Οι σκόπιμες αναπηρίες της Διοικητικής Δικονομίας – προσοδοθηρία του ελληνικού δημοσίου


Οι σκόπιμες αναπηρίες της Διοικητικής Δικονομίας – προσοδοθηρία του ελληνικού δημοσίου

Οι σκόπιμες αναπηρίες της Διοικητικής Δικονομίας - προσοδοθηρία του ελληνικού δημοσίουΤου Κωνσταντίνου Παπακασόλα

Τέθηκε προ μηνός  σε δημόσια διαβούλευση η νομοθετική πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό τον τίτλο: «Μέτρα επιτάχυνσης και εξορθολογισμού της διοικητικής δίκης».

Παρότι εισάγει ειδική τροποποίηση διατάξεων περί ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, στην ουσία δεν αλλάζει πρακτικά τίποτα με συνέπεια να διατηρεί και η νέα ρύθμιση ένα στρεβλό, γραφειοκρατικό, χρονοβόρο και ανεπαρκές σύστημα δικαστικής προστασίας του πολίτη έναντι του δημοσίου.

Τούτο γιατί η προσφυγή που είναι και το κύριο μέσο δικαστικής προστασίας, έχει σημαντικές αγκυλώσεις, ποσοτικές, χρονικές, οικονομικές και άλλες, πολλές διαδικαστικές, που την καθιστούν αναχρονιστική.

Υπάρχει και η ανακοπή που έχει όμως τόσους περιορισμούς (ακόμα και στην επίκληση επιχειρημάτων νομικών κλπ) που είναι μέσο έκτακτης και μόνο ανάγκης.

Υπάρχουν άλλα δυο ένδικα μέσα τα οποία σκοπίμως έχουν υποβαθμιστεί ή δεν χρησιμοποιούνται καν – δια αποκλεισμού.

1. Το πρώτο είναι η αγωγή, η οποία (όχι εντελώς ξεκάθαρα) αποκλείεται να ασκηθεί για φορολογικούς λόγους και θέματα που άπτονται κατά συνεπεία των δημοσίων βαρών, αρά και για εισφορές, τέλη κλπ, με συνεπεία την αποκλειστικότητα της προσφυγής.

Έτσι ακόμα και ο αδικαιολόγητος πλουτισμός κι άλλες απλές νομικά αξιώσεις μπορούν να προβληθούν μέσω της προσφυγής.

Η οποία περιλαμβάνει μια συνήθως άσκοπη πρώτα αίτηση του πολίτη στη διοίκηση, άσκοπη διέλευση χρόνου να απαντήσει αυτή και ακόμα μια άσκοπη και χρονοβόρα ενδικοφανή προσφυγή ακολούθως η οποία κρίνεται από μη δικαστές και κατά κανόνα είναι απορριπτική, ενώ ταυτόχρονα δεν μπορούν οι κρίνοντες να μπουν σε θέματα συνταγματικότητας τα οποία είναι και τα συνήθη  στις προσφυγές του δημοσίου!

Όλα αυτά παραμερίζονταν αν εδύνατο ο πολίτης μέσω του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας να ασκήσει την αξίωση του και για φορολογικές διαφορές και μέσω τακτικής αγωγής, η οποία θα  είναι ΑΠΡΟΘΕΣΜΗ, δυναμένη να ασκηθεί ανά πάσα στιγμή.

Μάλιστα θα του επέτρεπε να στραφεί με ένα δικόγραφο κατά περισσοτέρων  υπηρεσιών του δημοσίου, και για περισσότερες της  μιας απαιτήσεις (σώρευση) καθώς αυτές είναι συχνά πολλές και διάφορες, και ασφαλώς δεν μπορεί ο πολίτης να κάνει πάμπολλες διαφορετικές προσφυγές κάθε φορά.

Επομένως πρέπει να καταργηθεί η σχετική διάταξη περί απαγόρευσης άσκησης αγωγής για φορολογικές διαφορές και μάλιστα να επεκταθεί και σε κάθε είδους οικονομική διάφορα με το δημόσιο.

Τούτο έχει αξία για σωρευμένες οφειλές και πρόστιμα για τα οποία δεν μπορεί να κανείς να αμυνθεί σε άλλη περίπτωση ειδικά αν χάσει την σκόπιμα πολύ συντομία προθεσμία προσφυγής.

2. Σε αυτή την περίπτωση ερχόμαστε στο δεύτερο μέσο άμυνας το οποίο θα έπρεπε να είχε προβλεφτεί που είναι η αρνητική αναγνωριστική αγωγή.

Μέσω αυτής θα μπορούσε, τουλάχιστον σε επίπεδο αμύνης, άλλα και προληπτικά, γιατί όχι, ο οφειλέτης να αποκρούσει σε ένα δικόγραφο τις ποικίλες πλέον χρεώσεις του απ το δημόσιο ( ΔΟΥ, ταμεία, κλπ) με ειδική αιτιολόγηση για το καθένα.

Ειρήσθω  εν παρόδω ότι δεν έχει έως σήμερα τεθεί ως θέμα συνταγματικότητας το άθροισμα ετήσιων φόρων/τελών/εισφορών, με συνεπεία φόροι να κρίνονται μεν συνταγματικοί ξεχωριστά, άλλα όχι ως άθροισμα σε ετήσια βάση, σε συνάρτηση πάντα με το αντίστοιχο εισόδημα.

Ούτε αυτή η δυνατότητα υπάρχει σήμερα, πάρα μόνο με μεγάλο δικονομικό ρίσκο.

Με άλλα λόγια η δικονομία μέχρι σήμερα έχει τεράστια κενά και στρεβλώσεις που και δεν επιτρέπουν στον πολίτη να διεκδικήσει αξιώσεις, ειδικά αν προσθέσουμε παράβολα και άλλες προϋποθέσεις παραδεκτού, και να αμυνθεί συνολικά έναντι των καταλογιζομένων πράξεων και υποχρεώσεων που του επιδικάζει το δημόσιο.

Ούτε καν να δείξει τη συνολική εικόνα της επιβάρυνσης του! Μέχρι σήμερα κάθε βάρος μετρούταν ξεχωριστά, και ουδέποτε κανείς δεν έχει την πλήρη συνολική εικόνα του πόσα πληρώνει.

Σε κάθε περίπτωση,  η υπάρχουσα διαδικασία με την μονοκρατορία της προσφυγής προκαλεί τρομακτική καθυστέρηση στην εκδίκαση των υποθέσεων και είναι από μόνη της κορυφαίος λόγος αργοπορίας έκδοσης αποφάσεων.

Εδώ λοιπόν θα κάνουμε μνεία του Κώστα Μπέη ο όποιος έγραφε δεκαετίες μάλιστα πριν:

Α. «Σε μια τέτοια περίπτωση (και οχι μόνο) η μόνη θεμιτή διέξοδος είναι η εναντίωση του οφειλέτη με αρνητική αναγνωριστική αγωγή ενώπιον του λόγω ποσού αρμόδιου πρωτοβάθμιου τακτικού διοικητικού δικαστηρίου, με παράλληλη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, υπο τη μορφή της αναστολής της εκτελεστότητας αυτών των εγγράφων, ως εκτελεστών τίτλων κατά το άρθρο 2 § 2 ΚΕΔΕ, δίχως φυσικά τους ανήθικους περιορισμούς του άρθρου 12 ν. 1867/1989.

Κι αν τυχόν ο κώδικας διοικητικής δικονομίας δεν προβλέπει την παραδεκτή άσκηση τέτοιας αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, τότε έπρεπε να είναι φανερό για καθέναν που καλλιεργεί το δίκαιο, δίχως παρωπίδες, ότι οι υπερνομοθετικοί κανόνες για δραστική δικαστική ακρόαση και προστασία, στο πλαίσιο δίκαιης δίκης (Σ 20 § 1, ευρΣΔΑ 6 § 1 και ΔιΣΑΠοΔ 14 § 1) υπερισχύουν οποιασδήποτε ηθελημένης ή ανεπίγνωτης, καλοπροαίρετης ή εσκεμμένης παράλειψης του κώδικα διοικητικής δικονομίας.

MΠΕΗΣ: Η ανακοπή προς ακύρωση του νόμιμου τίτλου της διοικητικής εκτέλεσης μετά τον ΚΔιοικΔ – Αίτηση ακύρωσης και παράλληλη προσφυγή.

Β. Με την ανακοπή του άρθρου 73 ΚΕΔΕ είναι απαράδεκτη η προβολή αντιρρήσεων προς ακύρωση της επισπευδόμενης διοικητικής εκτέλεσης, όταν με τις αντιρρήσεις τούτες αμφισβητείται η βασιμότητα της απαίτησης του δημοσίου.

Φυσικά, μετά τις διευκρινίσεις που προηγήθηκαν, ανακύπτει συγκλονιστικό το πελώριο πρόβλημα: αφού, με εξαίρεση τις φορολογικές διαφορές, αλλά και πάλι μόνο για το 80 % του αμφισβητούμενου φόρου, η προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα, ο καθού η διοικητική εκτέλεση οφειλέτης δεσμεύεται από το άρθρο 73 ΚΕΔΕ να υποστεί αδιαμαρτυρήτως την αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται εναντίον του, δίχως να έχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί το αβάσιμο της εκτελούμενης απαίτησης που μονομερώς διέπλασε κάποιο όργανο του δημοσίου;

Είναι φανερό οτι η ενδεχόμενη καταφατική απάντηση στο ερώτημα τούτο δυναμιτίζει το εγγυημένο από το σύνταγμα σύστημα δικαστικής ακρόασης και προστασίας πρόρριζα.

Αλίμονο, αν η νομοθετικώς οριζόμενη έλλειψη ανασταλτικού αποτελέσματος της προσφυγής μετέβαλλε τον καθού η διοικητική εκτέλεση οφειλέτη σε αιχμάλωτο – έτσι που να είναι υποχρεωμένος να υποστεί την εκτέλεση, να αναμένει με χρόνια και καιρούς την εκδίκαση της προσφυγής του, και στη συνέχεια να μην έχει δυνατότητα να αποκτήσει εκ νέου την περιουσία που δίχως νόμιμη αιτία του πλειστηρίασε το δημόσιο.

Ούτε καν την απόδοση όσων αθεμίτως εισέπραξε το δημόσιο να μην μπορεί να επιτύχει, αφού δεν χωρεί αναγκαστική κατάσχεση κατά του δημοσίου .

Οδυνηρότερη γελοιοποίηση της συνταγματικής κατοχύρωσης του δικαιώματος για δικαστική ακρόαση και προστασία δε φαίνεται πως μπορεί να υπάρχει.

ΜΠΕΗΣ : Αναζήτηση δικαστικής προστασίας στις σχέσεις με το δημόσιο τομέα: Απαράδεκτο αμφισβήτησης του χρέους προς το δημόσιο διαμέσου της ανακοπής του 73 ΚΕΔΕ

Να προσθέσουμε εδω οτι ειδικά στη σημερινή συγκυρία προφανώς λογω της υπερφορολόγησης και πολυνομίας των μνημονίων έχουν δημιουργηθεί στρατιές οφειλετών στο δημόσιο, κατά κανόνα μέσω οριζόντιας και αντισυνταγματικής φορολογίας.

Όλοι αυτοί κάποια στιγμή πρέπει να ξεκαθαρίσουν και να ελαφρυνθούν οριστικά, προκειμένου να ανακάμψει η χώρα και οι επιχειρήσεις της.

Κι αν οι δανειστές βάζουν αδικαιολόγητα εμπόδια («Οι δανειστές ζήτησαν ευθέως, ο μηχανισμός ρύθμισης οφειλών  να ισχύει μόνο για τις μεγάλες επιχειρήσεις και να εξαιρεθούν οι μικρές, πολύ μικρές επιχειρήσεις και οι ελεύθεροι επαγγελματίες), η τροποποίηση του ΚΔΔ θα μπορούσε να βοηθήσει τα μαλα, μαζί με γενναίες νομολογίες στην απεμπλοκή χιλιάδων αδίκως οφειλετών αλλά και την εκκαθάριση των δικαστηρίων από χιλιάδες υποθέσεις δευτερεύουσας σημασίας.

Εάν εξορθολογιστεί η φορολογία και τα δημόσια βάρη στη χώρα επί το δικαιότερο βέβαια, θα μειωθεί δραματικά ο αριθμός των προσφευγόντων στα δικαστήρια. Τόσο άπλα.

Ας μην πειράζουμε λοιπόν άδικα έναν μέχρι τώρα σχετικά απλό κώδικα δικονομίας, εάν δεν είναι να υποκαταστήσουμε πραγματικά καλύτερο και χρήσιμο στους πολίτες.

* Ο κ. Κωνσταντίνος Παπακασόλας είναι δικηγόρος Αθηνών 

http://www.capital.gr/story/3168236

Advertisements