Πόροι υπέρ τρίτων και το στασίδι των υπολοίπων


Πόροι υπέρ τρίτων και το στασίδι των υπολοίπων

Του Κωνσταντίνου Παπακασόλα

Δυστυχώς όλα τα προηγούμενα χρόνια κατά τα οποία η τρόικα και οι ελληνικές κυβερνήσεις επιχείρησαν να ανασυντάξουν το ασφαλιστικό, οι απόπειρες ανασύνταξης αυτές ήταν εξαιρετικά αποσπασματικές με συνέπεια να μην έχουν επιλύσει σε καμία περίπτωση ως τώρα τα δύο βασικά ζητήματα του ασφαλιστικού: το πρώτο είναι η διασφάλιση μιας συντάξεως αξιοπρεπούς για κάθε συνταξιούχο γήρατος & αναπηρίας και το δεύτερο είναι η διασφάλιση ότι οι ασφαλισμένοι δεν θα καταβάλουν εισφορές πέρα από τις οικονομικές τους αντοχές.

Οι λόγοι που αυτά τα δύο δεν επετεύχθησαν είναι επίσης δύο: πρώτον ότι πάρα πολλοί συνταξιούχοι, ειδικά του Δημοσίου, παίρνουν υπερβολικά πρόωρες και πολλαπλές συντάξεις και ποτέ δεν προσεγγίσθηκαν αυτοί με αθροιστική διάθεση στις περικοπές και ο δεύτερος λόγος είναι ότι το κοινωνικοασφαλιστικό μας σύστημα εξακολουθεί να είναι πεδίο προνομίων για τους έχοντες καθώς δεν έχουν εισαχθεί περιοριστικοί παράγοντες της συντάξεως σε όσους έχουν υπερεπαρκή περιουσιακά στοιχεία.  Αυτές οι δύο κατηγορίες είναι που θα μπορούσαν να δώσουν μια γενναία ανάσα στο ασφαλιστικό χωρίς να πληγεί η αξιοπρέπεια κανενός. Αξιοπρέπεια, που ως έννοια νομική και πραγματική, επίσης διαστρεβλώνεται από πολιτικούς και δικαστικές αποφάσεις καθώς η αξιοπρέπεια «χάνεται» όταν είτε ο ασφαλισμένος, είτε ο συνταξιούχος «πέφτει» εισοδηματικά κάτω απ’ το αφορολόγητο όριο (9.500 ευρώ) άλλως κάτω απ το όριο της φτώχειας (περίπου 7.000 ευρώ) και όχι όταν απ τα 2.500 ευρώ σύνταξη πέφτει στα 2.000 ευρώ.

Έτσι λοιπόν παρακολουθούμε τον τελευταίο καιρό κάποιες ακατανόητες και αποσπασματικές απόπειρες στο ασφαλιστικό που δεν καταλήγουν σε συνθετικό αποτέλεσμα δικαιοσύνης, ενώ και οι πρόσφατες αποφάσεις του ΣτΕ διαιωνίζουν το πρόβλημα της ανισοκατανομής των συντάξεων και των εισφορών.

Από την μία λοιπόν έχει σχεδόν συμφωνηθεί από το 2016 ο αναπροσδιορισμός των εισφορών με βάση το εισόδημα στους αυτοαπασχολούμενους, το οποίο ασφαλώς και είναι απόλυτα σωστό, από την άλλη όμως, αποφασίστηκε αρκετά πρόχειρα να προσδιορισθούν και οι επιχορηγήσεις των ασφαλιστικών ταμείων των αυτοαπασχολούμενων από τον προϋπολογισμό, ώστε από ποσοστά ενίσχυσης άνω του 50% στα οποία βρίσκονται σήμερα, να φτάσουν διαδοχικά σε ποσοστά ενίσχυσης παρόμοια με του ΙΚΑ, τα οποία υποτίθεται ότι ανέρχονται στο 20%.

Επίσης καταργούνται –και ορθώς– σωρεία φόρων υπέρ τρίτων, που αναπλήρωναν πρακτικά την ενίσχυση αρκετών ταμείων απ’ τον προϋπολογισμό. Την οποία διατηρούν αλώβητη όμως οι εργαζόμενοι στο ευρύ και στενό δημόσιο, ως αποκλειστικότητα.

Διαβάσαμε ότι το χρηματοδοτικό κενό, το οποίο ασφαλώς θα είναι πολύ μεγάλο, θα κληθούν να το πληρώσουν οι ασφαλισμένοι. Αυτό μεν θα έχει μια μορφή δικαιοσύνης στο βαθμό που οι εισφορές θα συσχετιστούν με το εισόδημα, ώστε οι περισσότερο εύποροι να πληρώσουν και περισσότερες εισφορές, πλην όμως επειδή το κενό αυτό θα είναι μεγάλο, είναι πολύ πιθανό ότι τελικά και η ανακατανομή με βάση το εισόδημα να μην είναι και τόσο γενναία και να μειωθούν ενδεχομένως, λόγω μη επάρκειας πόρων, οι συντάξεις στα ταμεία που θα υποστούν τις μειώσεις αυτές, οι οποίες είναι ήδη πολύ χαμηλές και αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό.

Με άλλα λόγια το μοναδικό μας πρόβλημα ώστε να λυθεί το ασφαλιστικό είναι το εξής ένα: πώς θα διασφαλιστούν πόροι για να δίνει κάθε ταμείο μια σύνταξη αξιοπρέπειας που δεν μπορεί να είναι κατώτερη από 800 ευρώ, τουλάχιστον για όσους πλήρωναν 40 χρόνια εισφορές.

Εδώ λοιπόν είναι ένα πολύ λεπτό σημείο: δεν είναι δυνατόν για λόγους ανορθολογισμού του ασφαλιστικού να επιχειρείται η αντιστοίχιση του ποσοστού επιχορήγησης των ταμείων του ιδιωτικού τομέα με το ΙΚΑ και να μην επιχειρείται η ίδια αντιστοίχιση και στα ταμεία του δημοσίου τομέα και τούτο γιατί στην περίπτωση των τελευταίων αυτών οργανισμών, επίσης υπάρχουν γενναίες επιχορηγήσεις από τον προϋπολογισμό, όπως πχ στα ταμεία ΔΕΗ και ΟΤΕ οι οποίες δυστυχώς δεν αγγίχτηκαν καθόλου, με συνέπεια να γεννάται θέμα αρχής της ισότητας, καθότι ντόπιοι και ξένοι μεταρρυθμιστές έκριναν ως ιδιαιτέρως επαχθή την χρηματοδότηση των μεν και θεώρησαν ανάξια λόγου την ακόμα μεγαλύτερη επιχορήγηση των δε.

Οι επιχορηγήσεις μάλιστα αυτές, εάν αναχθούν σε ποσό ανά συνταξιούχο προκύπτει ότι ενισχύουν κατά τρομακτικά μεγαλύτερο βαθμό τους συνταξιούχους του δημοσίου, δηλαδή φτάνουν μέχρι και 25.000 ευρώ το χρόνο, ενώ πχ στον ΟΑΕΕ ή στον ΟΓΑ τα ποσά αυτά είναι 2.000 ευρώ  το χρόνο ανά συνταξιούχο, ενώ υπάρχουν και ταμεία όπως το ΕΤΑΑ τα οποία ενώ συμμετείχαν με τα αποθεματικά τους σε σωρεία εξαναγκαστικών ταμείων όπως το ΑΚΑΓΕ, οι ασφαλισμένοι και οι συνταξιούχοι τους δεν έχουν λάβει ούτε παροχές ούτε ευρώ από τα κρατικά ταμεία.

Βλέπουμε λοιπόν ότι ο σωστός τρόπος για να εκτιμήσει κανείς την πραγματική ενίσχυση καθενός συνταξιούχου είναι η διαίρεση του αριθμού των συνταξιούχων κάθε ταμείου με το ποσό ενίσχυσης από τον προϋπολογισμό. Κανείς όμως από τους μέχρι σήμερα ντόπιους και ξένους μεταρρυθμιστές δεν κάνει αυτό. Κανείς επίσης δεν έχει θέσει θέμα συνυπολογισμού του συνόλου των συντάξεων όταν αυτές υπερβαίνουν τις δύο, στις περικοπές που έγιναν, με συνέπεια οι τελευταίες που έγιναν να είναι ατελέσφορες.

Είναι τέλος φανερό, ότι πρέπει να βρεθούν νέοι πόροι διότι οι ασφαλισμένοι δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν.

Επειδή ούτε η σημερινή κυβέρνηση παρότι το υποσχέθηκε και παρότι στην Γαλλία υπάρχει ήδη αντίστοιχος φόρος, δεν θεσμοθέτησε φόρο για το ασφαλιστικό που να βαρύνει τους έχοντες, προτίμησε όπως και οι προηγούμενοι με τα διάφορα τρικ, μέσω της πολυπλοκότητας της ασφαλιστικής νομοθεσίας, να προστατεύει τις πολύ υψηλές συντάξεις, να προστατεύει το δημόσιο, να προστατεύει τους έχοντες μετακυλώντας το κόστος από τη διατήρηση όλων αυτών στην πλάτη του ελεύθερου επαγγελματία, ο οποίος είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης καταχρεωμένος με εισφορές 5.000 ευρώ το χρόνο και καταχρεωμένος και με φόρο 26% από το πρώτο ευρώ και με τέλος επιτηδεύματος και προκαταβολή φόρου 55%, συνεισφορές του όλες αυτές με τις οποίες εξυπηρετούνται και το δημόσιο χρέος και οι μισθοί και συντάξεις του δημοσίου!

Με λίγα λόγια ο τελευταίος είναι ο άνθρωπος ορχήστρα που με τις εισφορές του πληρώνει τους συνταξιούχους του ταμείου του και με τους φόρους του τις επαχθείς υποχρεώσεις της χώρας.

Απορίας άξια λοιπόν και η καθυστερημένη αντίδραση των ελεύθερων επαγγελματιών στο θέμα των εισφορών, άλλα και των ανισοτήτων που γεννούνται με ποικίλα τεχνάσματα απ’ την κρατική χρηματοδότηση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, που γεννά τρομακτικές διάφορες στο σύνολο των αποδοχών.

Ο ΑΚΑΓΕ, εφόσον μέχρι σήμερα λείπει οποιαδήποτε άλλη ισχυρή βάση για ένα νέο ασφαλιστικό, πρέπει να αποτελέσει τον θεμέλιο λίθο στον οποίο πέρα από τα έσοδα από τον ΦΠΑ να μπορούν σαν νέοι πόροι του να προστεθούν έσοδα από φόρο επί των διοδίων και ένας νέος φόρος για το ασφαλιστικό που θα επιβαρύνει τους πραγματικά έχοντες και όλοι αυτοί οι πόροι να φροντίζουν την εξασφάλιση ενός ελάχιστου εισοδήματος για τους συνταξιούχους, τουλάχιστον των 800 ευρώ για ένα άτομο και 1.200 ευρώ για δύο άτομα. Εάν οι δυνατότητες της χώρας το επιτρέπουν τότε ας συντηρηθούν και οι συντάξεις σε όσους έχουν καταβάλει περισσότερες εισφορές.  Αν όχι όμως, πρέπει αυτοί να υποστούν τις μειώσεις για την διάσωση της αξιοπρέπειας των υπολοίπων.

Σε ένα ενιαίο ασφαλιστικό σύστημα θα πρέπει να ενσωματώνονται από κοινού τόσο οι κρατήσεις των ασφαλισμένων του δημοσίου όσο και οι εισφορές του ιδιωτικού τομέα. Έτσι θα είναι πολύ ευκρινές το χάλι του ασφαλιστικού μας συστήματος, καθώς μέχρι σήμερα οι τελευταίοι στηρίζουν τους πρώτους.

Κατά τούτα λοιπόν, είναι πρόδηλο ότι το ασφαλιστικό πρέπει να συνοδεύεται από ισόποση χρηματοδότηση των συνταξιούχων ως βάση και η τύχη του θα εξαρτηθεί και από την πορεία των επενδύσεων στη χώρα και του δημοσίου χρέους. Εφόσον τα δύο τελευταία δεν βρουν σύντομα κάποια λύση και λόγω έλλειψης πλέον αντικείμενου φορολόγησης στη χώρα, η μοναδική λύση που απομένει είναι το μοντέλο φορολόγησης της Γερμανίας του 1950, δηλαδή η επιβολή φόρου ή εισφοράς 1% + ετησίως επί του συνόλου της περιουσίας των πλουσιότερων πολιτών (και των καταθέσεων εξωτερικού) μέχρι να πάψει ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός της Ελλάδας.

Σε κάθε περίπτωση, είτε μειωθούν οι μελλοντικές συντάξεις λόγω της ανεπάρκειας και ύφεσης, είτε μπουν νέοι πόροι, είτε περικοπούν οι σπατάλες, είτε πληρώσουν αδρά για το ασφαλιστικό οι έχοντες, πρέπει το γενναίο, πλην ημιτελές βήμα που έκανε η κυβέρνηση εντάσσοντας όφειλες στο δημόσιο και τα ταμεία στα υπερχρεωμένα, να ολοκληρωθεί: με αναδρομική διαγραφή των οφειλών στα ταμεία αυτασφάλισης, με εισοδηματικά κριτήρια, αυτοτελώς, με απλή αίτηση, καθώς δεν θα υπάρχει πλέον η αιτία καταβολής τους, η οποία θα έχει εξαλειφτεί, είτε επειδή οι συντάξεις μειώθηκαν, είτε επειδή νέοι πόροι βρέθηκαν. Την ένταξη των οφειλετών του δημοσίου στο νόμο για τα υπερχρεωμένα είχα προτείνει απ το 2013, χωρίς όμως την προϋπόθεση ύπαρξης οφειλών και σε ιδιώτες.

Και αυτό γιατί ξεχνούν όλοι το αυτονόητο: Oτι οι εισφορές είναι μεν εισφορές αυτασφάλισης, δηλαδή καταβολή ελευθέρας βούλησης, άλλα συνάμα και τρόπος συνεισφοράς στα δημόσια βάρη, εξ ου και η υποχρεωτικότητα της. Εμείς βουλιάξαμε γιατί βάζαμε τους φτωχότερους να πληρώνουν εισφορές στα δημόσια ταμεία, και αφήναμε τους ευπορότερους να λαμβάνουν τους καρπούς της συνεισφοράς.

* Ο κ. Κωνσταντίνος Παπακασόλας είναι δικηγόρος Αθηνών

http://www.capital.gr/me-apopsi/3074984/poroi-uper-triton-kai-to-stasidi-ton-upoloipon

Advertisements