Προτάσεις επί των διατάξεων του προσχεδίου νόμου για το Ασφαλιστικό 2016 – ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ (Π.Ε.Δ.)


Προτάσεις επί των διατάξεων του προσχεδίου νόμου για το Ασφαλιστικό

cropped-cf80ceb5ceb4-cf83cf84ceb1cf81cf84-cf84ceb5cf84cf81ceb1ceb3cf89cebdcebf1.png

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ (Π.Ε.Δ.)

ΠΡΟΣ: Το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

Κοινοποιούμενη: Προς την Ολομέλεια Προέδρων Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας

ΘΕΜΑ: Προτάσεις επί των διατάξεων του προσχεδίου νόμου με τίτλο: «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης – Εθνικό Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης», αναφορικά με το ζήτημα των ασφαλιστικών εισφορών των δικηγόρων

Α] ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Όπως είναι γνωστό, η μεγάλη πλειοψηφία των δικηγόρων και η συντριπτική πλειοψηφία των νέων δικηγόρων (ασφαλισμένων μετά το 1993) δυσκολεύονται ή ακόμα και αδυνατούν να καταβάλουν τις ετήσιες ασφαλιστικές εισφορές τους προς το Ε.Τ.Α.Α. Είναι χαρακτηριστικό ότι έχουν υποβληθεί χιλιάδες αιτήσεις δικηγόρων προς το Ε.Τ.Α.Α. για ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους από ασφαλιστικές εισφορές, ενώ κατά τα τελευταία χρόνια περισσότεροι από τους μισούς δικηγόρους δεν καταβάλουν τις ετήσιες ασφαλιστικές εισφορές τους, τόσο για τον Τομέα Υγείας, όσο και για τον Τομέα Ασφάλισης Νομικών.

Τα αίτια της παραπάνω αδυναμίας της πλειοψηφίας των δικηγόρων να ανταποκριθούν στην καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών τους, δεν πρέπει να αναζητηθούν μόνο στη γενική οικονομική κατάσταση της χώρας, ούτε και στις συνθήκες άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος κατά την τελευταία επταετία (περιορισμός της επαγγελματικής ύλης, θεαματική αύξηση του κόστους πρόσβασης στη δικαιοσύνη, επιβολή Φ.Π.Α. στην παροχή νομικών υπηρεσιών, υψηλή φορολόγηση, επιβολή τέλους επιτηδεύματος κ.ά.), αλλά και στούψος των επιβαλλόμενων ασφαλιστικών εισφορών, τον τρόπο προσδιορισμού τους(χωρίς σύνδεση με το φορολογητέο εισόδημα) και την ανά τριετία υποχρεωτική μετάταξη των νέων ασφαλισμένων δικηγόρων σε ανώτερη ασφαλιστική κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 15 του ν. 3986/2011.

Άμεση συνέπεια όλων των ανωτέρω αναμένεται να είναι η μαζική έξοδος των δικηγόρων από το επάγγελμα, η οποία είτε θα οδηγήσει μελλοντικά στην κατάρρευση του Τομέα Ασφάλισης Νομικών είτε θα δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στη βιωσιμότητα του προβλεπόμενου νέου Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α) στο άμεσο μέλλον, καθώς τα ίδια ζητήματα και για τους ίδιους λόγους, αντιμετωπίζουν και οι ασφαλισμένοι στους υπόλοιπους Τομείς του Ε.Τ.Α.Α., αλλά και οι ασφαλισμένοι του Ο.Α.Ε.Ε.

Η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί δική μας αυθαίρετη πρόβλεψη, αλλά τεκμηριωμένη εκτίμηση του ίδιου του Ε.Τ.Α.Α., σε δελτίο τύπου του οποίου, με ημερομηνία 1-10-2012, αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι: «Χωρίς το Ταμείο μας να ερωτηθεί και χωρίς προηγούμενη αναλογιστική μελέτη, επιβλήθηκαν από την Πολιτεία αυξήσεις των ασφαλιστικών εισφορών σε ένα πλεονασματικό Ταμείο, που είχαν αντίθετο αποτέλεσμα στις εισπράξεις μας, αφού ολοένα και περισσότεροι (νέοι κυρίως) Μηχανικοί, Υγειονομικοί και Νομικοί αποχωρούν από το λειτούργημά τους, αδυνατώντας να καλύψουν τις ασφαλιστικές εισφορές τους, με τους φορείς αλλά και την διοίκηση του ΕΤΑΑ ενάντια στις αυξήσεις». Και το δελτίο τύπου καταλήγει υπογραμμίζοντας την αναγκαιότητα να αποκατασταθεί η «δυνατότητα επιλογής του ασφαλισμένου όπως ισχύει σε όλους τους υπόλοιπους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης της ασφαλιστικής κατηγορίας ένταξης τους», δηλαδή η κατάργηση του άρθρου 44 παρ. 15 του ν. 3986/2011 ή η εξαίρεση και των ασφαλισμένων του Ε.Τ.Α.Α. από την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως.

Η αντιμετώπιση των παραπάνω προβλημάτων (επαγγελματικής επιβίωσης) των δικηγόρων ασφαλισμένων του Ε.Τ.Α.Α. θα πρέπει να κινηθεί σε τρεις βασικούς άξονες:

(1) Την αντικατάσταση του υπάρχοντος συστήματος υπολογισμού των εισφορών των ασφαλισμένων του Ε.Τ.Α.Α. από ένα νέο δικαιότερο σύστημα, στο οποίο οι ασφαλιστικές εισφορές θα υπολογίζονται αναλογικά με βάση το φορολογητέο εισόδημα του ασφαλισμένου, όπως συμβαίνει σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ενδεικτικά, Μεγάλη Βρετανία, Αυστρία, Γαλλία, Ιταλία, Σουηδία, Κύπρος και Λουξεμβούργο κ.ά.).

πηγή: http://ec.europa.eu/social/main.jsp?catId=858&langId=el

(2) Την κατάργηση της αντισυνταγματικής διάκρισης των ασφαλισμένων ανάμεσα σε παλαιούς (προ του 1993) και νέους (μετά το 1993) ασφαλισμένους, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την καταβολή υψηλότερων ασφαλιστικών εισφορών από τους νέους ασφαλισμένους, παρά την προσδοκία χαμηλότερων συντάξεων.

(3) Την αναγνώριση νομικά της ιδιότητας του «μη δυναμένου να καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές», με τη θέσπιση ενός «ανεισφορολόγητου» ποσού για δικηγόρους με μηδενικά φορολογητέα εισοδήματα ή με ένα ελάχιστο πραγματικό φορολογητέο εισόδημα από την άσκηση του λειτουργήματός τους (π.χ. κάτω των 3.000 ευρώ).

Με ιδιαίτερη ικανοποίηση διαπιστώνουμε ότι στο προσχέδιο νόμου του Υπουργείου σας υιοθετείται καταρχήν η βασική αρχή της σύνδεσης των ασφαλιστικών εισφορών με το φορολογητέο εισόδημα. Πράγματι, στο άρθρο 53 παρ. 1 προβλέπεται η καταβολή μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς σε ποσοστό επί του φορολογητέου εισοδήματος. Πλην, όμως, η εισφορά αυτή καθορίζεται σε ποσοστό 20% για την κύρια σύνταξη (άρθρο 53 παρ. 1), 7,5% για την επικουρική σύνταξη (άρθρο 50 παρ. 2) και 6,95% για την υγειονομική περίθαλψη (άρθρο 57 παρ. 2). Προκύπτει δηλαδή ένα συνολικό ποσό επιβάρυνσης σε ποσοστό 34,45%επί του φορολογητέου εισοδήματος, η οποία αποτελεί υπέρμετρη και υπερβολική επιβάρυνση, ειδικά εφόσον συνδυαστεί με την αντίστοιχη φορολόγηση των εισοδημάτων των δικηγόρων (26% και 33%), την οφειλόμενη προκαταβολή φόρου εισοδήματος (75% για το 2015 και 100% από το 2016), την επιβολή Φ.Π.Α. 23% επί των δικηγορικών πράξεων, το τέλος επιτηδεύματος (650 ευρώ), την εισφορά αλληλεγγύης και τις λοιπές φορολογικές υποχρεώσεις, όπως ΕΝΦΙΑ, τέλη κυκλοφορίας κ.ά. Προκύπτει δηλαδή ένα συνολικό οφειλόμενο στο Κράτος ποσό το οποίο υπερβαίνει το 100% του φορολογητέου εισοδήματος των δικηγόρων, γεγονός που καθιστά οικονομικά ασύμφορη την άσκηση του λειτουργήματος του δικηγόρου ή ακόμα και την παραμονή και εργασία μας στη Χώρα.

Παράλληλα, στο προσχέδιο νόμου προβλέπεται, αφενός η θεσμοθέτηση ενός κατώτατου ορίου καταβαλλόμενων ασφαλιστικών εισφορών (άρθρο 53 παρ. 2), το οποίο συνδέεται με τον εκάστοτε προβλεπόμενο κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών (σήμερα 586,08 ευρώ) και αφετέρου, η πρόβλεψη ενός ανώτατου ορίου ασφαλιστικών εισφορών (άρθρο 52 παρ. 2), το οποίο συνδέεται με το δεκαπλάσιο του εκάστοτε προβλεπόμενου ως άνω κατώτατου μισθού.

Η σύνδεση αυτή του κατώτατου και του ανώτατου ορίου ασφαλιστικών εισφορών με τον κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών, δηλαδή ουσιαστικά με τις ασφαλιστικές εισφορές προς το Ι.Κ.Α. που αντιστοιχούν στο μισθό αυτό, είναι καταρχήν ορθή, τη στιγμή που προβλέπεται η σύσταση ενός ενιαίου Ταμείου με ενιαίους κανόνες εισφορών και παροχών. Πλην, όμως, το προσχέδιο νόμου του Υπουργείου σας δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός, ότι οι ασφαλιστικές εισφορές των μισθωτών προς το Ι.Κ.Α. δεν καταβάλλονται από αυτούς στο σύνολό τους, παρά μόνον εν μέρει (εργατικές). Οι υπόλοιπες (που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος αυτών) καταβάλλονται από τον εργοδότη τους (εργοδοτικές). Σε αντίθεση λοιπόν με όσα ισχύουν για τους μισθωτούς, εμείς οι δικηγόροι, αλλά και εν γένει οι ελεύθεροι επαγγελματίες, καλούμαστε να καταβάλουμε μόνοι μας και τις «εργατικές» και τις «εργοδοτικές» ασφαλιστικές εισφορές, που αντιστοιχούν στο 34,45% του φορολογητέου εισοδήματός μας. Εδώ έγκειται και η μεγαλύτερη αδικία του προσχεδίου νόμου, η οποία προκαλεί ήδη τις οργισμένες αντιδράσεις όλων των ελευθέρων επαγγελματιών. Για την αντιμετώπιση της κατάφωρης αυτής αδικίας, προτείνουμε τα ακόλουθα:

Β] ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

(1) Πρόβλεψη ατομικής εισφοράς 6,77% και συλλογικής εισφοράς 13,33% σε όλα τα γραμμάτια εισφορών

Προκειμένου να τηρηθεί η αρχή της ισότιμης μεταχείρισης όλων των ασφαλισμένων (εργαζομένων και ελευθέρων επαγγελματιών) του νέου ενιαίου Ταμείου, θα πρέπει και εμείς (δικηγόροι και εν γένει ελεύθεροι επαγγελματίες) να επιβαρυνθούμε μόνο με τα ποσά που αντιστοιχούν στις εργατικές εισφορές των μισθωτών (άρθρο 52 παρ. 1), δηλαδή οι ατομικές εισφορές μας να καθοριστούν σε ποσοστό 6,67% επί του φορολογητέου εισοδήματός μας και όχι σε ποσοστό 20%, όπως προβλέπεται στο άρθρο 53 παρ. 1 του προσχεδίου νόμου (ατομική εισφορά). Τα ποσά αυτά θα εισπράττονται σε ατομικό επίπεδο μέσω των γραμματίων εισφορών που εκδίδουμε και το υπόλοιπο θα καταβάλλεται σε χρήμα, όπως προβλέπει το άρθρο 53 παρ. 6.

Απομένει να καλυφθεί το ποσό που αντιστοιχεί στην εργοδοτική εισφορά των μισθωτών, το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό 13,33% (άρθρο 52 παρ. 1). Προτείνεται το ποσό αυτό να καλυφθεί συλλογικά μέσω των γραμματίων εισφορών, δηλαδή να προβλεφθεί ένα σταθερό ποσοστό 13,33% σε κάθε γραμμάτιο, προκειμένου να καλυφθεί το ποσό που αντιστοιχεί στην εργοδοτική εισφορά των μισθωτών (συλλογική εισφορά). Τονίζεται, όμως, ότι το ποσό αυτό δεν θα συγκεντρώνεται ατομικά για κάθε ασφαλισμένο δικηγόρο, όπως αυτό της ατομικής εισφοράς 6,77% που αντιστοιχεί στην «εργατική» εισφορά, αλλά θα συγκεντρώνεται συνολικά για όλους τους δικηγόρους, ανεξαρτήτως του ποιος δικηγόρος εκδίδει το συγκεκριμένο γραμμάτιο εισφορών και πόσα γραμμάτια εισφορών εκδίδει ο καθένας. Το ποσό αυτό (συλλογική εισφορά), το οποίο θα παρακρατείται από τα γραμμάτια εισφορών, θα αποδίδεται κάθε μήνα συγκεντρωτικά από τους Δικηγορικούς Συλλόγους και θα καλύπτει την «εργοδοτική» εισφορά, συνολικά για όλα τα μέλη κάθε Συλλόγου και όχι ατομικά για κάθε δικηγόρο (γιατί, δυστυχώς, υπάρχουν πολλοί δικηγόροι που δεν έχουν καθόλου παραστάσεις σε δικαστήρια και επομένως δεν εκδίδουν κανένα γραμμάτιο). Με τον τρόπο αυτό θα καλύπτεται σε πανελλαδικό επίπεδο η συλλογική εισφορά των δικηγόρων, δηλαδή το ποσό που αντιστοιχεί στην εργοδοτική εισφορά των μισθωτών, και οι δικηγόροι θα επιβαρυνόμαστε ατομικά μόνο με το ποσό της ατομικής εισφοράς (6,77%) που αντιστοιχεί στην εργατική εισφορά των μισθωτών, όπως δηλαδή και οι μισθωτοί (σήμερα ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ). Σε περίπτωση που το ποσό αυτό της συλλογικής εισφοράς (13,77%), που αντιστοιχεί στην εργοδοτική εισφορά των μισθωτών κριθεί ότι δεν είναι επαρκές, τότε μπορεί να προσαυξηθεί και με άλλους πόρους, όπως, λ.χ. με την απόδοση ποσοστού από τα ήδη υπάρχοντα παράβολα δίκης (όχι με την αύξησή τους), με την απόδοση ποσοστού από την ετήσια εισφορά των δικηγόρων στους Δικηγορικούς Συλλόγους κ.ά. Πιστεύουμε, όμως, ότι ακόμη και αν το ποσό της συλλογικής αυτής εισφοράς κριθεί ανεπαρκές, το πιθανό αυτό έλλειμμα θα αντισταθμιστεί από το αντίστοιχο πλεόνασμα της ατομικής εισφοράς, καθώς αυτή, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό 6,77% και όχι σε ποσοστό 20%, θα εμφανίσει ποσοστά υψηλής, αν όχι καθολικής, εισπραξιμότητας.

Συνοψίζοντας, προτείνεται, η ατομική επιβάρυνση των δικηγόρων (και εν γένει των ελευθέρων επαγγελματιών) με ατομική εισφορά σε ποσοστό 6,67% επί του φορολογητέου εισοδήματος (όση και η εργατική εισφορά των μισθωτών).

Το δε ποσοστό του 20% που προβλέπεται υπέρ του Ε.Φ.Κ.Α. σε κάθε γραμμάτιο ανά δικηγορική πράξη ή παράσταση (άρθρο 53 παρ. 6), να διαχωρίζεται:

α) Σε ποσοστό 6,67%, το οποίο θα παρακρατείται και θα αποδίδεται από το Δικηγορικό Σύλλογο ατομικά για το δικηγόρο που εκδίδει το συγκεκριμένο γραμμάτιο, δηλαδή ως ατομική του εισφορά (αντίστοιχη της εργατικής εισφοράς των μισθωτών). Και

β) Σε ποσοστό 13,33%, το οποίο θα παρακρατείται και θα αποδίδεται από το Δικηγορικό Σύλλογο συλλογικά για όλους τους δικηγόρους μέλη του και όχι για το δικηγόρο που εκδίδει το συγκεκριμένο γραμμάτιο, δηλαδή ως συλλογική εισφορά (αντίστοιχη της εργοδοτικής εισφοράς των μισθωτών).

(2) Πρόβλεψη κλιμακωτού κατώτατου ορίου ασφαλιστικών εισφορών

Όπως προαναφέρθηκε, το προσχέδιο νόμου προβλέπει μόνο ένα κατώτατο όριο ασφαλιστικών εισφορών (άρθρο 53 παρ. 2), παίρνοντας ως βάση υπολογισμού τον εκάστοτε προβλεπόμενο κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών (σήμερα 586,08 ευρώ). Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη, ότι η συνολική επιβάρυνση για τις ασφαλιστικές εισφορές ανέρχεται στο 34,45% του φορολογητέου εισοδήματος, προκύπτει ένα ελάχιστο ποσό εισφοράς ύψους 2.422,85 ευρώ + 120 ευρώ για τον ΟΑΕΔ (άρθρο 53 παρ. 8). Η πρόβλεψη του κατώτατου αυτού ορίου συνιστά αδικία για τους δικηγόρους (και εν γένει για τους ελεύθερους επαγγελματίες) που έχουν ζημιά, μηδενικό εισόδημα ή χαμηλά εισοδήματα (κάτω του ορίου της φτώχειας).

Για την αντιμετώπιση της αδικίας αυτής προτείνεται η θέσπιση κλιμακωτού κατώτατου ορίου ασφαλιστικών εισφορών, ως ακολούθως:

α) Να προβλεφθεί ένα «ανεισφορολόγητο» για όσους έχουν ζημιά ή μηδενικό εισόδημα.

β) Να προβλεφθεί ως βάση υπολογισμού το ήμισυ του βασικού μισθού για όσους έχουν εισόδημα έως 7.000 ευρώ (έχουν δηλαδή εισόδημα ίσο με αυτό ενός εργαζομένου του ιδιωτικού τομέα που αμείβεται με το βασικό μισθό). Με τον τρόπο αυτό προκύπτει κατώτατο όριο εισφορών 1.211,43 ευρώ. Το όριο αυτό προτείνεται και για τους νέους δικηγόρους που δεν έχουν συμπληρώσει πενταετία, ανεξαρτήτως εισοδήματος.

γ) Να προβλεφθεί ως βάση υπολογισμού ο βασικός μισθός για όσους έχουν εισόδημα από 7.000 έως 14.000 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό προκύπτει κατώτατο όριο εισφορών 2.422,85 ευρώ. Και

δ) Να προβλεφθεί ως βάση υπολογισμού το διπλάσιο του βασικού μισθού για όσους έχουν εισόδημα από 14.000 έως 25.000 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό προκύπτει κατώτατο όριο εισφορών 4.845,70 ευρώ.

Από κει και πάνω, οι εισφορές θα καταβάλλονται ανάλογα με το φορολογητέο εισόδημα, όπως προβλέπεται και στο προσχέδιο νόμου.

(3) Πρόβλεψη κλιμακωτού ανώτατου ορίου ασφαλιστικών εισφορών

Όπως προαναφέρθηκε, το προσχέδιο νόμου προβλέπει μόνο ένα ανώτατο όριο ασφαλιστικών εισφορών (άρθρο 52 παρ. 2), παίρνοντας ως βάση υπολογισμού το δεκαπλάσιο του εκάστοτε προβλεπόμενου κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών (σήμερα 5.860,80 ευρώ). Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη, ότι η συνολική επιβάρυνση για τις ασφαλιστικές εισφορές ανέρχεται στο 34,45% του φορολογητέου εισοδήματος, προκύπτει ένα ανώτατο ποσό εισφοράς ύψους 24.228,55 ευρώ + 120 ευρώ για τον ΟΑΕΔ, το οποίο χαρακτηρίζεται ως υπέρογκο και εξωπραγματικό για φορολογητέο εισόδημα περίπου 70.000 ευρώ.

Για την αντιμετώπιση της αδικίας αυτής προτείνεται η θέσπιση κλιμακωτού ανώτατου ορίου ασφαλιστικών εισφορών, ως ακολούθως:

α) Να προβλεφθεί ως βάση υπολογισμού το πενταπλάσιο του βασικού μισθού για όσους έχουν εισόδημα έως 100.000 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό προκύπτει ανώτατο όριο εισφορών 12.114,28 ευρώ. Και

β) Να προβλεφθεί ως βάση υπολογισμού το δεκαπλάσιο του βασικού μισθού για όσους έχουν εισόδημα άνω των 100.000 ευρώ. Με τον τρόπο αυτό προκύπτει ανώτατο όριο εισφορών 24.228,55 ευρώ.

(4) Υπολογισμός με βάση τον καθαρό και όχι το μικτό βασικό μισθό

Όπως προαναφέρθηκε, ο προσχέδιο νόμου προβλέπει ένα κατώτατο και ένα ανώτατο όριο εισφορών, παίρνοντας ως βάση υπολογισμού τον εκάστοτε προβλεπόμενο κατώτατου βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών. Δεν εξειδικεύεται όμως αν πρόκειται για το μικτό ή για τον καθαρό μισθό. Θεωρούμε εσφαλμένο τον υπολογισμό με βάση το μικτό μισθό, καθώς ο μικτός μισθός του μισθωτού – ασφαλισμένου σήμερα στο Ι.Κ.Α. εμπεριέχει και τις ασφαλιστικές εισφορές του (εργατικές). Εφόσον ο βασικός μισθός αυτού λαμβάνεται ως βάση υπολογισμού των κατώτατων και ανώτατων ασφαλιστικών εισφορών των δικηγόρων (και των λοιπών ελευθέρων επαγγελματιών), είναι ορθότερο να ληφθεί ως βάση υπολογισμού ο καθαρός μισθός (σήμερα 507,42 ευρώ), που δεν περιλαμβάνει τις ασφαλιστικές εισφορές του μισθωτού. Έτσι, η κατώτατη ετήσια εισφορά των δικηγόρων θα διαμορφωθεί σε 2.097,67 ευρώ και η ανώτατη σε 20.976,74 (με βάση πάντα όσα προβλέπονται στο προσχέδιο νόμου).

(5) Υπολογισμός με βάση το καθαρό πραγματικό φορολογητέο εισόδημα από την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητάς μας

Στο άρθρο 53 παρ. 1 του προσχεδίου νόμου αναφέρεται ότι οι ελεύθεροι επαγγελματίες καταβάλλουν «μηνιαία ασφαλιστική εισφορά για τον κλάδο σύνταξης, ύψους 20% επί του μηνιαίου εισοδήματός τους, όπως αυτό καθορίζεται … με βάση το καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα, από την ασκούμενη δραστηριότητά τους κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος». Θέλουμε να πιστεύουμε ότι με τη διατύπωση αυτή ως βάση υπολογισμού λαμβάνεται:

α) Tο καθαρό φορολογητέο εισόδημα (κέρδη) και όχι τα ακαθάριστα έσοδα (τζίρος).

β) Το πραγματικό φορολογητέο εισόδημα (δηλωθέν) και όχι το τεκμαρτό. Και

γ) Το φορολογητέο εισόδημα που προκύπτει από την άσκηση της επαγγελματικής μαςδραστηριότητας και μόνο και όχι το εισόδημα που προκύπτει από άλλες πηγές (π.χ. ενοίκια κλπ.).

Κάθε άλλη αντίθετη ερμηνεία της παραπάνω διατάξεως οδηγεί σε υπέρμετρες, υπέρογκες και παράλογες ασφαλιστικές εισφορές.

(6) Υπολογισμός των ασφαλιστικών εισφορών των ετών 2015 – 2016 των νέων δικηγόρων (μετά το 1993) με βάση την προβλεπόμενη στο προσχέδιο νόμου κατώτατη εισφορά

Οι νέοι δικηγόροι μετά το 1993, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει περισσότερα από 5 έτη ασφάλισης, καλούνται να καταβάλουν για τα έτη 2015 και 2016 τις υπέρογκες ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούν στην 3η ασφαλιστική κατηγορία.

Το Υπουργείο σας, αναγνωρίζοντας το πρόβλημα αυτό, προέβλεψε, με το άρθρο 39 του ν. 4331/2015, τη δυνατότητα των ασφαλισμένων αυτών να επιλέξουν κατώτερη ασφαλιστική κατηγορία για τα έτη 2015 και 2016. Με βάση τη διάταξη αυτή υποβλήθηκαν στο Ε.Τ.Α.Α. χιλιάδες αιτήσεις νέων δικηγόρων για την υπαγωγή τους στην 1η ασφαλιστική κατηγορία. Δυστυχώς, κατόπιν επιταγών των «Θεσμών», η διάταξη αυτή καταργήθηκε αναδρομικά με το άρθρο 21 του ν. 4337/2015. Έτσι, οι νέοι αυτοί ασφαλισμένοι καλούνται σήμερα να πληρώσουν για τα έτη αυτά υπέρογκα ποσά ασφαλιστικών εισφορών που υπερβαίνουν τις 4.200 ευρώ, ακόμα και αν έχουν μηδενικό εισόδημα.

Μετά την κατάργηση της δυνατότητας επιλογής κατώτερης ασφαλιστικής κατηγορίας για τα έτη 2015 – 2016, δηλώσατε ότι το πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί θα αντιμετωπιστεί με το νέο ασφαλιστικό νομοσχέδιο. Πλην, όμως, στο προσχέδιο νόμου του Υπουργείου σας δεν αντιμετωπίζεται τελικά το ζήτημα αυτό.

Για την αντιμετώπιση της αδικίας αυτής προτείνεται η θέσπιση μεταβατικής διάταξης, με την οποία θα προβλέπεται, ότι οι νέοι ασφαλισμένοι δικηγόροι (μετά το 1993) άνω της πενταετίας θα καταβάλλουν για τα έτη 2015 και 2016 το ποσό της κατώτατης ασφαλιστικής εισφοράς που ορίζεται στο άρθρο 53 παρ. 2 του προσχεδίου νόμου, ανεξαρτήτως του ύψους του φορολογητέου εισοδήματός τους. Με τον τρόπο αυτό προκύπτει η καταβολή για τα έτη αυτά ασφαλιστικών εισφορών ύψους 2.422,52 ευρώ + 120 ευρώ για τον ΟΑΕΔ. Το ποσό αυτό είναι πάνω κάτω αντίστοιχο με το ποσό της 1ης ασφαλιστικής κατηγορίας, την οποία επέλεγαν μαζικά οι ασφαλισμένοι αυτοί, σύμφωνα με τη δυνατότητα που τους δόθηκε από τη καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 39 του ν. 4331/2015.

https://panhelleniclawyersassociation.wordpress.com/2016/01/12/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CE%B5%CF%80%CE%AF-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BE%CE%B5%CF%89%CE%BD-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%87/

Advertisements