Θεμελιωδεις νομολογιακές αρχές περι ασφαλιστικών εισφορών


Θεμελιωδεις νομολογιακές αρχές περι ασφαλιστικών εισφορών

Κατά τη νοµολογία του Συµβουλίου της Επικρατείας, η θεσµική κατοχύρωση της
κοινωνικής ασφάλισης περιλαµβάνει και την αρχή της ανταποδοτικότητας, όχι όµως ως
απόλυτη αναλογία εισφορών/παροχών.

Έτσι, το ΣτΕ δέχεται ότι από καµία διάταξη τουΣυντάγµατος ούτε γενική αρχή του ασφαλιστικού δικαίου επιβάλλεται να τηρείται αναλογία µεταξύ εισφορών και παροχών

«Η αρχή της ανταποδοτικότητας δεν έχει την έννοια της άµεσης σχέσης της παροχής µε τις εισφορές που έχουν καταβληθεί.

Έχει την έννοια της κατ’ αρχήν ύπαρξης αναλογίας µεταξύ εισφορών και παροχών, ώστε να διατηρείται και µετά την επέλευση του ασφαλιστικού
κινδύνου, το επίπεδο ζωής που ο ασφαλισµένος απέκτησε κατά τον εργασιακό του βίο». )

Η κάµψη της αρχής της ανταποδοτικότητας, η οποία γίνεται δεκτή ενόψει της αρχής
της αλληλεγγύης, δεν εξικνείται όµως και σε αναίρεσή της.
Η µη αντιστοίχιση εισφορών/παροχών γνωρίζει όρια.

Στην κατεύθυνση αυτή τα διοικητικά δικαστήρια έκριναν ότι «κατά βασική αρχή του θεσµού της κοινωνικής ασφαλίσεως, την οποία εγγυάται η διάταξη του άρθρου 22 § 4 του Συντάγµατος (ΣτΕ 2692/93 Ολοµ.), οι ασφαλιστικές παροχές είναι κατ’ αρχήν ανάλογες προς τις ασφαλιστικές εισφορές (ΣτΕ 4648/88).

Και ναι µεν ο νοµοθέτης µπορεί, χωρίς τούτο να αντίκειται στην ανωτέρω συνταγµατική
διάταξη ή στην αρχή της ισότητας, να θεσπίζει, για λόγους κοινωνικής αλληλεγγύης,
ευµενέστερη µεταχείριση των οικονοµικά ασθενέστερων ασφαλισµένων έναντι των
οικονοµικά ισχυρότερων, επιβαρύνοντας τους τελευταίους µε µεγαλύτερες εισφορές ή
καθιερώνοντας ανώτατο όριο του ύψους της παροχής που λαµβάνουν (ΣτΕ 241/89, 3076/89,
3552/90, 1615/91, 3036/92 κ.ά.), δεν είναι όµως συνταγµατικώς ανεκτό η ίδια χρηµατική
παροχή, υπό τις αυτές προϋποθέσεις, να είναι µεγαλύτερη κατά ποσόν για τους
ασφαλισµένους που κατέβαλαν λιγότερες εισφορές, σε σχέση µε εκείνους οι οποίοι
κατέβαλαν περισσότερες εισφορές για την κάλυψη από τον ίδιο φορέα του συγκεκριµένου
ασφαλιστικού κινδύνου»

Πολλώ δε µάλλον δεν είναι συνταγµατικώς ανεκτή η πλήρης αποσύνδεση εισφορών/παροχών και η πλήρης στέρηση παροχών που χρηµατοδοτήθηκαν από εισφορές των ασφαλισµένων, µε βάση το κριτήριο της οικονοµικής κατάστασης του ασφαλισµένου πριν ή µετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου.

Στο ίδιο αποτέλεσµα οδηγεί και η ανάλυση των χαρακτηριστικών της ασφαλιστικής
εισφοράς. Όπως επισηµαίνεται, «η εισφορά παρουσιάζει τα εξής χαρακτηριστικά:
1. Έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα,
2. Αποσκοπεί στη χρηµατοδότηση µιας δηµόσιας υπηρεσίας, της
κοινωνικής ασφαλίσεως,
3. Επιβάλλεται επί των εισοδηµάτων από την άσκηση
επαγγελµατικής δραστηριότητας,
4. ∆ηµιουργεί προσδοκία κοινωνικοασφαλιστικής παροχής
[…]»

. Τα χαρακτηριστικά αυτά πληροί η εισφορά που καταβάλλουν οι αυτοτελώς
απασχολούµενοι. Η εισφορά θεσπίζεται ως «µονοµερώς επιβαλλόµενη χρηµατική υποχρέωση η καταβολή της οποίας συνδέεται µε την παροχή ειδικής ωφέλειας στον υπόχρεο, δηλαδή την
απόλαυση δηµόσιας υπηρεσίας ή δηµοσίου πράγµατος»

Η ασφαλιστική προσδοκία προστατεύεται και ως περιουσιακό δικαίωµα
βάσει του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣ∆Α, και δεν µπορεί να
αναιρείται πλήρως, µε την στέρηση των παροχών όταν έχει επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος.

«Προκειµένου ειδικώς για ασφαλιστικές παροχές που καταβάλλονται περιοδικώς, απόκειται στο
νοµοθέτη να καθορίζει το ύψος των καταβλητέων εισφορών για το σχηµατισµό του ασφαλιστικού
κεφαλαίου, κατά τρόπο µάλιστα µε τον οποίο να επιβαρύνονται περισσότερο οι εισοδηµατικώς
ισχυρότεροι έναντι των οικονοµικώς ασθενέστερων.

Aπό το γεγονός δε αυτό δεν παραβιάζεται η συνταγµατική αρχή της ισότητας και αν ακόµη κατά περίπτωση, οι εισοδηµατικώς ισχυρότεροι, οι οποίοι επιβαρυνόµενοι µε εισφορά που υπολογίζεται βάσει των υψηλοτέρων αποδοχών σε σχέση µε τους οικονοµικώς ασθενεστέρους, λαµβάνουν, κατά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, παροχή η οποία περιορίζεται κατά ύψος µε τη θέσπιση είτε ανωτάτου ορίου σύνταξης (Σ.τ.Ε. 241/89 Ε.∆.Κ.Α. 1929, σελ. 479, 3125/82, Ε.∆.Κ.Α. 1994, σελ. 145), είτε φθίνουσας προοδευτικής κλίµακας εις βάρος των εισοδηµατικώς ισχυρότερων.

Περαιτέρω, ούτε από την καθιερούµενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγµατος αρχή της ισότητας επιβάλλεται όπως τόσο οι ασφαλιστικές εισφορές, όσο και οι παροχές καθορίζονται στην ίδια βάση.

Και ναι µεν οι έχοντες υψηλότερες αποδοχές επιβαρύνονται µε µεγαλύτερες ασφαλιστικές εισφορές χωρίς συγκριτικά να αποκτούν κάποιο πλεονέκτηµα έναντι των χαµηλόµισθων, πλην όµως η επιβάρυνση αυτή δεν µπορεί να θεωρηθεί ότι αντίκειται στην αρχή της ισότητας, δεδοµένου ότι αφορά σε πρόσωπα που συνδέονται µε το Ταµείο και αποσκοπεί στην εξασφάλιση πόρων, οι οποίοι κρίνονται από το νοµοθέτη αναγκαίοι για την άρτια εκπλήρωση του σκοπού του Ταµείου τούτου, από το οποίο και εκείνοι που επιβαρύνονται µε τον τρόπο αυτό προσδοκούν να λάβουν παροχές Κοινωνικής Ασφάλισης

(πρβλ. Ολοµ. Σ.τ.Ε. 2263/82 Ε.∆.Κ.Α. 1963,
σελ. 74, 3952/89 Ε.∆.Κ.Α. 1990, σελ. 430»

 

http://www.synigoros.gr/resources/voh8hma-anergias-el-ep.pdf

Advertisements