέχεια, ο δικηγόρος προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ισχυριζόμενος ότι η καταδίκη του συνιστούσε παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην υπόθεση αυτή έκρινε, μεταξύ άλλων:

«το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η συγκεκριμένη ιδιότητα των δικηγόρων τους προσδίδει μία κεντρική θέση στην απονομή της δικαιοσύνης, ως μεσαζόντων μεταξύ των διοικούμενων και των δικαστηρίων, γεγονός που εξηγεί τους κανόνες συμπεριφοράς που επιβάλλονται εν γένει στα μέλη του δικηγορικού συλλόγου (Casado Coca κατά Ισπανίας, 24 Φεβρουαρίου 1994, § 54, serie A no 285-A). Εν τούτοις, όπως το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να βεβαιώσει, η ελευθερία έκφρασης ισχύει και για τους δικηγόρους, οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να εκφράζονται δημοσίως επί της λειτουργίας της δικαιοσύνης, αλλά των οποίων η κριτική δεν μπορεί να υπερβαίνει ορισμένα όρια (Amihalachioaie κατά Μολδαβίας, αριθ. 60115/00, §§ 27-28, CEDH 2004-III). Ως προς τούτο, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η δίκαιη ισορροπία που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των διαφόρων συμφερόντων που διακυβεύονται, μεταξύ των οποίων το δικαίωμα του κοινού να ενημερώνεται για θέματα που αφορούν το δημόσιο συμφέρον και τη λειτουργία της δικαστικής εξουσίας, την αξιοπρέπεια του επαγγέλματος του νομικού και την καλή φήμη των δικαστών (Schöpfer κατάΕλβετίας, 20 Μαΐου 1998, § 33, Recueil des arrêts et decisions 1998-III).».

Τελικά, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης, υποχρεώνοντάς την να καταβάλει στον προσφεύγοντα το ποσό των 12.939 ευρώ (βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση της 11.10.2010, Αλφαντάκης κατά Ελλάδας).

Επίσης, μια άλλη υπόθεση που έφτασε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αφορούσε ένα άρθρο που αναφερόταν σε εισαγγελείς που φέρονταν μπλεγμένοι σε σκάνδαλα κι έμεναν ατιμώρητοι, πράγμα που αποδιδόταν στη φιλική τους σχέση με τον πρόεδρο ενός δικηγορικού συλλόγου. Αποτέλεσμα ήταν η αμετάκλητη καταδίκη των δημοσιογράφων για αποζημίωση 10.000.000 δρχ. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο σε αυτήν την υπόθεση έκρινε μεταξύ άλλων, ώς εξής:

«42. Tο ∆ικαστήριο πρέπει να επιδεικνύει την µεγαλύτερη σωφροσύνη όταν, όπως εν προκειµένω, τα µέτρα που λαµβάνονται ή οι κυρώσεις που επιβάλλονται από την εθνική αρχή µπορούν από την φύση τους να αποθαρρύνουν τον τύπο από την συµµετοχή στη συζήτηση προβληµάτων θεµιτού γενικού συµφέροντος (Jersild κατά ∆ανίας, απόφαση της 23 Σεπτεµβρίου 1994, série A αριθ. 298, σελ. 25- 26, § 35). Μεταξύ αυτών υπάρχουν αναµφισβήτητα εκείνα που αφορούν την λειτουργία της δικαιοσύνης, η οποία είναι ένας κύριος θεσµός σε οποιαδήποτε δηµοκρατική κοινωνία. Ο τύπος αντιπροσωπεύει πράγµατι ένα από τα µέσα που διαθέτουν οι πολιτικοί υπεύθυνοι και η κοινή γνώµη για να εξασφαλίσουν ότι οι δικαστές θα ανταποκριθούν στις υψηλές ευθύνες τους σύµφωνα µε τον συστατικό σκοπό της αποστολής που τους έχει ανατεθεί (Prager και Oberschlick κατά Αυστρίας, απόφαση της 26 Απριλίου 1995, série A no. 313, σελ. 17-18,§ 34).43. Το άρθρο 10 της Σύµβασης δεν εγγυάται πάντως µία ελευθερία έκφρασης χωρίς κανένα περιορισµό ακόµη και όταν ο τύπος αναφέρεται σε σοβαρά ζητήµατα γενικού ενδιαφέροντος.

Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού ορίζει ότι η άσκηση της ελευθερίας αυτής περιλαµβάνει «καθήκοντα και ευθύνες» που ισχύουν και για τον τύπο. Πρέπει προς τούτο να ληφθεί υπόψη η ειδική αποστολή της δικαστικής εξουσίας µέσα στην κοινωνία. Ως εγγυήτριας της δικαιοσύνης, θεµελιώδους αξίας µέσα σε ένα Κράτος δικαίου, η δράση της έχει ανάγκη της εµπιστοσύνης των πολιτών για να ευδοκιµήσει. Ετσι, µπορεί να αποδειχθεί απαραίτητο να προστατευθεί αυτή από τις καταστροφικές επιθέσεις που στερούνται σοβαρής βάσης, ενώ το καθήκον συγκράτησης απαγορεύει στους δικαστικούς που αποτελούν στόχο να αντιδράσουν (Prager και Oberschlick κατά Αυστρίας, όπως πιο πάνω).»

Τελικά και σε αυτήν την υπόθεση το ΕΔΔΑ καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης των δημοσιογράφων και πληρωμή 31.172 ευρώ, δηλ. την αποζημίωση που είχαν καταβάλει στον αντίδικό τους (ΕΔΔΑ, απόφαση της 27.5.2007, Ρίζος και Ντάσκας κατά Ελλάδας βλ. εδώ). Για άλλες καταδίκες της Ελλάδας για παραβιάσεις της ελευθερίας της έκφρασης βλ. εδώ.

Παρατηρείται λοιπόν ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει μια διαφορετική προσέγγιση για το κατά πόσον μπορεί να ασκείται κριτική σε δικαστικούς λειτουργούς, ακόμη κι αν δεν υπάρχει ‘γνώση του φακέλου’, όπως στην υπόθεση Ρίζος και Ντάσκας. Ας σημειώσουμε επίσης ότι όλοι μας ως φορολογούμενοι πληρώσαμε αποζημιώσεις για τις εσφαλμένες κρίσεις της Ελληνικής Δικαιοσύνης, ως προς ακριβώς το δικαίωμα των προσφευγόντων να ασκούν κριτική στους λειτουργούς της. Εφόσον λοιπόν όλοι επωμιζόμαστε τα λάθη της Ελληνικής Δικαιοσύνης, έχουμε σαφέστατα ως πολίτες δικαίωμα κριτικής των λειτουργών της.

ΠΗΓΗ : http://elawyer.blogspot.gr/2011/10/h.html

Advertisements