Οι ακροβολισμένοι οργανισμοί του δημόσιου και τα δημόσια βάρη τους


Οι ακροβολισμένοι οργανισμοί του δημόσιου και τα δημόσια βάρη τους

Οι ακροβολισμένοι οργανισμοί του δημόσιου και τα δημόσια βάρη τουςΤου Κωνσταντίνου Παπακασόλα 

Όπως είναι γνωστό οι Έλληνες συνεισφέρουν στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους (άρθρο 4.5 Συν.).

Όπως είναι επίσης γνωστό το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται από  το κράτος. Ούτε και από τα δικαστήρια, στο βαθμό που νομιμοποιήθηκαν ως συνταγματικοί φόροι επί μηδενικών ή ανεπαρκών εισοδημάτων προς διαβίωση. Υπό την έννοια ότι με τεκμήρια και οριζόντιους φόρους τα βάρη επιμερίζονται στους πολλούς και οι έχοντες μέσω  ευνοιοκρατίας, κακονομίας, διαφθοράς, φοροδιαφυγής κλπ γλυτώνουν.

1. Πέρα από το κεντρικό στενό κράτος, που  εκφράζεται ζητώντας μας τακτικούς φόρους (εισοδήματος, ακίνητων, αυτοκίνητων, επιτηδεύματος κλπ κλπ), ασφαλιστικές εισφορές και πόρους υπέρ τρίτων, υπάρχουν κι άλλοι, στους οποίους ο πολίτης συνεχίζει να είναι υπόχρεος να πληρώνει «βάρη» όπως ΟΤΑ, ΝΠΔΔ & ΝΠΙΔ.

Στην ουσία είναι κι αυτά κράτος, με δική τους αυτοτέλεια, η οποία όμως από τη μια συγγενεύει με το κυρίως ειπείν κράτος και από την άλλη αποκλίνει, λόγω της αυτοτέλειας τους. Συνήθως εις βάρος του φορολογούμενου.

Ένα παράδειγμα είναι οι δήμοι και τα δημοτικά τους τέλη που κατά κανόνα ταυτίζονται με τα τέλη ύδρευσης κλπ και τα επαγγελματικά επιμελητήρια τα οποία αξιώνουν και αυτά διάφορες συνδρομές κλπ για τα μέλη τους.

Ένα κλισέ που έχει κυριαρχήσει σε αυτούς τους θεσμούς για να δικαιολογεί και να εξειδικεύει την ύπαρξη οικονομικών βαρών που επιβάλλουν στα εξαρτημένα μέλη τους είναι η κακοποιημένη έννοια της ανταποδοτικότητας. Ό,τι δηλαδή, μου δίνεις και σου δίνω. Λεφτά εσύ, υπηρεσίες εγώ.

Βέβαια όλοι ξέρουμε ότι το επίπεδο δημοσίων υπηρεσιών στην Ελλάδα είναι τρομερά υποβαθμισμένο σε σχέση με τις παροχές στους πολίτες.

Απ’ την άλλη  υποκρύπτεται πίσω από τη διαχείριση των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ το ίδιο πρόβλημα που υπάρχει και στο δημόσιο όσον αφορά το ανέλεγκτο των δαπανών, με συνέπεια να μην υπάρχει όριο και μέθοδος στα βάρη που επιβάλλουν στους πολίτες.

Ενώ ΟΤΑ και ΝΠΔΔ είναι και αυτά στην ουσία κράτος, διαφεύγουν κατά τον τρόπο υπολογισμού και επιβολής των φόρων που επιβάλλουν στους δημότες/μέλη τους της κυριότερες συνταγματικής αρχής:

Δεν τους επιβάλλουν να πληρώνουν κατά τις δυνάμεις τους και δεν συνυπολογίζονται τα βάρη τους με την τακτική φορολογία και εισφορές.

Εφόσον ΟΤΑ και ΝΠΔΔ είναι κράτος, τότε, τόσο τα δημοτικά τέλη όσο και  οι ετήσιες συνδρομές, ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΩΣ ΜΕΝ έχουν ανταποδοτικό χαρακτήρα, ΠΡΩΤΕΥΟΝΤΩΣ ΟΜΩΣ είναι ΔΗΜΟΣΙΑ ΒΑΡΗ!

Επομένως θα έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη κατά τον επιμερισμό τους το εισόδημα και η περιουσία των υπόχρεων, αλλά και όσα ήδη πληρώνουν σε φόρο εισοδήματος και ασφαλιστικές εισφορές.

Είναι παντελώς αυτονόητο αλλά δεν συμβαίνει.

Δηλαδή τα δημοτικά τέλη που χρειάζεται ο Χ δήμος ως έσοδα για τη λειτουργία του είναι δημόσιο βάρος, που φέρουν την υποχρέωση να πληρώσουν οι δημότες του και οι ετήσιες συνδρομές επιμελητηρίων κλπ είναι δημόσιο βάρος που την υποχρέωση για τη λειτουργία του φέρουν τα μέλη τους.

Έχουν όλοι οι δημότες ή τα μέλη ενός επιμελητηρίου την ίδια οικονομική δυνατότητα; Όχι.

Επομένως έπρεπε να υπάρχουν διακριτές κλίμακες τελών και συνδρόμων. Πράγμα που δεν πολυσυμβαίνει.

Είτε όπως η  τακτική φορολογία με συντελεστές, είτε  αναδρομικά, δηλαδή, με την παροχή δυνατότητας στον πολίτη να ανταποδείξει με τα εκκαθαριστικά κλπ ότι έχει εξαντλήσει την φοροδοτική του υποχρέωση (πχ έπεσε κάτω ορίου φτώχειας) και άρα να ζητήσει την απομείωση των βαρών του.

2. Στο παράδειγμα των δημοτικών τελών οι περισσότεροι δήμοι, στα τέλη ύδρευσης υπολογίζουν τη χρέωση επί κυβικών κατανάλωσης μόνο. Χωρίς να ακολουθεί έπειτα κάποιος εισοδηματικός συντελεστής που θα εξορθολογήσει την κατανομή του βάρους.

Τούτο μάλιστα ενώ για το ελληνικό κράτος το νερό είναι δημόσιο αγαθό (και καλώς) και σύμφωνα με Κοινή Υπουργική Απόφαση(1991) ο προσδιορισμός κατωτέρων και ανωτάτων ορίων αναγκαίων ποσοτήτων νερού στην ύδρευση κατ’ άτομο ανά ημέρα προσδιορίσθηκε ως μέσος όρος τα 394 κιλά ή λίτρα.

Ορισμένοι δήμοι (προς τιμήν τους) απαλλάσσουν ολικά από δημοτικά τέλη (ύδρευσης) ορισμένες εισοδηματικές κατηγορίες πολιτών ή το κάνουν αναδρομικά, η πλειοψηφία όμως εφαρμόζει οριζόντιες και ιδιαιτέρα υψηλές χρεώσεις χωρίς εισοδηματικά κριτήρια.

Τούτο πρέπει ασφαλώς να αλλάξει και να γίνουν τα πράγματα απλούστερα και δικαιότερα, καθώς η εισοδηματική πολιτική των δήμων είναι απαράδεκτο να γίνεται επί τη εκμεταλλεύσει ενός  αναγκαίου αγαθού.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να υπάρξει αναθεώρηση του υπάρχοντος πλαισίου χρεώσεων από το επιβλέπον όργανο, δηλαδή τις Περιφέρειες ή την Κεντρική διοίκηση. Και η βασική ποσότητα νερού ανά νοικοκυριό, όπως προβλέπεται κάθε φορά πρέπει να παρέχεται έναντι μιας απολύτως χαμηλής χρεώσεως.

3. Στο επίπεδο των ΝΠΔΔ τώρα, ένα κάλο παράδειγμα είναι τα επαγγελματικά επιμελητήρια και οι εισφορές των μελών τους, που διασφαλίζουν την λειτουργία και τα πάγια τους ( δηλαδή προσωπικό, δαπάνες κλπ).

Στο ΤΕΕ η ετήσια συνδρομή καθορίζεται ανάλογα με τα χρόνια εργασίας αλλά υπάρχει διάκριση των εργοληπτικών εταιριών οι οποίες ανάλογα με την κατηγορία φτάνουν να πληρώνουν στην 7η  6.000,00 ευρώ και μόλις 55 ευρώ στην Α1.

Στις συνδρομές των δικηγόρων, όπου υπάρχουν, υπάρχει συνήθως ανάλογη κατάταξη ανάλογα με τα έτη δικηγορίας, αλλά απουσιάζει η διάκριση των εταιριών, που λογικά θα αφορούσε μεγάλα δικηγορικά γραφεία και εταιρίες, λογικά βάσει του τζίρου ή των γραμμάτιων προείσπραξης. Το ΤΕΕ έχει λοιπόν δικαιότερο σύστημα.

Προς το παρόν δεν χρησιμοποιούνται εκκαθαριστικά αλλά ως τεκμήρια προσδιορισμού τα έτη επαγγελματικής δράσης και το εταιρικό μέγεθος.

Πρέπει λοιπόν να αντικατασταθεί σε όλα τα ΝΠΔΔ και ΟΤΑ το σύστημα υπολογισμού της συνεισφοράς δημοτών και μελών ανάλογα με το φορολογητέο εισόδημα, άνευ τεκμηρίων  για τα βάρη που επιμερίζουν.

Σε κάθε περίπτωση παραμένει το ζήτημα της κατόπιν εορτής αναπροσαρμογής των οικονομικών βαρών των υπερφορολογημένων.

Αυτό είναι μια πρακτική που έως ώρας ακολουθούν μόνο ορισμένοι δήμοι, και ορθώς πράττουν.

Είναι λάθος ότι το κράτος ΔΕΝ ασκεί, ενώ θα όφειλε, πολιτική ενιαίων κανόνων και χρεώσεων λοιπόν σε επίπεδο συνδρόμων και τελών σε ΟΤΑ και ΝΠΔΔ. Από τα δημοτικά τέλη μέχρι τα διάσπαρτα Τ.Ο.Ε.Β., Ε.Λ.ΓΑ. Αγροτικές ενώσεις, κλπ κάθε οργανισμό με αυτοτέλεια.

Ακριβώς όπως και δεκάδες οργανισμοί ΝΠΔΔ και ΝΠΙΔ ακολουθούσαν δικό τους μισθολόγιο και αρνιόντουσαν να απογραφούν και να το αλλάξουν!

4. Ασφαλώς το κύριο πρόβλημα δεν είναι τα ΝΠΔΔ και οι ΟΤΑ, αλλά το κράτος με την δική του βασική φορολογία που ανέρχεται στο 90% της συνολικής επιβάρυνσης του πολίτη.

Και αφού τον απομυζεί και τον υπερχρεώνει ακολούθως απαιτεί να είναι συνεπής και στις προσθετές υποχρεώσεις του προς ΝΠΔΔ και ΟΤΑ. Πράγμα που ασφαλώς δεν είναι δυνατό, καθώς ουδείς μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα με συνέπεια οι έξτρα αυτές υποχρεώσεις να είναι δύσκολο να εξυπηρετηθούν.

Γι’ αυτό ΔΕΗ, δήμοι, και πλήθος δημόσιων υπηρεσιών έχουν ανείσπρακτες οφειλές καθώς εξακολουθούν να έχουν οριζόντιες και άδικα κατανεμημένες χρεώσεις όπως ακριβώς και το κεντρικό κράτος.

Την ίδια σκοπιμότητα, δηλαδή του εξορθολογισμού του φορολογικού βάρους εξυπηρετεί και ο νόμος Κατσέλη μέσω της ρύθμισης /διαγραφής των δημόσιων βαρών στο βαθμό που αυτά υπερέβησαν την πραγματική φοροδοτική ικανότητα πολίτη σε μια δεδομένη περίοδο.

Βλέπουμε λοιπόν ότι το δημόσιο προκειμένου να εξασφαλίσει έσοδα για τη λειτουργία του, πρώτα παίρνει το σαμάρι και μετά το γάιδαρο.

Υπολογίζει πχ ότι χρειάζεται για τη λειτουργία ενός φορέα πχ 10 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο, και ακολούθως απλά το επιμερίζει οριζόντια σε όλα τα υποκείμενα του φορέα, χωρίς εισοδηματικά κριτήρια.

5. Συνέπεια είναι ειδικά μέσα στην κρίση η πλειοψηφία των πολιτών (βλ. φαινόμενο ΟΑΕΕ όπου σχεδόν οι μισοί αδυνατούσαν να πληρώσουν) να γίνονται οφειλέτες κατά κανόνα αχρεωστήτως, λόγω συνειδητής παράβλεψης των εισοδηματικών τους δυνατοτήτων.

Στη συνεχεία αποκτούν αρνητική περιουσία, δηλαδή το μέγεθος των οφειλών τους σε ποικίλους τομείς του δημοσίου να υπερβαίνει το ύψος της περιουσίας τους, όπερ εξοργιστικό το λιγότερο.

Έχει προηγηθεί η βίαιη προσγείωση του βιοτικού τους επίπεδου με αναγκαστική απαλλοτρίωση του εισοδήματος τους μέσω φορολογικών, ασφαλιστικών «ενημεροτήτων» και κατασχέσεων από επιστροφές φόρου μέχρι τραπεζικούς λογαριασμούς.

Εδώ λοιπόν είναι η ευθύνη της δικαστικής εξουσίας, ό,τι και να αποδίδουμε στους κακούς πολιτικούς και στην κακή Τρόικα, οι δικαστές έχουν βάλει τη σφραγίδα τους σε όσα συντελούνται εις βάρος των Ελλήνων πολιτών (βλ. αποφάσεις για ΕΕΤΗΔΕ, τέλος επιτηδεύματος κλπ).

6. Αναγκαίο να προστεθεί εδώ ότι και τα πάσης φύσεως πρόστιμα και παράβολα που το κράτος επιβάλλει για ποικίλες αιτίες από πολεοδομικές μέχρι φορολογικές είναι αμφιλεγόμενης νομιμότητας.

Η βάση υπολογισμού τους και το τελικό ύψος τους α) είναι ασύνδετα με την φοροδοτική ικανότητα πολλών πολιτών, β) παραμένουν ίδια με την προ κρίσης εποχή και γ) είναι σχετικά μόνο με τα εισοδήματα των ανωτέρων στρωμάτων (του 20%).

Οπότε κακώς δεν έχουν ταξινομηθεί και αυτά σε επιμέρους κατηγορίες αναλόγως της δυνατότητας εκάστου.

7. Ειδικά, οι ελεύθεροι επαγγελματίες υφίστανται βάναυση κακοποίηση.

Κάθε ελεύθερος επαγγελματίας, ακόμη και δεν εισπράξει ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΕΥΡΩ, μόνο και μόνο επειδή υπάρχει και αναπνέει, θα πληρώσει σε δημόσια βάρη: 650 ευρώ τέλος επιτηδεύματος, 1000 ευρώ φόρο με βάση τεκμήριο διαβίωσης, 1000 ευρώ προκαταβολή φόρου (100%) για το επόμενο έτος, 3000 υποχρεωτικές ασφαλιστικές εισφορές. Σύνολο: 5.650 ευρώ (περίπου) δημόσια βάση για 0 ευρώ είσπραξη.

Όλα τα ανωτέρω δεν ισχύουν για τους μισθωτούς.

Κι όλα αυτά για να «πιαστεί» ένα ποσοστό που ίσως φοροδιαφεύγει, ΕΝ ΓΝΩΣΕΙ ΟΜΩΣ ότι θα εξαθλιωθεί και υπερχρεωθεί η πλειοψηφία των υπολοίπων.

Αν προσθέσουμε λοιπόν εδώ υποχρεώσεις προς δημοτικά τέλη και επαγγελματικά επιμελητήρια χάνεται ο λογαριασμός.

Χωρίς να διαθέτεις ούτε αυτοκίνητο, ούτε ακίνητο. Μηδέ ρόδα, μηδέ κεραμίδι. Αυτά συνιστούν κατάφωρη παραβίαση του δικαιώματος στην εργασία και στην επαγγελματική ελευθερία, την αναλογική συνεισφορά στα βάρη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Και συνέπεια, η απόκτηση αρνητικής περιουσίας μέσα σε λίγα έτη.

Κι ερχόμαστε μετά με το νόμο Κατσέλη, τον εξωδικαστικό συμβιβασμό κλπ να διαγράψουμε τις κατά κανόνα αντισυνταγματικές χρεώσεις που τους επιβάλλαμε, αφού τους καταταλαιπωρήσαμε κι εξαθλιώσαμε για 7 συνεχόμενα έτη.

Με αφορμή το νόμο Κατσέλη έγινε αισθητή η συνολική πολυεπίπεδη φορολόγηση καθώς με την ένταξη των οφειλών του δημοσίου, ο οφειλέτης φέρνει καταστάσεις οφειλών από άπειρους φορείς του κράτους.

Το αστείο είναι ότι χρειάστηκε ειδική ρύθμιση για τις διαγραφές οφειλών στο δημόσιο, ώστε να μη θεωρηθεί ποινικό αδίκημα η πράξη διαγραφής των φόρων.

Πότε θα θεσπιστεί ως ποινικό αδίκημα όμως η επιβολή φόρων και εισφορών που θα είναι δυσανάλογα των εισοδημάτων του πολίτη;

* Ο κ. Κωνσταντίνος Παπακασόλας είναι δικηγόρος Αθηνών 

http://www.capital.gr/me-apopsi/3184889/oi-akrobolismenoi-organismoi-tou-dimosiou-kai-ta-dimosia-bari-tous

Advertisements