«Η ΙΘΑΚΗ ΜΟΥ» – ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΕΛΕΣΙΩΤΗ


«Η ΙΘΑΚΗ ΜΟΥ» ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΕΛΕΣΙΩΤΗ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ο Μυκηναϊκός κόσμος, άρχισε να παρακμάζει πριν τα Τρωικά χρόνια, με την πρώτη κάθοδο των Δωριέων, γύρω στα 1220 π.χ.

Όπως μαρτυρούν τα Ομηρικά έπη, στο τέλος της Μυκηναϊκής εποχής, στα παράλια της Ακαρνανίας και στα νησιά του Ιονίου, κατοικούσαν οι Κεφαλλήνες, που είχαν βασιλιά τους τον Οδυσσέα και αποτελούσαν, ένα ξεχωριστό Αχαϊκό βασίλειο.
Με τη δεύτερη κάθοδο των Δωριέων, (1150 π χ) οι λαοί μετακινήθηκαν νοτιότερα κι’ από τότε, πολλά άλλαξαν .

ΟΙ μεγάλοι ιστορικοί του 5ου αιώνα, πίστευαν στην αλήθεια των διηγήσεων και των προσώπων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας και ο τρωικός πόλεμος, ήταν γι’ αυτούς, το πρώτο ιστορικό γεγονός.

               Από τότε -όπως ο Στράβων μας πληροφορεί – ξεκίνησε και το πρόβλημα της αμφισβήτησης της Ομηρικής γεωγραφίας και της ταυτότητας, των νησιών του Ιονίου.

Για πάρα πολλά χρόνια, κανένας λόγος δεν έγινε για τα νησιά του Οδυσσέα και τον Τρωικό πόλεμο, τον θεωρούσαν πολλοί, σαν μια επινόηση, ενός ευφάνταστου ποιητή.

            Οι ανασκαφές όμως του Σλίμαν, στην Τροία, τις Μυκήνες, και την Τίρυνθα, έριξαν νέο φως και ενδιαφέρον για τα Ομηρικά.

        Από τότε, όλοι οι μεταγενέστεροι ερευνητές και συγγραφείς, προσέτρεξαν στα έργα του Ομήρου, αναζητώντας ιστορικές μαρτυρίες και θέσεις -της Ιθάκης του ο καθένας-, για να τεκμηριώσει τις απόψεις του, μιας και τα συγγράμματα αυτά, αποτελούν τη μοναδική βάση δεδομένων.

Γράψανε πολλά φιλολογικά βιβλία, με διαφορετικές θεωρίες  και από-ψεις, τις περισσότερες φορές με χάρτες, μέσα σε γραφεία, ψάχνοντας κι’ ερμηνεύοντας, λέξεις κατά το δοκούν, για την τοπογραφία της.

     Οι τοπογραφικές περιγραφές του Ομήρου, για την υπονήιο Ιθάκη, εφόσον ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, οδήγησαν και μένα, αναζητώντας την, σ’ ένα κομμάτι στεριανής γης, κυριολεκτικά απλωμένο μέσα στη θάλασσα και συγκεκριμένα στην περιοχή της βορειοδυτικής χερσονήσου, που απλώνεται ανάμεσα Λευκάδας και Ακαρνανίας, κοντά στο Άκτιο.

      Σαν σκηνοθέτης – θεματογράφος και καταγόμενος απ’την περιοχή αυτή, γυρίζοντας πολλά παραδοσιακά, λαογραφικά, και ιστορικά ντοκιμαντέρ, περπάτησα πολλές φορές το χώρο αυτό, ερευνώντας κάθε πληροφορία, που αφορούσε  σπηλιές,  κάστρα, βουνά, ποτάμια, πηγές, βρύσες και παραδόσεις.

Κινηματογραφούσα τοποθεσίες και οδοιπορούσα ώρες πολλές, για να διασταυρώσω πληροφορίες από χοιροβοσκούς και γιδάρηδες, και να ρωτήσω για θέσεις που γνώριζαν, ιστορίες που είχαν ακούσει, και να μου πουν και μένα, τις δικές τους σκέψεις.

Στα εβδομήντα πέντε μου χρόνια, δικαιούμαι να πω και εγώ την άποψή μου, και ν’αφήσω πληροφορίες  που συγκέντρωσα μια ζωή, ψάχνοντας να βρω, την τοπογραφία, της δική μου Ιθάκης.

Γ. Μπελεσιώτης

                                                                      Η ΙΘΑΚΗ ΜΟΥ

Κατοικώ στο νησί της Ιθάκης, με τα ωραία δειλινά, που τo κυριαρχεί, το δασωμένο και δυνατό βουνό Νήριτον.

  Αυτό το νησί, είναι το δυτικότερο όλων και βρίσκετε κοντά στη στεριά, ενώ τα άλλα νησιά του Ιονίου, είναι απόμακρα κι’ απλώνονται, προς την πρωία και τον ήλιο.

  Το νησί μου, είναι μικρό και απόκρημνο, με βράχους στις ακτές και ελάχιστες μικρές αμμουδιές, αλλά για μένα είναι, ο ποιο αγαπητός τόπος στον κόσμου.

                 Πολύ κοντά στο         νησί μου, είναι και η         μαυρόχρωμηΑκτής         Ηπείροιο, που την             κατοικούν οι                       Κεφαλλήνες και η             επικοινωνία τους με        την Ιθάκη, γίνεται με         πορθμείο, όπου οι            περατάρηδες,                      μεταφέρουν απ’ τη            μια μεριά στην άλλη, ποιμένες, ζώα κι ανθρώπους, που έρχονται απ’ τα ξένα. (Οδ-υ-187)

Στην ακτή αυτή, κατοικεί και ο αρχιβουκόλος Φιλοίτος, με τους πιστούς ποιμένες του και τις βοσκοπούλες, Φαέθουσα, Μελανθώ και Αμπετία, που βόσκουν ολόγυρα, πολλά κοπάδια ζωντανά.
Oι Κεφαλλήνες που ζουν εδώ και σ’ όλα τα γύρω νησιά, υποτάχτηκαν απ’ τον Λαέρτη και τους Αχαιούς και άξιοποιούντε έκτοτε, σαν πολεμι-στές, όπως και οι Μυρμιδόνες, του Αχιλλέα.
Απέναντι απ’την Ιθάκη και το βουνό της Νήριτον, είναι χτισμένη στους πρόποδες των Ακαρνανικών βουνών, και η Ακαρνανική πόλις Νήρικος, που την κυρίευσε ο Λαέρτης.
Ήταν τόσο ισχυρό και απόρθητο το κάστρο της, που η κυρίευσή του, θεωρήθηκε, πράξης ηρωική. (Οδ ω-377)

Από τότε, όλη η γύρω πεδινή περιοχή της Ακτής Ηπείροιο, περιήλθε στη κυριαρχία, του βασιλιά της Ιθάκης .

Αποσαθρωμένα απομεινάρια αυτού του οχυρού, υπάρχουν πάνω απ’ το χωματόδρομο που οδηγεί απ’ το Μοναστηράκι στα Σκλάβενα, ανάμεσα σε ασφάκες και σκίνους, εκεί που βρίσκεται η πηγή, με τις ποτίστρες για τα ζώα .

Ένα τετράγωνο υπέρστυλο 30χ30 εκ. και 4-5 μέτρα μήκους, με θηλές στις άκρες του, που μου έδειξε ένας γέρο-προβατάρης και πιο πάνω, ένας δρόμος που ανηφορίζει σε σχήμα ζιγκ – Ζακ, με θέμελα δεξιά και αριστερά, κάτι μαρτυρούν.

          Ακριβώς από πάνω, υπάρχει γκρεμός και στην κορφή του, σε ύψος 80 μ, στην φυσική οχυρή θέση του Λύκ – Νίκ, βρίσκετε μια ακόμα Ακαρνανική πολιτεία, που περιτριγυρίζει με τα τείχη και τα ερείπιά της, μια μικρή πεδιάδα 140 στρεμμάτων, με κίονες στο κέντρο της.

             -Πάου τα γίδια για κλαρί στ’ Λύκ–Νίκ, (βοσκή), επισημαίνουν οι ντόπιοι γιδοβοσκοί.

Για να πας στ’ Λύκ–Νίκ, πρέπει να πας απ’ την πίσω μεριά του γκρεμού, ν’ανέβεις απ’ το χωριό Μοναστηράκι προς το Βάτο και κόβοντας δεξιά, στη θέση Μαυρονέρι και μετά βόρεια, απ’ τη θέση πηγάδι, βλέπεις το βόριο-ανατολικό τμήμα του τείχους, αυτής της άγνωστης σε εμάς αρχαίας πόλις, που δεν έχει ερευνηθεί ποτέ, όπως και η γύρω περιοχή της.
Ίσως εδώ στ’ Λύκ – Νικ, να ήταν ο Λύκιος – Νίκιος Απόλλωνας και το θρησκευτικό κέντρο των Ακαρνάνων, που δεν ήταν και τόσο αφελείς, να το έχουν στο Άκτιο, που δεν το κατείχαν σχεδόν ποτέ, κι’ απ’ το οποίο περνούσαν, όλες οι φυλές κι οι πειρατές του κόσμου,
Ίσως οι παμπόνηροι Κορίνθιοι, δημιούργησαν στα κατοπινά χρόνια τα Άκτια, κι έκτισαν ένα ναό στον Ακτίο Απόλλωνα, κοντά στην πόλη του Ανακτορίου, για να καλοπιάσουν τους αυτόχθονες, ξανθούς, σκληροτράχηλους, γαλανομάτες και σγουρόμαλλους Ακαρνάνες, που τους συναντάμε ακόμη και σήμερα, μ’ αυτά τα χαρακτηριστικά και την ξεχωριστή τραγουδιστική τους ομιλίας, πάνω στους ορεινούς όγκους, του Βάτου, του Μπούμστου και στην Ψιλή  κορφή.

              Οι ρίζες της καταγωγής αυτών των ορεσίβιων, όπως και όλων των άλλων Ελλήνων, πρέπει να αναζητηθούν, όχι στην ιστορία, αλλά στην μυθολογία των θεών.

          Τους Ακαρνάνες, τους βρίσκουμε από τότε, που τη βασιλεία του Ουρανού την είχε ο Ήλιος και τους διαφέντευε ο Ακαρνάν, ο γιος του Αλκμέωνα και της Καλλιρόης, που είχαν κληρονομιά τους το περίφημο περιδέραιο και το πέπλο της υπέρλαμπρης Αρμονίας, της κόρης του Άρη και της Αφροδίτης .

Οι κάτοικοι αυτής της ορεινής περιοχής, οι περίφημοι κουρευτάδες των Ακαρνανικών βουνών, ήταν παιδιά του Δία και της Νιόβης, πού έφερε πάνω στα δασωμένα βουνά, η μαύρη  Γή, να γίνουν το γένος των ανθρώπων.

         Δεν κατακτήθηκαν ποτέ αυτοί οι ορεσίβιοι, ούτε κι απ’ αυτούς τους Δωριείς, μιας και δεν έχουν καμιά σχέση με τα ήθη, τα έθιμα, τη γλώσσα και τη θρησκεία τους, καθώς μας λέει ο Γκλότς.(Γουσταύος, Επιφανής Γάλλος ερευνητής, της αρχαίας Ελληνικής ιστορίας)

                     Πάνω από τις           οχυρωμένες κορφές του Λύκ-Νίκ, Καστρί και Βραχάκια, η θέα της           περιοχής, προς τον κάμπο της Βόνιτσας, το Άκτιο, τον Αμβρακικό           κόλπο και τα Ηπειρώτικα βουνά, είναι φανταστική.

Λίγο αριστερότερα, απλώνεται η Ιθάκη μου με τα γύρω νησιά του Ιονίου και μπροστά της, η λίμνη της Βουλκαριάς, κατάλοιπο, παλιότερης λιμνοθάλασσας.

Η Βουλκαριάς και από πάνω της τα Ακαρνανικά Βουνά, που την επιχωματώσανε.

Η Λίμνη αυτή, είναι ότι απέμεινε από μια λουρίδα θάλασσας, που χώριζε την Ιθάκη απ’την Ακτή Ηπείροιο και μπαζώθηκε με τα χρόνια που πέρασαν, απ’ τις φερτές ύλες, τόσο των Ακαρνανικών βουνών, όσο κι’από αυτές, του βουνού της Ιθάκης.

Με τον αναδασμό που έγινε στην παραλίμνια περιοχής της Βουλκαριάς και το άνοιγμα των αυλακιών για  την άρδευση των χωραφιών, ψάχνοντας σε βάθος τριών-τεσσάρων μέτρων, δεν βρίσκεις ούτε πετρα-δάκι, γεγονός που επιβεβαιώνει την άποψη αυτή .

Παλιό γεφυράκι στον ανατολικό βαλτό της Βουλκαριάς που ένωνε άλλοτε την Πάλαιρο με την Πογωνιά.

  Απ την άλλη πλευρά της Ιθάκης          υπάρχει άλλη μια λουρίδα             θάλασσας, ο σημερινός Αύλακας     της Λευκάδας, που χωρίζει την Ιθάκη, απ’την Λευκάς Πέτρι, με τα λευκάζοντα βουνά της.

Μήπως, γι’αυτούς τους δύο διαύλους, που οριοθετούν την Ιθάκη, ανάμεσα σε δύο στεριές, ο Όμηρος, αποκαλεί την Ιθάκη, Αμφίαλο;

Ο Μέντης, ο βασιλιάς των Ταφίων, οι Κάρες, οι Τύριοι, οι Φίνικες και αργότερα Κορίνθιοι και Αθηναίοι, που ταξίδευαν προς τη μακρινή Δύση, περνούσαν απ’ τις δύο αυτές θαλασσινές λουρίδες της Αμφίαλου Ιθάκης, αποφεύγοντας την ανοιχτή άγρια θάλασσα, και τους κινδύνους που θ’ αντιμετώπιζαν, παραπλέοντας το ακρωτήρι, Λευκάτα.
Πέρα απ’ το ακρωτήρι Λευκάτα, και τα λευκάζοντα βουνά, είναι η απεραντοσύνη της άγριας θάλασσας, που αναμιγνύεται με τα νερά του Αχέροντα και φτάνει μέχρι τις πόρτες του δύοντος ήλιου, εκεί που βρίσκεται, η χώρα των ονείρων.
Από δω φεύγουν οι ψυχές των νεκρών για τον Άδη, κι από δώ οι ψυχές των φονευθέντων μνηστήρων, οδηγημένες απ τον Ερμή (Οδ ω 11-14) πέρασαν την Λευκάς Πέτρι και τα ρέματα του Ωκεανού να πάνε στον κάτω κόσμο,
Ποια δίοδο, απ’ τους δύο αυτούς διάυλους, ξεμπάζωσαν οι Κορίνθιοι και ποια οι Φοίνικες και πόσες φορές, είναι δύσκολο να απαντήσει κανείς.
Απ’ την Ιθάκη, έφυγε ένα πρωινό, με δώδεκα κατάμαυρα καράβια για την Τροία,(Οδ β- 637) ο ηρωικός πολεμιστής και κάτοχος της σοφίας της εποχής του, Οδυσσέας, που ήταν δίκαιος βασιλιάς και στοργικός πατέρας,,,, κι’ από τότε έχει να φανεί.

Είκοσι χρόνια περιπλανήθηκε στις Θάλασσες, κατατρεγμένος απ’ την οργή του Ποσειδώνα, γιατί τύφλωσε τον γιο του, τον Κύκλωπα Πολύ-φημο.

       Ευτυχώς στο τέλος, τον λυπήθηκαν οι θεοί  και ναυαγό τον ξέρασε η θάλασσα, στην χώρα των Φαιάκων.

      Οι Φαίακες, με βασιλιά τους τον Αλκίνοο, αφού τον φρόντισαν, τον έβαλαν σε πλοίο, που πήγαινε στο Δουλίχιο, για να τον αφήσει στο νησί του, την Ιθάκη.

Η Ιθάκη, είναι το πρώτο νησί, που συναντούν στο δρόμο τους και αποβιβάζουν τον Οδυσσέα στη δυτική πλευρά του νησιού, στον όρμο του Φόρκυνα, κοντά σε σπηλιά, γιατί καθώς φαίνεται, πηγαίνοντας το πλοίο για το Δουλίχιο, θα ακολουθούσε τον έξω αύλακα του νησιού, και δε θα περνούσε απ’ τον μέσα δίαυλο της ΑμφίαλουΙθάκης, που ήταν η πόλη και το παλάτι του Οδυσσέα.

Εδώ γεννάται το ερώτημα, αν το Δουλίχιο ήταν ένα κομμάτι της Ιθάκης, που το χώριζε ο έξω αύλακας αυτής και είχε δύο τοπώνυμα, Λευκάς-Πέτρι το δυτικό, με τα λευκάζοντα βουνά και Δουλίχιο το ανατολικό, ή και ολόκληρο το νησί, για τους εξής λόγους.

Η Ιθάκη, χαρακτηρίζεται στο έπος, πέντε φορές πετρώδης, δύο φορές τραχεία, και μια φορά βραχώδης ή απότομη, κατάλληλη μόνο για βοσκή γιδιών και όχι για να τρέφονται άλογα.  Δεν έχει λιβάδια, ούτε φαρδείς δρόμους.

                                                                                                             Η Ιθάκη μου, απ τη Μαδουρή

Πράγματι η Ιθάκη, είναι ένα σχεδόν μακρόστενο απόκρημνο κομμάτι γης,   πού κυριαρχείται ολό-κληρο απ’το βουνό της το Νήριτο, (εινοσίφυλλον και αριπρεπές), που αρχίζει απ’ τoν κόλπο του Φόρκυνα και τελειώνει στον κόλπο της Παλαίρου, δεσπόζοντας με τον όγκοτου, ολόκληρο το νησί.

Η Ιθάκη, είναι ακόμη ένα βραχώδες νησί, με απόκρημνες ακτές και λίγες μικρές αμμουδιές  και τα επίθετα που της δίνουν, είναι κραναή, τραχεία και παιπαλόεσσα.

             Με διαστάσεις 6,5 χ 3 χιλιόμετρα, και κατέχοντας μια ιδιαίτερη γεωγραφική θέση, αναφέρετε έξη φορές σαν ευδείελος και πέντε φορές αμφίαλος, ( Οδ α 386 395, 401 β 293 φ 252 ) που είναι μια ιδιαιτερότητα, που δεν την έχει άλλο νησί .

Η Ιθάκη, αναφέρεται πάντα μαζί με το Δουλίχιο  και μην ξεχνάμε, ότι οι περισσότεροι (52) μνηστήρες της Πηνελόπης, ήταν απ’ το νησί αυτό, που ήταν ένα γειτονικό βασίλειο και υπήρχε κάποια σχέση μεταξύ τους, μιας και οι κάτοικοί του, συμμετείχαν στις συνελεύσεις των πολιτών της Ιθάκης.

Αναφέρεται ακόμη, ότι η Ιθάκη είναι πολύπειρος, παράγει άφθονο κρασί και στάρι,( Οδ 244 , 245 ) και αυτό μας βάζει σε σκέψεις,, όταν η Ιθάκη, μας παρουσιάζεται εδώ, να είναι ένα νησί εύφορο, με δροσερό κλίμα και τρεχούμενα νερά .

              Από μόνη της η Ιθάκη, δεν είναι δυνατόν να τα έχει όλα αυτά και γεννάται το ερώτημα, μήπως αποτελούσαν τα δύο όμορα νησιά, ένα σύνολο, που το καθένα ξεχωριστά, είχε και το δικό του όνομα;

Εδώ πρέπει να πούμε, ότι του Κέφαλου γιος, ήταν ο Αρκείσιος και του Αρκείσιου ο Λαέρτης, ο βασιλιάς των Κεφαλλήνων, (Ιλιάςβ 613) που πάντρεψε το γιο του τον Οδυσσέα με την Πηνελόπη και έδωσε στον πατέρα της τον Ικάριο απ’ την Λακεδαίμονα, δώρο τη Λευκάδα, που δεν είχε τότε, το όνομα αυτό. (Στράβων 10 450, Οδ 317).

        Ο πλούτος του Οδυσσέα, είναι μεγάλος. (Οδ ξ 96 – 100). Έχει πολλά κοπάδια ζωντανά, εκ των οποίων, τα περισσότερα βρίσκονται στην απέναντι στεριά της Ακαρνανίας,  στην Ακτής Ηπείροιο.

          Tα πρόβατα βόσκουν στους κάμπους του Άι-Κωνσταντίνου, της Βόνιτσας και του Ακτίου, ενώ τα γελάδια, τριγυρίζουν  αδέσποτα σε αγέλες και σε ημιάγρια κατάσταση, στη Σκοτεινή, την Ουρνίτσα, και στα βαλτοτόπια της περιοχής.

 Η Ιθάκη, με τη μορφολογία του τόπου της, σηκώνει μόνο γίδια με το κλαρί της (Οδ δ 605-242-247) και χοιρινά με τα βαλανίδια, μιας και είναι σκεπασμένη, ακόμη και σήμερα, από βαλανιδιές.

Το άλογο, στην Ιθάκη μου
Με τα χρόνια που πέρασαν, λέει ο Φιλοίτος, και παρά την μεγάλη κατανάλωση των σφαχτών απ’τους μνηστήρες, τα ζωντανά έγιναν αμέτρητα. (Οδ ο 211)

     Η Ευρύκλεια, η τροφός της Πηνελόπης, την παρηγορεί λέγοντάς της, (Οδ δ-757) πως κάποιος θα βρεθεί κάποτε, απ’ το γένος του Λαέρτη, να εξουσιάσει αυτά τα ψηλά ανάκτορα και τα πλούσια χωράφια, που βρίσκονται μακριά.

Μήπως το Δουλίχιο, λογίζεται, σαν ένα νησί με την Ιθάκη;

Αφού είδαμε τη σχέση των δύο αυτών νησιών, ξαναγυρίζουμε στον όρμο του Φόρκυνα, εκεί όπου οι Φαίακες, άφησαν τον Οδυσσέα.

Ο Όμηρος, χρησιμοποιεί δεκαέξι ολόκληρους Στίχους (ν 96–112) για να περιγράψει, την εικόνα αυτού του όρμου.

Περιγράφει τα πάντα, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη λεπτομέρεια και με μια ανυπέρβλητη, περιγραφική δεινότητα.

           Ο Όμηρος, κατά τον Ηρόδοτο, γεννήθηκε στις όχθες του ποταμού Μέλητος και γι αυτό τον έλεγαν και Μελησιγενή.

          Μαθήτευσε κοντά στο δάσκαλό του τον Φήμιος, στην πόλη της Σμύρνης, όπου και διακρίθηκε.

Εκεί, τον βρίσκει σ ένα ταξίδι του ο Μέντης, ο βασιλιάς των Ταφίων, που ήταν φίλος του Οδυσσέα, όταν πήγε να φορτώσει στάρι για την Ιταλία και τον πήρε μαζί του στο καράβι, με μισθό.

Ο έξω δίαυλος  Στο βάθος, το βουνό Λάμια της Ιθάκης μου, απ τη Λευκάδα.

          Επιστρέφοντας απ’ την Ιταλία με τον Μέντη ο Όμηρος, αποβιβάζεται στην Ιθάκη, όπου νεαρός τότε, είχε την ευκαιρία να πληροφορηθεί λεπτομερώς για τον Οδυσσέα και να γνωρίσει την ξακουστή -Αμφίαλο-πατρίδα του, που περιγράφει, με τόση γλαφυρότητα, στα έπη του.

Η ευχέρεια απ’ τον Όμηρο, να προσδιορίζει τις γεωγραφικές θέσεις, τις ακτογραμμές, τα νησιά, τα λιμάνια, και γενικά το κάθε τι, που μας περιγράφει, είναι η χάρη που έχει, να μας πείθει με τον τρόπο του, για όλα αυτά, ότι είναι αλήθειες, που έζησε.

Στην επιστροφή, λέει ο Μέντης, πως αποβίβασε τον Μελησιγενή στην Ιθάκη, για να θεραπεύσει την πάθηση των ματιών του.

Οι Ιθακήσιοι, υποστηρίζουν ότι ο Όμηρος τυφλώθηκε στην Ιθάκη, ενώ ο Ηρόδοτος γράφει, ότι ο Μέντης, παρέλαβε τον Όμηρο απ’ την Ιθάκη και τον πήγε στον Κολοφώνα, όπου τυφλώθηκε τελείως, και ότι το όνομα Όμηρος, το πήρε απ’ τους Κυμαίους, που σημαίνει, τυφλός.

Αξίζει να παρακολουθήσουμε τώρα και το Μέντη, που είναι βίος και πολιτεία, και τον βρίσκουμε, συνεχώς μπροστά μας,

Οι Τάφιοι, με πρώτο το βασιλιά τους τον Μέντη, είναι όχι μόνο καλοί ναυτικοί, αλλά και πειρατές.(Οδ π- 426 ).

Μέχρι την Φοινίκη φτάσανε και απήγαγαν την τροφό του Εύμαιου και την πούλησαν στη Σύρα, (Οδ ο- 427) και αυτή με τη σειρά της, έκλεψε τον μικρό τότε Εύμαιο, για να τον πουλήσει στους Φοίνικες, απ’τους οποίους, τον αγόρασε ο Λαέρτης.

Ο ίδιος ο Εύμαιος, αγόρασε απ’τους Τάφιους, τον μπιστικό του, Μεσαύλιο (Οδ-ξ-452).

Οι Τάφιοι, (Οδ α-180) πέρα απ’τον Καστό και Κάλαμο, φαίνεται πως κατείχαν και τα παράλια της Ακαρνανίας, στην περιοχή της Αλυζίας,(Καντίλας–Μύτικα), ή συνεργάζονταν με τους Ακαρνάνες της περιοχής αυτής, απ’ τους οποίους έπαιρναν σίδηρο και τον αντάλλασαν στην Τεμέση, κάπου στην Ιταλία, με χαλκό. (Οδ α-180)

Πρέπει να πούμε, ότι στα Ακαρνανικά βουνά, συναντά κανείς πολύ σίδηρο, αν και οι γεωλόγοι που δεν περπάτησαν ποτέ με τα πόδια τους τα βουνά αυτά, ισχυρίζονται πως είναι ασβεστολιθικά.

Σε πολλές τοποθεσίες βρίσκουμε σιδηροπυρίτης κι’ αλλού, μεγάλες πίτες σιδήρου, καθώς και βόλους των εκατό γραμμαρίων, σε σπάνια κρυσταλλική μορφή, που οι τσοπάνηδες τα λένε αστραπόβολα.

Στις πηγές, που γύρω τους υπάρχει κοκκινόχωμα, πλάθοντας τη λάσπη με τα χέρια, μετατρέπεται σε μάζα σιδήρου, ασήκωτη σε βάρος..

Μια ανάλυση στο χημείο, δείχνει.

Silica 13,10, Iron total Fe51,20, zinc 0,08, Arsenic 0,04, Phosphorus 0,022 Sulfur7,90.

    Η μεγάλη περιεκτικότητα του αρσενικού στο χώμα, είναι αυτό, που δίνει στο σίδηρο τη σφαιρικότητα. Οι Κουρήτες των βουνών αυτών, σε αποτρέπουν να πιεις νερό, απ’ τις πηγές αυτές νηστικός, γιατί καθώς λένε, θα σε κόψει.

Όταν ο Οδυσσέας ταξίδευε κάποτε για την Ιθάκη, γυρίζοντας απ’ την Εφύρα -κάπου στην Ήλιδα- πέρασε απ’ τη χώρα των Ταφίων, όπου ο πατέρας του Μέντη, oΑγχίαλος, τον προμήθευσε με θανατηφόρο δηλητήριο. (Οδ-α 259).

Ο πολυμήχανος Οδυσσέας, ήταν γέννημα – θρέμμα της θάλασσας, και νουνός του, ήταν ο παππούς του, ο Αυτόλυκος, που ζούσε στον Παρνασσό και έδωσε στον Λαέρτη για γυναίκα του, την κόρη του, την Αντίκλεια.

Ο Αυτόλυκος, που βάφτισε τον εγγονό του τον Οδυσσέα -και έτσι πήρε ο αναδεχτός τις χάρες του νονού του-, ήταν ένας άνθρωπος ικανότατος στις κλεψιές και στα ψέματα και την τέχνη αυτή, καθώς λένε, του την δίδαξε ο Ερμής.

Ο Μέντης, ο βασιλιάς των Ταφίων, που όπως είπαμε, είχε φιλικές σχέσεις με τον Οδυσσέα, όταν ταξίδευε για την Ιταλία, άραζε το καράβι του πάντα στο δυτικό λιμάνι της πόλης της Ιθάκης, το Ρείθρο, για να είναι έτοιμος το πρωί, γ’απόπλου προς τη Δύση. (Οδ α-187, 8)

Στην Ιθάκης, υπάρχει ένα ακόμη λιμάνι, το Βαθύ, που βρίσκεται κοντά και κάτω απ’ την πόλη, και μαζί με το υπονήιο λιμάνι της το Ρείθρο στα βόρια της πόλης, τη Χοιροσπηλιά στα νότια, το Νήιον ψηλά στην κορυφή του βουνού και τον όρμο του Φόρκυνα στα δυτικά, προσδιορίζουν τοπογραφικά, το χώρο του νησιού, της αμφίαλου Ιθάκης.

Ο όρμος του Φόρκυνα, που είναι ταγμένος στο όνομα του θαλάσσιου γέροντα Φόρκυνα, -προστάτη των ναυτικών,- προστατεύεται δεξιά και αριστερά, από δύο εκτεταμένες βραχώδη προεξοχές, που σταματούν τα ερχόμενα μεγάλα κύματα, που σηκώνει το πέλαγος, στο ισχυρό φύσημα του ανέμου.(Οδ-ν- 101-117)

Οι δύο αυτές προεξοχές, ( βραχίονες ) αφήνουν ανάμεσά τους ένα κενό, για να περνούν τα καράβια, που ακολουθούν τη μέσα ρότα του δίαυλου, της αμφιάλου Ιθάκης.
Στο βυθό, ανάμεσα στους δύο αυτούς βραχίονες, που ορίζουν το έμπα των καραβιών, υπάρχουν πεσμένοι τεράστιοι κίονες, καταπλακωμένοι από βράχια, που ίσως τους χρησιμοποιούσαν οι τότε ναυτικοί, σαν φάρους, ή σαν ενδείξεις εισόδου, στον όρμο και στον μέσα δίαυλο, της αμφιάλου Ιθάκης.
Απ’την έξω μεριά των δύο αυτών φυσικών προστατευτικών βραχιόνων, δεξιά και αριστερά της εισόδου, υπάρχουν συντρίμμια ναυαγισμένων καραβιών μεταγενέστερων και μεγάλο πλήθος διασκορπισμένων αγγείων, που μας λένε, πως πολλά καράβια, στην προσπάθειά τους να μπουν στον όρμο, με μεγάλη θαλασσοταραχή, δεν τα κατάφεραν.
Εκεί που τελειώνει ο όρμος του Φόρκυνα, μας  λέει ο Όμηρος, υπάρχει μια βαθύσκιωτη ελιά και σε μικρή απόσταση, βρίσκεται μια όμορφη και ευάερη σπηλιά, ιερό των νυμφών, που λέγονται Ναϊάδες.

Απ’ την έξω μεριά του όρμου τουΦόρκυνα  και κοντά στη σπηλιά αυτή, φαίνεται πως άφησε τον Οδυσσέα, το καράβι που πήγαινε στο Δουλίχιο, ακλουθώντας τον έξω δίαυλο, της αμφίαλου Ιθάκης.

Ο Όμηρος, ίσως αναφέρεται στη σπηλιά, που είναι σήμερα χτισμένο το ερημοκλήσι του Αι-Αντώνη, στα δυτικά του βουνού Λάμια, τριάντα μέτρα πιο ψηλά απ’τη θάλασσα, εκεί ακριβώς που τελειώνει ο όρμος του Φόρκυνα.
Το εσωτερικό του Αι-Αντώνη

Μέσα στο σπήλαιο, αναφέρει ο Όμηρος, που φαίνεται ότι  το επισκέφτηκε, υπάρχουν κρατήρες και πέτρινοι  αμφορείς, όπου  οι μέλισσες αφήνουν το μέλι τους. (Oδ  ν- 96-112)

Υπάρχουν ακόμη, πέτρινοι αργαλειοί, όπου οι Ναϊάδες Νύμφες, υφαίνουν κοκκινόχρωμα υφάσματα, χάρμα οφθαλμών.

Στη σπηλιά αυτή, υπάρχουν δύο είσοδοι.
Η μια που πηγαίνουν οι άνθρωποι, (το σημερινό εκκλησάκι), και η δεύτερη που είναι η ιερότερη, είναι η είσοδος για τους αθανάτους.

Ακριβώς κάτω απ το δάπεδο αυτού του ερημοκλησιού, στον ίδιο βράχο, υπάρχει και δεύτερη σπηλιά, απόκρημνη, φραγμένη από δύο μεγάλα βράχια.

Από εδώ, ξεκινά ο Οδυσσέας, ακολουθώντας ένα βατό ορεινό μονοπάτι,(Οδ ξ-1) για να πάει στο χοροστάσι του Εύμαιου, που είναι σε μια απόσταση τριών χιλιομέτρων περίπου και είναι η μισή διαδρομή, απ’ το να πάει κανείς στην πόλη, απ’ τη δύσβατη βορινή πλευρά του νησιού.
Περνά πρώτα, απ’ την πίσω πλευρά του κάστρου του Τεκιέ, (κούλια του Γρίβα)  μετά πάνω απ’την Περατιά, διασχίζει την ισάδα και φτάνει στο χοιροστάσι του Εύμαιου, που βρίσκεται ακριβώς πίσω απ’το λόφο, που είναι χτισμένη, η Νέας Πλαγιάς.

Η Ιθάκη μου σήμερα, είναι μία αραιοκατοικημένη περιοχή, καθαρά κτηνοτροφική, που βασιλεύουν τα ελεύθερα κοπάδια ζώων και την αποτελούν τα χωριουδάκια, – Πογωνιά Πλαγιά -Περατιά – και Στενό.

Εδώ, πίσω απ’ την Πλαγιά, είναι και η θέση Χοιρονήσι, που είναι ένας μικρός ορμίσκος τριγυρισμένο από βραχώδη τοίχος, που σχηματίζουν οι νότιες παρυφές του βουνού Νήριτον και είναι ολόγυρα προφυλαγμένο απ’ τους αγέρηδες.

Εδώ υπάρχει νερό και στη βόριο-δυτική πλευρά του ορμίσκου αυτού, χαμηλά στους πρόποδες του μονοκόμματου βράχου, βρίσκεται και η χοιροσπηλιά του Οδυσσέα, όπως την αποκαλούν από παράδοση, οι κάτοικοι και οι χοιροβοσκοί της περιοχής. (Είναι δίπορτη σε σχήμα Μ )

              Εδώ κοιμήθηκε ο Εύμαιος, όπως αφηγείται ο ίδιος, προφυλαγμένος απ’τον άνεμο, μια θυελλώδη νύχτα, δίπλα στους χοίρους του. (Οδ ξ-533)

Κάπου εδώ γύρω, ήταν και η καλύβα του, φτιαγμένη απ’ τον ίδιο με λαξευτές πέτρες και στεφανωμένη, με κλωνάρια αγρα-πιδιάς…

     Εδώ γίνεται η  συνάντηση του Οδυσσέα με τον Εύμαιο και μαθαίνει, τα του οίκου και του λαού του.

Ο Εύμαιος, αμφιβάλει για τα όσα ο ξένος του αραδιάζει, για τον ίδιο και την επιστροφή του βασιλιά του, και

Τότε γυρνά ο γνωστικός, Οδυσσέας και του λέει,

Αλήθεια η καρδιά σου εσέ, τίποτα δεν πιστεύει.

και σε μια ωραία στιχομυθία, (Οδύσ ξ 402-406)

Αν κάνω ξένε μ΄ότι λες, θα’ χω τιμή μεγάλη,

στα τωρινά και στα στερνά, απ’όλους τους ανθρώπους.

                 Η επιστροφή του Τηλέμαχου απ’ την Ήλιδα και η πορεία, του πήγανε – έλα, του πλοίου του, στα  ανατολικά του νησιού, είναι απ’ τις ακρι-βέστερες γεωγραφικές περιγραφές του έπους και επιβεβαιώνει την άποψη, ότι η Ιθάκη που βρίσκε-ται στα δυτικά του Ιονίου, δεν είναι μόνη της.

Ο Τηλέμαχος, αποφεύγοντας την ενέδρα των μνηστήρων, αποβιβάζεται στον όρμο Μαραθιά, που βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του νησιού, και κοντά στο στόμιο του αύλακα (δίαυλου) της Λευκάδας.

Ο Όμηρος, δεν ονομάζει τον όρμο, αλλά μας λέει, πως όταν φτάσανε κάπου στην Ιθάκη, οι ναύτες κατέβασαν τα πανιά και κωπηλατώντας αποβιβάστηκαν στη στεριά.. (Οδ. ο – 495).

Αφού προγευμάτισαν εκεί, ο Τηλέμαχος έστει-λε το πλοίο στην πόλη, και ο ίδιος, τράβηξε πεζός για το χοροστάσι του Εύμαιου,.που είναι σε μια απόσταση, τριών χιλιομέτρων περίπου.

        Ο όρμος Μαραθιάς, όπως τον λένε σήμερα, εξακολουθεί να είναι, ένας απάνεμος ρηχός κολπίσκος.

Ερχόμενος κάποιος με τα πόδια, απ’ την πλευρά της Πογωνιάς και πριν πάρει την κατηφόρα για τον ορμίσκο αυτό, συναντά στα αρι-στερά του, μια μεγάλη στρογγυλή μαύρη πέτρα, -μέλανα πέτρι,- που από κάτω της αναβλύζει λιγοστό νερό, ενώ δίπλα υπάρχουν τα απο-μεινάρια ενός Φοινικικού ναού, με σημαδεμένες τις καλοδουλεμένες πέτρες του, με κόκκινα νούμερα, απ’ την αρχαιολογική υπηρεσία.

   Στο χοιροστάσι του Εύμαιου, γίνεται και η συνάντηση του Οδυσσέα με τον Τηλέμαχο.

Πριν την αναγνώριση πατέρα και γιου, στέλνει ο Τηλέμαχος τον Εύμαιο να ενημερώσει την Πηνελόπη για την επιστροφή του και με την εντολή, να μην περάσει απ’το κτήμα του Λαέρτη, που βρίσκεται στο δρόμο του, και καθυστερήσει.(Οδ π -137- 452- 475)

         Από εδώ, ξεκινά ο Εύμαιος,να ανέβει το βουνό και να κατέβει απ’την άλλη πλευρά του, στα πίσω ριζά, που βρίσκεται η πόλη και τα ανάκτορα.
(Είναι η μοναδική διαδρομή επικοινωνίας, λόγω της μορφολογίας του τόπου.)

Η αναγνώριση πατέρα και γιου, είναι απ’ τις δραματικότερες   σκηνές της Οδύσσειας.

Είπε και κάθισε,

κι ο γιος, στην αγκαλιά του πήρε,

το δοξαστό πατέρα του, με δάκρυα θρηνώντας,

και σκούζανε κι’ δυό μαζί, σαν άγριες αγιούπες,

που τα μικρά τους άρπαξαν, αφτέρωτα, οι αγρότες…

Την άλλη μέρα το πρωί, αφού κοιμήθηκαν στο χοιροστάσι, ο Οδυσσέας, στέλνει τον Τηλέμαχο στην πόλη, γιατί ο ίδιος με τον Εύμαιο, θα πήγαιναν αργότερα, όταν ζεστάνει η μέρα.

             Τρεις ώρες, είναι περίπου η διαδρομή, να πας με τα πόδια απ’ το χοιροστάσι στην πόλη, κι’ άλλες τόσες να γυρίσεις.(Οδ ρ-452)

Ανηφορίζεις αρχικά την πλαγιά του βουνού, περνάς το διάσελο με τις βαλανιδιές και τις ποτίστρες για τα ζώα, σε ύψος 450 μέτρα περίπου, στις – Στέρνες το λένε, – κι από εδώ, παίρνεις τον κατήφορο για την πόλη, που είναι κάτω χαμηλά στον αύλακα, μαζί με τα δύο υπο-νήιαλιμάνια της.
Οι Στέρνες, βρίσκονται περίπου, στη μέση της διαδρομής.
Πενήντα μέτρα πιο ψηλά, πάνω απ’ το διάσελο με τις βαλανιδιές και τις ποτίστρες, του μονοκόμματου βουνού Νήριτον, βρίσκεται και η ψηλό-τερη κορφή του, (507μ)το Νήιον, γυμνή από βλάστηση και τριγυρισμένη από ισχυρό τοίχος, με δουλεμένες πέτρες ολόγυρά του, μισογκρεμισμένο, ίσως από σεισμούς ή κεραυνούς.
  Επάνω του, υπάρχουν απομεινάρια αρχαίου ναού, πέτρινοι θρόνοι, τάφοι λαξευμένοι σε βράχο, υπόγειες λιθόκτιστες κατασκευές,… και ολόγυρα, θέα φανταστική.

   Παντού βρίσκονται σπασμένα πήλινα αγγεία και τελευταία (το 2008), βρέθηκε από κυνηγό, πέτρινο άγαλμα, μάλλον του Ηρακλή, που το παρέλαβε ελικόπτερο και το μετέφερε στην Αρχαιολογική υπηρεσία Πατρών και από τότε, άρχισε και το ενδιαφέρων των αρχαιολόγων, για την περιοχή αυτή.

Κάπου εδώ γύρω, στο δασωμένο διάσελο, με τις κεραυνο-χτυπημένες βαλανιδιές, είναι κρυμμένες και οι Νηιάδες νύμφες, (Ναϊάδες Δωριστί), νεράιδες των κρηνών, κόρες του Δία, που σχετίζονται με τις πηγές και τα δάση της βαλανιδιάς.

Εκατό μέτρα πιο χαμηλά και Ν-Α της κορυφής του Νήιου, είναι και η πηγή της Γράδας, ένα άνοιγμα πάνω σε μονοκόμματη πλευρά βράχου, με αστέρευτο νερό.

Πιο κάτω, ανάμεσα στις βαλανιδιές, διακόσα μέτρα απ’ το διάσελο, βαδίζοντας προς την πόλη, ένα παράξενο γεωλογικό φαινόμενο, εντυπωσιάζει. Πελώριοι στρογγυλοί βράχοι, κομμένοι απ’ τη φύση τους στο ένα τρίτο του ημισφαιρίου τους, μοιάζουν να φορούν καπέλο.

Ακόμη πιο χαμηλά, κοντά να φτάσουμε στην πόλη, συναντάμε στα δεξιά μας, τον Ερμαιο λόφο (Οδ π-471) που βρίσκετε και το κτήμα του Λαέρτη.(στη θέση Καλαντζέικα.)

Εδώ, έχει αποσυρθεί ο γέρο Λαέρτης, αφού πρώτα κληροδότησε στο γιό του, την περιουσία και την αρχηγεία του κράτους και περνά τη ζωή, ενός δύστυχου ανθρώπου, που συγκρίνεται με τη ζωή των δούλων, που δεν κοιμούνται σε στρώμα, αλλά κατάχαμα, κοντά στη φωτιά. (Οδ λ-190)

Απ’ τον Ερμαιο λόφο, φαίνεται κάτω στη θέση Κεκροπούλα, η πόλη της υπο-νήιου Ιθάκης και το Βαθύ λιμάνι της.

     Η πόλη, είναι μια βραχώδης προεξοχή, που εισχωρεί στον αύλακα,(σήμερα επιχωματωμένη στα ριζά της) και σχηματίζει δεξιά και αριστερά, δύο λιμάνια, το ένα ανατολικό, το Βαθύ, που είναι κάτω απ’ την πύλη του κάστρου της, και το άλλο, στο πίσω μέρος της, το Ρείθρο (Οδ α 183-6)(λιμάνι σε ποτάμι, ή λιμάνι στις εκβολές, που καλύπτεται απ’ τον όγκο του κάστρου, και δεν είναι ορατό απ’ τον Έρμαιο λόφο.

Στο ανατολικό λιμάνι, άραξε το πλοίο, που έφερε τον Τηλέμαχο, για να φύγει το πρωί, με ούριο άνεμο, για την Ήλιδα.

Ο Εύμαιος, διηγείται στον Τηλέμαχο, πως όταν επέστρεφε απ’ την πόλη στο χοιροστάσι, είδε απ’ τον Έρμαιο λόφο (Οδ π-471) να μπαίνει στο λιμάνι το πλοίο των Μνηστήρων. (απ’τον λόφο,φαίνεται μόνο το ανατολικό λιμάνι, το Βαθύ.)

Στο δυτικό λιμάνι που λέγεται Ρείθρο, (ένα ποτάμι κάτω απ’ το Νήιον, ή ένα λιμάνι κοντά στις εκβολές;) που είναι πίσω απ’ την πόλη, άραζε το καράβι του ο Μέντης, όταν πήγαινε στην Ιταλία. (Ταξιδεύοντας πάνω στη σκοτεινή θάλασσα, πηγαίνοντας σε ξενόγλωσσους ανθρώπους. Οδ α 183)

Κατεβαίνοντας προς την πόλη, ο επαίτης Οδυσσέας με τον χοιροβοσκό Εύμαιο, αντάμωσαν κοντά στη τυκτή κρήνη, τον γιδοβοσκό Μεγανθέα.

Η τυκτή κρήνη, καλλίροος, (Οδ-204-210), ήταν η βρύση που έπαιρναν νερό οι πολίτες και την είχαν χτίσει, οι παλιότεροι βασιλιάδες της Ιθάκης,  Ίθακος, Νήριτος και Πολύκτωρ.

Μια βρύση μπαζωμένη, διακόσα μέτρα μπροστά και λίγο χαμηλότερα απ’ την κεντρική πύλη του κάστρου, χωρίς νερό, υπάρχει και στις μέρες μας.

Το αν φαίνεται ακόμη και σήμερα μια αρχαία βρύση, που ξανακτίστηκε ίσως και αργότερα, οφείλεται στην κλίση του εδάφους, που είναι αρκετά κατηφορικό και συνάμα βραχώδης, εμποδίζοντας την φερτή ύλη να σταθεί εύκολα στον τόπο, γιατί έχει χώρο να κατρακυλήσει προς τα κάτω και να μπαζώσει το -Βαθύ- λιμάνι .

           Υπάρχει, μια ακόμη φυσική πηγή, που είναι πιο μακριά, και την ονομάζουν Μέλανδρος, (Οδ, υ 150) απ’ την οποία πήγαιναν οι υπηρέτες και έπαιρναν νερό για τα Ανάκτορα.

Η πόλη της Ιθάκης, ή το ανάκτορο, που καταλαμβάνει την μικρή σε έκταση επιφάνεια της βραχώδους προεξοχής, που είδαμε από ψηλά να εισχωρεί στον αύλακα, είναι τριγυρισμένη από μικρό σε έκταση τείχος, και είναι ότι υπάρχει και έχει απομείνει στις μέρες μας.

Μπήκαν στα ανάκτορα, ο Εύμαιος με τον επαίτης Οδυσσέας, την ώρα του γεύματος. (Οδ ρ-255)

Γνωστές οι σκηνές που διαδραματίζονται με τους Μνηστήρες και την Πηνελόπη να καλεί τον Εύμαιο, για να ρωτήσει, αν ο ξένος, ήξερε κάτι για τον Οδυσσέα.

Τα γεγονότα, εξελίσσονται καθώς τα ιστορεί ο Όμηρος, στην Οδύσσειά. Η Πηνελόπη, φέρνει το τόξο που είχε χαρίσει στον Οδυσσέα ο ανιψιός του ο Ίφιτος και το είχε πάντα στο σπίτι του, και ακόλουθη η Μνηστηροφονία.

 Με αυτή την αφηγηματική μου μελέτη, προσπαθώ να δείξω τον τοπογραφικό χώρο της δικής μου Ιθάκης, τις διαδρομές και θέσεις που γνώρισα. Να ταιριάσω αυτά που διάβασα στην Οδύσσεια (Μετάφραση Εφταλιώτη) και να αναδείξω, αυτά που είδα, περπάτησα και έζησα στα χρόνια μου, στο χώρο,,,, της δικής μου Ιθάκης.

Γ. Μπελεσιωτης
Βιβλιογραφία
Η Ιστορία της Νήσου Λευκάδος Π. Ροντογιάννης
ΕΠΕΤΗΡΙΣ Β’ Της Εταιρίας Λευκαδικών Μελετών.
Η Θεωρία του W. Dorpfeld
Αρχαία Ακαρνανία. Γ. Σ. Κατωπόδη. κ.α.
giorgosbelesiotis
Advertisements