Μια απαράδεκτη απόφαση : τεκμηριο ενοχης παντος καιρού για το ελεύθερο επάγγελμα! 9153/1987 Διοικ. Πρωτ. Αθηνας


Στην κατωθι αποφαση παρατηρουμε μια σειρα αρνησεων της δικαστικης αρχης να αναγνωρισει οχι τοσο το τι δηλωνει ο φορολογουμενος αλλα:

1. Δεν αναγνωριζει την ισχυ της φορολογικης δηλωσεως του, χωρις μαλιστα απτα αντεπιχειρηματα, ωστε να καθισταται ματαια και η υπαρξη της και η συμπληρωση της ως δημοσιου εγγραφου και φορολογικης υποχρεωσης.

2. Δεν αναγνωριζει την ισχυ των γραμματιων προεισπραξης των δικηγορων αν οχι ως καθολικο, εστω ως θεμελιωδες μεγεθος αναφορας για το μεγεθος των επαγγελματικων του δραστηριοτητων, ωστε ομοιως αχρηστευει καθε εννοια χρησιμοτητος αυτων και καθιστα περιττη δαπανη την καταγραφη της δδραστηριοτητος τουτης και συνεπακολουθα το κοστος μηχανογραφησης, κλπ των συλλογων για το σκοπο αυτο. Ομοιως ακυρωνει καθε χρηστικη εννοια κκαταγραφης επαγγελματικης δραστηριοτητας απο καθε επιμελητηριο, καθως ανοιχτα ΔΕΝ πιστευει τα στοιχεια αυτα!

3. Στην ουσια εισαγει ανεπιτρεπτο δικαστικο τεκμηριο αδικαιολογητου πλουτισμου-φοροδιαφυγης των ελευθερων επαγγελματιων.

4. Δεν κανει εστω επικληση στο δικαιωμα του προσφευγοντος να επικαλεστει ΑΛΛΕΣ μορφες αποδειξης, και κυριως , την ΑΠΟΥΣΙΑ ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΩΝ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΔΗΛΩΘΕΝ ΕΙΣΟΔΗΜΑ, που ειναι και το τεκμηριο της κοινης λογικης.

5. Σημειωτεον οτι τετοιου ειδους «περιορισμοι» αποδειξης, περα απ το οτι ειναι εξοργιστικα ανεπιτρεπτοι, οχι μονο μονο απο το Συνταγμα αλλα και την ιδια την αρχη της αναζητησης της πραγματικης αληθειας, ισχυουν κατα αυστηρο κανονα μονο για τους ελευθερους επαγγελματιες, ενω απουσιαζουν παντελως (!!) για λοιπες επαγγελματικες κατηγοριες, οταν πχ η χωρα μας εχει αποδεδειγμενα την υψηλοτερη διαφθορα στον δημοσιο τομεα (βλ. ευρωπαικες ερευνες και εκθεσεις επιθεωρητη δημοσιας διοικησης), στα δε αποτελεσματα φοροδιαφυγης (και εν γενει αποκρυψης εισοδηματων απο ποικιλες πηγες, υπεξαιρεσης , απατης, κλπ) του ΣΔΟΕ σημαινουσα θεση τοσο σε ποσοστο οσο και σε αριθμους εχουν επαξια ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ, αν οχι κατα κανονα αυτες που σχετιζονται με τον δημοσιο τομεα!

Δια του αποκλεισμου και μαλιστα απολυτου ολων των επιχειρηματων αδυναμιας και αρα μη επαληθευσης των τεκμηριων η αποφαση εισαγει  ανεπιτρεπτα εμποδια στην αμφισβητηση οχι μονο των τεκμηριων αλλα και της πραγματικης υπαρξης η ανυπαρξιας φοροδοτικης ικανοτητας, καθιστωντας κενο γραμμα το αρθρο 4.5 του Συνταγματος.

Αναγνωριζει στην ουσια μονο λογους .. εκτακτους οπως πχ η μακροχρονια αποχη των δικηγορων , με την ιδια λογικη που θα αναγνωριζε ως μονη δικαιολογια ελαφρυνσης ενος αγροτη μια απροβλεπτη καταστροφη της σοδειας του, και οχι πχ την πτωση των τιμων, της ζητησης και αλλων απολυτα αληθινων λογων για οσους ζουν τουλαχιστον στον πραγματικο κοσμο.

Επισης παρατηρουμε οτι … αναγνωριζονται ως λογοι ΠΟΥ δεν εχουν εφαρμογη τα τεκμηρια, «ΟΤΑΝ ο προσφεύγων δεν απέκτησε το προαναφερόμενο
τεκμαρτώς προσδιορισθέν εισόδημα από την άσκηση του ελευθερίου επαγγέλματος του, λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών ασκήσεως αυτού από τον ίδιο, που αφορούν την προσωπική του κατάσταση (έρευνα ταξίδια, συμμετοχή σε διεθνή συνέδρια κ.λπ.)!!!!

ΤΑΞΙΔΙΑ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ!!! ΜΑ ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΚΑΤΑ ΚΑΝΟΝΑ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΚΑΙ ΜΕ ΨΕΥΔΗ ΠΡΟΘΕΣΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΝΑΣ ΕΥΚΑΤΑΣΤΑΣΤΟΣ!

Ας ελπισουμε οτι τετοια σκεπτικα δεν θα υιοθετηθουν εφεξης, καθως αφενος με την σωρεια των ελεγκτικων μεσων και καταναγκασμων του δημοσιου απο το 1987 εως σημερα, την 7ετη κριση της χωρας και οικονομιας,  και την εξαθλιωση της μεγαλης μαζας των ελευθερων επαγγελματιων, αυτο θα ισοδυναμουσε με τορπιλισμο
του κρατους δικαιου και καθε εννοιας φορολογικης και εν γενει δικαιοσυνης, δημιουργωντας συνθηκες καταλυσης του δικαιωματος στην εργασια, στην ιδιοκτησια και την αξιοπρεπεια.

Αλλωστε αν υιοθετησουμε τον απλουστερο των κανονων (τον οποιο φυσικα δεν αγγιζει καν η σχολιαζομενη αποφαση, παροτι μπορουσε ΚΑΙ ΟΦΕΙΛΕ να αποτελεσει τη δικαιη λυση για αδυναμους οικονομικα ) δηλαδη την παραθεση ολων των εισοδηματων και αποκτηματων του προσφευγοντος
μπορει να οδηγηθουμε και σε συμπερασματα σαν της κυριας Ηλια :

«- Θα σας απαντήσω ότι μπορεί πανεύκολα να εξακριβωθεί ανά πάσα στιγμή η διαφθορά στην ελληνική Δικαιοσύνη με σωστή και όχι δήθεν ενεργοποίηση του ουσιαστικού ελέγχου το «πόθεν έσχες» των δικαστών. Αυτό συνεπάγεται, ότι όλοι οι εν ενεργεία δικαστές που κατέστησαν πλουσιότεροι κατά τη διάρκεια της άσκησης των καθηκόντων τους, χωρίς να έχουν γίνει αποδέκτες κάποιας κληρονομιάς, πλούσιου γάμου, λαχείου κ.λπ., αναμφισβήτητα είναι διεφθαρμένοι!»

http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=415803

Kαι αν απο μια τετοια δηλωση, προκυπτει μια απαραδεκτως γενικευμενη βεβηλωση της αξιοτητας του δικαστικου σωματος εν γενει, ποιος ειπε οτι η υπολοιπη κοινωνια δεν εχει αξιοπρεπεια και εντιμοτητα να διαφυλαξει?

Η Ενωπιον δικαστηριου αποδειξη της οικονομικης αδυναμιας, ως εσχατο μεσο για την αποφυγη του κοινωνικου και επαγγελματικου εξοστρακισμου λογω της υπεροφορολογησης, ειναι αδιανοητο να απορριπτεται μαζι με τα προσκομιζομενα στοιχεια, οταν αυτα παρατιθενται, με τροπο που δεν αφηνει κανενα περιθωριο αμυνας επιχειρηματων στον αδικουμενο. Ποσο μαλλον οταν… απορριπτει δημοσια εγγραφα! Με την ιδια λογικη, Και γιατι να δεχθουμε οτι οι δημοσιοι υπαλληλοι κερδιζουν μονο οσα φαινονται οτι λαμβανουν? Κερδιζουν περισσοτερα! Και γιατι οι ιδιωτικοι το ιδιο? Και γιατι οι ανεργοι? Σιγουρα εχουν μαυρη εργασια!

Αποφασεις οπως η ανωτερω  οδηγουν τη χωρα σε συνθηκες κοινωνικης εκρηξης.

Ας αποδειξει το δημοσιο οτι εβγαλες περισσοτερα και οτι μαλιστα εχεις φοροδοτικη ικανοτητα.

Αν δεν μπορει, ας βγαλει το σκασμο και να μειωσει τους φορους των οικονομικα αδυναμων.

 

ΝΟΒ/1990 (1074), Δ/ΝΗ 2005/447
 Φόρος εισοδήματος Ζ` πηγής, ισότητα στα δημόσια βάρη, αναρμοδιότητα,
 Δικηγόρος,  τεκμήριο βιωσιμότητας, μακρά απεργία, επηρεασμός
 εισοδήματος.



                ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
 
  Αριθ. 9153/1987 Μον.
 
  Δικαστής ο κ. Γ.-Ε. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Πρωτοδίκης Δ.Δ.
  Δικηγόροι οι κ.κ. Ι. Σταθόπουλος, Π. Κιούσης, δικ. αντιπρόσωπος της
  Διοικήσεως
 
  (Α π ό σ π α σ μ α): Με το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 1591/86 (Α` 50) η
ισχύς των διατάξεων του οποίου αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 62 του
νόμου αυτού από το οικονομικό έτος 1986, για τα εισοδήματα που
απέκτησαν οι δικαιούχοι από 1.1.1985 και μετά, προστέθηκε στο ν.δ.
3323/1955 "περί φορολογίας εισοδήματος φυσικών προσώπων", μετά το άρθρο
47, άρθρο με αριθ. 47α, το οποίο ορίζει για το τεκμήριο βιωσιμότητας
ελευθέριου επαγγέλματος. Σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1, 2 και 3
του παραπάνω άρθρου 47α, σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τον κατα
το άρθρο 47 τεκμαρτό προσδιορισμό, αν το δηλούμενο ποσό εισοδήματος από
την ατομική άσκηση ενός από τα οριζόμενα ελευθέρια επαγγέλματα, μεταξύ
των οποίων περιλαμβάνεται και το επάγγελμα του δικηγόρου, είναι
μικρότερο από τις 550.000 δραχμές η διαφορά προσαυξάνει το εισόδημα που
δηλώνεται, ως προερχόμενο από την άσκηση του ελευθέριου επαγγέλματος
και ο φόρος που οφείλεται, με βάση την οικεία δήλωση του υποχρέου,
υπολογίζεται στο συνολικό εισόδημά του που προκύπτει με αυτόν τον
τρόπο. Αν ο φορολογούμενος δηλώνει εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες και
από την άσκηση του ελευθέριου επαγγέλματος, το ποσό που ορίζεται στην
προηγούμενη παράγραφο περιορίζεται στο μισό, εφόσον το καθαρό εισόδημα
που προέρχεται από μισθωτές υπηρεσίες είναι ίσο ή ανωτερο από τις
550.000 δρχ. Το τεκμήριο βιωσιμότητας έχει εφαρμογή εφόσον ο υπόχρεος
ασκεί το ελευθέριο επάγγελμα πάνω από πέντε (5) χρόνια σε πόλη με
πληθυσμό πάνω από δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους, σύμφωνα με την
τελευταία απογραφή ή σε πόλεις με πληθυσμό από δέκα χιλιάδες (10.000)
και κάτω, εφόσον στην περίπτωση αυτή ο υπόχρεος διατηρεί ένα
τουλάχιστον υποκατάστημα σε άλλη πόλη. Για τον υπολογισμό της
πενταετίας, ως πρώτο έτος θεωρείται το επόμενο εκείνου μέσα στο οποίο ο
φορολογούμενος υπέβαλε για πρώτη φορά δήλωση έναρξης επαγγέλματος.
Εξάλλου, στην παρ.3 του αρθρου 9 του πιο πάνω ν. 1591/1986 ορίζεται ότι
η προσαύξηση του εισοδήματος από την άσκηση εμπορικής επιχείρησης ή
ελευθέριου επαγγέλματος, κατά την παρ. 1 των άρθρων 338 και 47α του
ν.δ. 3323/55, όπως ισχύουν, μπορεί να  αμφισβητηθεί από το
φορολογούμενο ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, εφόσον από
λόγους που ανάγονται αποκλειστικά στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας
της επιχείρησης ή άσκησης του επαγγέλματος προέκυψε εισόδημα μικρότερο
από το παραπάνω ποσό. Δε συνιστούν και δεν αποδεικνύουν τέτοιους λόγους
μόνες οι εγγραφές στα τηρούμενα βιβλία του φορολογουμένου.
 
  Στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν
τα ακόλουθα: Ο προσφεύγων, δικηγόρος, υπέβαλε στον παραπάνω Οικονομικό
Εφορο την... δήλωση φορολογίας εισοδήματος, οικον. έτους 1986, στην
οποία, εκτός των άλλων, περιέλαβε εισόδημα Ζ` πηγής 266.379 δραχμές από
την άσκηση του επαγγέλματός του. Η φορολογική αρχή με το προσβαλλόμενο
εκκαθαριστικό σημείωμα και με βάση το τεκμήριο βιωσιμότητας ελευθέριου
επαγγέλματος του άρθρου 9 του ν. 1591/86 προσδιόρισε το εισόδημα του
προσφεύγοντος από την άσκηση δικηγορίας σε 550.000 δραχμές, με την
προσθήκη στο εισόδημα που δηλώθηκε (266.379 δρχ.) ποσού 283. 621
δραχμών, δηλαδή της μεταξύ αυτού και του τεκμηρίου διαφοράς και τελικά
υπολόγισε το φόρο που αναλογούσε με βάση τη δήλωση σύμφωνα με τον πιο
πάνω τεκμαρτό προσδιορισμό. Ο προσφεύγων με την κρινόμενη προσφυγή
ισχυρίζεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 1591/86 είναι
αντισυνταγματικές γιατί εχουν αναδρομική ισχύ και δημιουργούν άνιση
μεταχείριση έναντι εισοδηματιών άλλων επαγγελμάτων.
 
  Στην παρ. 2 του άρθρου 78 Σ που ισχύει ορίζεται ότι ο φόρος ή άλλο
οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο
αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το
προηγούμενο εκείνου, κατά το οποίο επιβλήθηκε. Στην προκείμενη
περίπτωση η διάταξη του άρθρου 9 του ν. 1591/86 που καθιερώνει το
τεκμήριο βιωσιμότητας ελευθέριου επαγγέλματος, δεν αντίκειται στην
προαναφερόμενη συνταγματική διάταξη, αφού αυτή ισχύει για τα εισοδήματα
που απέκτησαν οι δικαιούχοι από 1η Ιανουαρίου 1985, δηλαδή από το
οικονομικό έτος 1986 και μετά, μέσα στο οποίο και δημοσιεύθηκε ο νόμος
αυτός. Συνεπώς ο σχετικός λόγος της προσφυγής για αντισυνταγματικότητα
των διατάξεων του άρθρου 9 του ν. 1591 /86 λόγω αναδρομικής ισχύος του
είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
 
  Από την αρχή της ισότητας που απορρέει από το άρθρο 4 Σ και
ειδικότερα από την παρ. 5, η οποία προβλέπει τη συμμετοχή των πολιτών
στα δημόσια βάρη ανάλογα προς τις δυνάμεις τους, δεν αποκλείεται στον
κοινό νομοθέτη, αλλά αντίθετα παρέχεται σ` αυτόν ευρεία ευχέρεια, να
διαμορφώσει το οικείο φορολογικό σύστημα πάντοτε όμως υπό την
προϋπόθεση ότι η σχετική ρύθμιση γίνεται με βάση γενικά και
αντικειμενικά κριτήρια και ότι τυχόν θεσπιζόμενη διάκριση  καθιερώνεται
με βάση κριτηρια που τελούν σε συνάφεια με το ρυθμιζόμενο  θέμα (ΟΑΣΤΕ
1154- 1153/1983, 3886/1983 κ.α.). Στην προκείμενη περίπτωση, το
θεσπιζόμενο με το άρθρο 9 του ν. 1591/86 σύστημα τεκμαρτού
προσδιορισμού του φορολογητέου εισοδήματος των ελευθερίων επαγγελμάτων,
το οποίο υπαγορεύθηκε από την ανάγκη, που  διαπιστώθηκε, να συλληφθεί
σημαντική φορολογητέα ύλη που διέφυγε το φόρο, συμπληρώνει πράγματι το
σύστημα του υποκειμενικού προσδιορισμού του εισοδήματος με βάση τις
πάγιες διατάξεις του ν.δ. 3323/55, γιατί αποβλέπει κυρίως στη σύλληψη
των πιθανών περιπτώσεων φοροδιαφυγής, για το λόγο αυτό άλλωστε, δεν
ισχύει κατά την πρώτη πενταετία της άσκησης του ελευθερίου επαγγέλματος
(άρθρο 9 παρ. 1 και 2 ν. 1591/86), οπότε σ` αυτή την περίπτωση η
πιθανότητα αυτή λογίζεται ότι δεν υπάρχει. Συνεπώς το σύστημα του
τεκμαρτού προσδιορισμού του φορολογητέου εισοδήματος των φορολογουμένων
από Ζ` πηγή, οι οποίοι εχουν τη δυνατότητα να ανταποδείξουν ότι
πραγματοποίησαν εισόδημα μικρότερο απ` αυτό που προκύπτει τεκμαρτώς
αποτελεί μέθοδο για την εξακρίβωση της πραγματικής φοροδοτικής
ικανότητας των φορολογουμένων και δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 5 Σ
(πρβλ. ΣΤΕ 4340/1983, Ολομ. 1719, 2380, 2332/1984, 31.10/1985), ούτε
άλλωστε αντίκειται και στις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, δεδομένου
ότι με το σύστημα αυτό επιβάλλεται ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων,
τα οποία βρίσκονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες με βάση σχετικά μεταξύ
τους κριτήρια ως προς το ουσιαστικό περιεχόμενο του ρυθμιζόμενου
θέματος, χωρίς με το σύστημα αυτό να επιβάλλεται αδικαιολόγητη
επιβάρυνση των φορολογουμένων. Εξάλλου το τεκμήριο βιωσιμότητας
επιβάλλεται καθολικά και χωρίς εξαιρέσεις σ` αυτούς που ασκούν
ελευθέριο επάγγελμα πάνω από πέντε έτη και σε πόλη με πληθυσμό πάνω από
10.000 κατοίκους ενώ οι κατηγορίες εισοδήματος, στις οποίες
δενεφαρμόζεταιτο τεκμήριο τελούν κάτω από ολότελα διαφορετικές
συνθήκες, που δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση. Επομένως το κατά το
άρθρο 9 του ν. 1591 /86 σύστημα τεκμαρτού  προσδιορισμού του
φορολογητέου εισοδήματος που προέρχεται από την άσκηση ελευθερίου
επαγγέλματος δεν αντίκειται ούτε και από την άποψη αυτη στο άρθρο 4
παρ. 5 Σ και οι αντίθετοι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος πρέπει να
απορριφθούν ως αβάσιμοι.
 
  Περαιτέρω ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η δραστηριότητά του κατά το
κρινόμενο έτος ήταν μειωμένη και ότι το εισόδημά του από Ζ` πηγή ήταν
αυτό που δηλώθηκε, γιατί από τον Απρίλιο 1985 άρχισε η προεκλογική
κίνηση στις βουλευτικές εκλογές της 2.6. 1985 και σχεδόν κάθε
δικηγορική δραστηριότητα είχε ανασταλεί και γιατί ομοίως είχε ανασταλεί
κάθε δικηγορική δραστηριότητα εξαιτίας των θερινών δικαστικών διακοπών.
Ομως ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί καθόσον η διενέργεια των
βουλευτικών εκλογών, κατά τα κοινώς γνωστά δεν αποτελεί λόγο διακοπής
επί δίμηνο της άσκησης της δικηγορίας αφού τα δικαστήρια μόνο τρεις
ημέρες πριν και τρεις ημέρες μετά την  ημερομηνία των εκλογών δεν
προβαίνουν στην εκδίκαση υποθέσεων επίσης, κατά τα κοινώς γνωστά, στη
διάρκεια των δικαστικών διακοπών (από 1.7. - 16.9 κάθε έτους) δεν παύει
και η λειτουργία των δικαστηρίων, ούτε ο προσδιορισμός και η συζήτηση
ορισμένης φύσεως επειγουσών υποθέσεων, εκτός δε από αυτό, αντικείμενο
του δικηγορικού επαγγέλματος δεν είναι μόνο η ενώπιον των δικαστηρίων
παράσταση, αλλά και πλήθος άλλων εργασιών (όπως ο έλεγχος τίτλων
ιδιοκτησίας, η παράσταση κατά τη σύνταξη συμβολαίων μεταβίβασης
ακινήτων, η σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων μισθωτηρίων,
καταστατικών εταιρειών, εξώδικων δηλώσεων κ.ά.). Ο προσφεύγων για την
απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η δραστηριότητά του ήταν μειωμένη και
το εισόδημα που πραγματοποίησε ήταν αυτό που δήλωσε, αναφέρεται στη
σχετική βεβαίωση του Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων Αθήνας, από την οποία
προκύπτει ότι κατά την ένδικη χρήση ( 1.1. - 31.12.1985 )
πραγματοποίησε προεισπράξεις δικηγορικης αμοιβής  συνολικού ποσού
290.200 δραχμές. `Ομως τα παραπάνω γραμμάτια προείσπραξης, εφόσον
καταχωρούνται στα βιβλία του φορολογουμένου και συνεπώς εμφανίζονται
υποχρεωτικώς σ` αυτά, δε λαμβάνονται υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία,
γιατί κατά την προαναφερόμενη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 9 του ν.
1591/1986, μόνες οι εγγραφές στα τηρούμενα βιβλία του φορολογουμένου
δεν αποδεικνύουν ότι το εισόδημα που προέκυψε από την άσκηση τόυ
επαγγέλματος, είναι μικρότερο από το ποσό που καθορίζει το τεκμήριο,
ενώ εξάλλου τα ποσά που αναφέρονται στα γραμμάτια προείσπραξης αφορούν
μέρος της δραστηριότητας του δικηγορικού επαγγέλματος (παράσταση στα
δικαστήρια) και συνεπώς δεν απεικονίζουν το σύνολο των εισοδημάτων που
αποκτάται από τη δικηγορία. Εξάλλου ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι το
εισόδημά του από την άσκηση του επαγγέλματος του δικηγόρου είναι αυτό
που προκύπτει, από τα τηρούμενα βιβλία και στοιχεία του ΚΦορΣ (π.δ.
99/77), γιατί διαφορετικά δεν υπάρχει λόγος να τα τηρεί. `Ομως τα
παραπάνω προβάλλονται αβασίμως γιατί σύμφωνα με την προαναφερόμενη
διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 1591/86 μόνες οι εγγραφές στα
τηρούμενα βιβλία του φορολογουμένου δεν ανατρέπουν το τεκμήριο.
Περαιτέρω το τελευταίο αυτό δεν καθιστά περιττή την τήρηση των βιβλίων,
καθόσον η παράλειψη θα είχε ως συνέπεια τον κατ` άρθρο 47 του ν.δ.
3323/1955 τεκμαρτό προσδιορισμό του εισοδήματος, προσδιορισμό που δεν
αποκλείει αλλά ούτε θίγει την εφαρμογή του τεκμηρίου επαγγελματικής
βιωσιμότητας.
 
  Στη συνέχεια ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι κατά τη διάταξη του άρθρου
1 του ν.δ. 3323/1955 ο φόρος επιβάλλεται περί του κτωμένου εισοδήματος"
κατά δε την έννοια αυτής είναι αδιανόητο να επιβληθεί φόρος σε εισόδημα
που δεν αποκτήθηκε.  Ομως το τεκμαρτώς προσδιοριζόμενο με βάση το ν.
1591/1988 εισόδημα δεν είναι εισόδημα που δεν αποκτήθηκε πράγμα που
άλλωστε επιβεβαιώνεται από την αιτιολογική έκθεση του νόμου - αλλά
φορολογητέα ύλη που αποκτήθηκε για την οποία όμως παρέχεται ευχέρεια
στο φορολογούμενο να ανταποδείξει ότι δεν την πραγματοποίησε, οπότε
στην περίπτωση αυτή δεν έχει εφαρμογή το τεκμήριο. Τέλος ο προσφεύγων
αρνούμενος την προσαύξηση, κατά τα παραπάνω, του εισοδήματός του από Ζ`
πηγή ισχυρίζεται ότι κατά το διάστημα από 24.9.1975 έως 1.1.1986 δεν
απέκτησε καθόλου εισόδημα γιατί συμμετείχε στην απεργία των δικηγόρων
της Αθήνας.
 
  Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν και δεδομένου ότι κατά το διάστημα της
απεργίας των δικηγόρων της Αθήνας αυτοί εξήγγειλαν και πραγματοποίησαν
κατά την ένδικη χρήση τρίμηνη αποχή (24.9.1985 - 31.12.1985) από κάθε
δραστηριότητα που σχετίζεται με την άσκηση του δικηγορικού
επαγγέλματος, γεγονός που, κατά τα κοινώς γνωστά, αποστέρησε αυτούς από
κάθε εισόδημα κατά το διάστημα αυτό, αφού δεν παρείχαν λόγω της αποχής
υπηρεσίες στους πελάτες τους και συνεπώς δεν εισέπρατταν αμοιβή απ`
αυτούς, το δικαστήριο κρίνει ότι για το λόγο αυτό που ανάγεται
αποκλειστικά στις ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης του  δικηγορικού
επαγγέλματος κατά την ένδικη χρήση ( 1985), το κατά το άρθρο 9 παρ. 2
του ν. 1591/86 τεκμαρτώς προσδιοριζόμενο εισόδημα της της προσφεύγουσας
πρέπει να περιορισθεί ανάλογα (βλ, απόφ. Υπουργού  Οικον. Ε,
7057/27,5.1986) και να καθορισθεί στο ποσό των 412.500 δρχ. [(550.000 -
(550.000 χ 3/12))] έπειτα από μερική παραδοχή της κρινόμενης προσφυγής
και ανάλογη μεταρρύθμιση του προσβαλλόμενου εκκαθαριστικού σημειώματος.

 

Advertisements