ΣΤΕ 1880/2016 [απαλλοτριωση ακινητου εντος σχεδιου και εντος αρχαιολογικου χωρου και αποζημιωση για στερηση χρησης]


ΣΤΕ 1880/2016 [ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΕΝΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ ΚΑΙ ΕΝΤΟΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΓΙΑ ΣΤΕΡΗΣΗ ΧΡΗΣΗΣ]

Περίληψη

-Κατά την έννοια των διατάξεων, οι οποίες περιέχουν ολοκληρωμένο πλέγμα ρυθμίσεων για το θέμα της αποζημίωσης του ιδιοκτήτη ακινήτου, επί του οποίου επιβάλλονται μέτρα περιοριστικά της ιδιοκτησίας με σκοπό την προστασία των στοιχείων του πολιτιστικού περιβάλλοντος, για τη διεκδίκηση της αποζημίωσης με βάση τις διατάξεις αυτές απαιτείται η υποβολή σχετικού αιτήματος του ενδιαφερόμενου ιδιοκτήτη, για το οποίο αποφαίνεται ο Υπουργός Πολιτισμού με πράξη εκδιδόμενη ύστερα από γνώμη της οικείας επιτροπής, η απόφαση δε του Υπουργού Πολιτισμού, με την οποία ολοκληρώνεται η διαδικασία αυτή, αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία υπόκειται σε αίτηση ακυρώσεως, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται άλλο ένδικο βοήθημα κατ’ αυτής. Εφόσον δε με τις διατάξεις αυτές αναγνωρίζεται πλέον ρητώς δικαίωμα προς αποζημίωση λόγω επιβολής περιορισμών στην ιδιοκτησία για την προστασία πολιτιστικών στοιχείων και θεσπίζεται σχετική διαδικασία, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να ασκήσει το δικαίωμά του με την τήρηση της διαδικασίας αυτής και δεν δικαιούται, πλέον, να ασκήσει αγωγή ερειδόμενη ευθέως στο άρθρο 24 παρ. 6 του Συντάγματος, δεδομένου ότι με τις ανωτέρω ρυθμίσεις εξέλιπε το νομοθετικό κενό, για την κάλυψη του οποίου είχε γίνει δεκτή η δυνατότητα ευθείας αγωγής για αποζημίωση. Σε περίπτωση δε που τα αιτήματα αυτά αφορούν τόσο τον παρόντα όσο και τον διαδραμόντα χρόνο, δεν αποκλείεται να υποβληθούν και από κοινού. Είναι δε άλλο το ζήτημα της δυνατότητας του θιγομένου ιδιοκτήτη να ασκήσει, αντί της αιτήσεως ακυρώσεως ή μετά την ακύρωση της πράξης αυτής, αγωγή αποζημιώσεως κατ’ επίκληση του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ισχυριζόμενος ότι η εκδιδόμενη επί της αιτήσεώς του εκτελεστή διοικητική πράξη, που δέχεται μόνον εν μέρει ή απορρίπτει την αίτηση αυτή, είναι παράνομη και ζημιογόνος για τον ίδιο.

-Επειδή, η ιδιοκτησία των αιτούντων ευρίσκεται εντός σχεδίου και εκτός περιοχής που κηρύχθηκε αρχαιολογικός χώρος. Συνεπώς, ενόψει των εκτεθέντων ανωτέρω στη σκέψη 6, η παράλειψη της Διοίκησης να αποφανθεί επί αμφοτέρων των αιτημάτων των αιτούντων, που αφορούν, αφενός μεν την κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας τους, αφετέρου δε τον καθορισμό αποζημίωσης για τη στέρηση χρήσης της από 1.1.1985 έως 20.8.2010 στο ποσό των 9.731.850 ευρώ, καθώς και για την κατά το μέλλον, για κάθε μήνα, στέρηση της εν λόγω ιδιοκτησίας, μέχρι τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσής της, παρίσται μη νόμιμη και πρέπει κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, να ακυρωθεί. Η δε υπόθεση αναπέμπεται στη Διοίκηση, προκειμένου αυτή να αποφανθεί επί της εν λόγω αυξήσεως.

Πρόεδρος: Αθ. Ράντος
Εισηγητής:
Χρ. Λιάκουρας

Βασικές σκέψεις

  1. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η ακύρωση της σιωπηρής απόρριψης από τη Διοίκηση της από 25.8.2010 αίτησης των αιτούντων, με την οποία ζητούσαν α) την κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ιδιοκτησίας τους έκτασης 7.291,44τ.μ. που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου στο Πυθαγόρειο της Σάμου και β) την έκδοση, κατά τις παραγράφους 1 έως 5 του άρθρου 19 ν. 3028/2002, απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού περί καθορισμού αποζημίωσης για τη στέρηση χρήσης της ανωτέρω ιδιοκτησίας τους για το χρονικό διάστημα από 1.1.1985 έως 20.8.2010, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 9.731.850 ευρώ, καθώς και για το μέλλον και, συγκεκριμένα, για κάθε μήνα στέρησης χρήσης της εν λόγω ιδιοκτησίας και μέχρι τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσής της.
  2. Επειδή, η υπόθεση συζητείται στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος μετά από την παραπομπή της με την 578/2016 απόφαση της πενταμελούς σύνθεσης λόγω σπουδαιότητας.
  3. Επειδή, το άρθρο 24 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, προβλέπει στην παρ. 1 ότι «Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας …» και στην παρ. 6 ότι «Τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος. Νόμος θα ορίσει τα αναγκαία για την πραγματοποίηση της προστασίας αυτής περιοριστικά μέτρα της ιδιοκτησίας, καθώς και τον τρόπο και το είδος της αποζημίωσης των ιδιοκτητών». Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται η προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος, δηλαδή των μνημείων και λοιπών στοιχείων που προέρχονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα και συνθέτουν την ιστορική, καλλιτεχνική, τεχνολογική και εν γένει πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας. Η προστασία αυτή περιλαμβάνει αφενός μεν τη διατήρηση στο διηνεκές των εν λόγω πολιτιστικών στοιχείων, αφ’ ετέρου δε τη δυνατότητα επιβολής γενικών περιορισμών ή ιδιαίτερων μέτρων για την αποφυγή οποιασδήποτε βλάβης, αλλοίωσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος τα μνημεία χώρου. Οι περιορισμοί αυτοί, που ερείδονται αποκλειστικά στο άρθρο 24 του Συντάγματος και μπορούν, κατ’ αρχήν, να έχουν ευρύτερο περιεχόμενο από τους γενικούς περιορισμούς της ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, δημιουργούν υποχρέωση αποζημίωσης του θιγόμενου ιδιοκτήτη κατά το άρθρο 24 παρ. 6 του Συντάγματος, όταν δεσμεύουν ουσιωδώς την ιδιοκτησία κατά τον προορισμό της χάριν της προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Και ναι μεν προβλέπεται από την τελευταία συνταγματική διάταξη ή έκδοση ειδικού νόμου, ο οποίος θα καθορίσει, μεταξύ άλλων, τον τρόπο και το είδος της αποζημίωσης, που μπορεί να διαφέρει από τα οριζόμενα στο άρθρο 17 του Συντάγματος, αλλά, και όταν δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, γεννάται ευθεία από το Σύνταγμα υποχρέωση της Διοίκησης να εξασφαλίζει διηνεκώς την προστασία του μνημείου και, παραλλήλως, να αποζημιώνει τον πληττόμενο ιδιοκτήτη. Πράγματι, το άρθρο 24 παρ. 6 του Συντάγματος καθορίζει τόσο την ανάγκη της χωρίς χρονικούς περιορισμούς προστασίας του εννόμου αγαθού του πολιτιστικού περιβάλλοντος, όσο και την αποζημίωση ως αντιστάθμισμα της επερχόμενης βλάβης στον ιδιοκτήτη, καταλείποντας στον κοινό νομοθέτη την ευχέρεια να προσδιορίσει τη διοικητική διαδικασία καθορισμού της αποζημίωσης, υπό τον έλεγχο του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, καθώς και το είδος της αποζημίωσης, ως χρηματικής ή άλλης μορφής (ΣτΕ Ολομ. 3146/1986, 4151/2011, 323/2009, 1998/2007, 1920/2007, 1606/2007, 3009/2006, 3000/2005 ).
  4. Επειδή, περαιτέρω, η προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος οργανώνεται και εξειδικεύεται με τις διατάξεις του ν. 3028/2002 (Α΄ 153), σε εκτέλεση των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων. Στο τέταρτο τμήμα του δευτέρου κεφαλαίου του νόμου αυτού (άρθρα 18 – 19), υπό τον τίτλο «Απαλλοτριώσεις – Στέρηση χρήσεως» ορίζεται, στο άρθρο 18, ότι «1. Το Δημόσιο μπορεί να προβαίνει με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, είτε στην ολική ή τη μερική απαλλοτρίωση είτε στην απευθείας εξαγορά μνημείου ή οποιουδήποτε ακινήτου μέσα στο οποίο υπάρχουν μνημεία, καθώς και παρακείμενων ακινήτων ή μνημείων, εάν αυτό κρίνεται απαραίτητο για την προστασία των μνημείων. … 6. Η εισήγηση της Υπηρεσίας για ολική ή μερική απαλλοτρίωση ή απευθείας εξαγορά ακινήτου περιλαμβάνει την αιτιολογημένη απόρριψη άλλων λύσεων προστασίας των μνημείων … καθώς και τις βασικές κατευθύνσεις για τον τρόπο διατήρησης και ανάδειξής τους μέσα στο προς απαλλοτρίωση ακίνητο …» και στο άρθρο 19 ότι «1. Για την προστασία μνημείων … ή για τη διενέργεια ανασκαφών ο Υπουργός Πολιτισμού μπορεί να επιβάλλει προσωρινή η οριστική στέρηση ή περιορισμό της χρήσης ακινήτου. 2. Σε περίπτωση ουσιώδους προσωρινού περιορισμού ή ουσιώδους προσωρινής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης του όλου ακινήτου, καταβάλλεται αποζημίωση, η οποία υπολογίζεται με βάση τη μέση κατά  προορισμό  απόδοση  του  ακινήτου  πριν τον περιορισμό ή τη στέρηση της χρήσης, λαμβανομένης υπόψη και της ιδιότητας του ακινήτου ως μνημείου, εφόσον αυτή συντρέχει. 3. Σε περίπτωση ουσιώδους οριστικού περιορισμού ή οριστικής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης του όλου ακινήτου καταβάλλεται πλήρης αποζημίωση. Και στην περίπτωση αυτή λαμβάνεται υπόψη η ιδιότητα του ακινήτου ως μνημείου, εφόσον αυτή συντρέχει. 4. Σε περίπτωση προσωρινής στέρησης της κατά τον προορισμό χρήσης του όλου ή μέρους ακινήτου μέσα στο οποίο υπάρχουν μνημεία ή άλλων παρακείμενων ακινήτων, εάν κρίνεται απαραίτητο για την προστασία των μνημείων αυτών, κάθε θιγόμενος μπορεί να υποβάλει αίτηση για αποζημίωση, για τον προσδιορισμό της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2. 5. Σε περίπτωση ουσιώδους περιορισμού ή οριστικής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης τμήματος του ακινήτου, που απαιτείται για την προστασία του μνημείου, η αποζημίωση καταβάλλεται για το τμήμα αυτό, μόνο εάν ο περιορισμός ή η στέρηση δεν επιφέρει ουσιώδη οριστικό περιορισμό ή οριστική στέρηση της κατά προορισμό χρήσης του όλου ακινήτου, οπότε καταβάλλεται η αποζημίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 3. 6. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη επιτροπής διαπιστώνεται εάν συντρέχει περίπτωση καταβολής αποζημίωσης … Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού καθορίζεται η συγκρότηση και οι αρμοδιότητες της επιτροπής, η διαδικασία κατά την οποία γνωμοδοτεί, τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη, το είδος και ο τρόπος καταβολής της αποζημίωσης και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. 7. Σε περίπτωση κατά την οποία το ποσό που έχει ή προβλέπεται να καταβληθεί ως αποζημίωση λόγω στέρησης ή περιορισμού χρήσης ακινήτου προσεγγίζει την αξία του ακινήτου τότε αυτό κηρύσσεται απαλλοτριωτέο». Κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 6 του ως άνω άρθρου 19 εκδόθηκε η ΥΠΠΟ/ΓΝΟΣ/9130/26.2.2003 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού «Σύσταση Επιτροπής του άρθρου 19 παρ. 6 του Ν. 3028/2002» (Β΄ 229), στην παρ. 4 του άρθρου μόνου της οποίας προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα εξής : «… 4. Για την έκδοση της γνωμοδότησης της Επιτροπής λαμβάνονται υπόψη: α. Ο περιορισμός ή η στέρηση της κατά προορισμό νόμιμης χρήσης του όλου ή τμήματος ενός εκτός σχεδίου κειμένου ακινήτου, όταν είναι ουσιώδης, ήτοι όταν συνεπεία αυτού επέρχεται εκμηδένιση της εκμεταλλεύσεως του ακινήτου, ή ουσιωδώς μειούται η εκμετάλλευση, χρήση και απόδοση αυτού. β. Ο περιορισμός ή η στέρηση της κατά προορισμό νόμιμης χρήσης του όλου ή τμήματος ενός ακινήτου, όταν είναι προσωρινός, ήτοι όταν προβλέπεται να διαρκέσει μέχρι της λήξεως διενεργουμένου, ή προγραμματιζόμενου αρχαιολογικού έργου και πάντως όχι πέραν της πενταετίας σε κάθε περίπτωση. γ. Ο περιορισμός ή η στέρηση της κατά προορισμό νόμιμης χρήσης του όλου ή τμήματος ενός ακινήτου, όταν αυτός είναι οριστικός, ήτοι όταν αυτός διαρκεί πέραν της πενταετίας. Και οι δύο ως άνω περιπτώσεις τελούν υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής της παρ. 7 του άρθρου 19 του Ν. 3028/2002. …». Κατά τα αναφερόμενα δε στην εισηγητική έκθεση του νόμου, «σύμφωνα με την αρχή της αναγκαιότητας, η λύση της απαλλοτρίωσης πρέπει να τεκμηριώνεται από την Υπηρεσία ως μόνη κατάλληλη για την προστασία του μνημείου …». Περαιτέρω, στην αιτιολογική αυτή έκθεση αναφέρεται ότι αν «οι χρήστες ακινήτων υφίστανται περιορισμό ή στέρηση της χρήσης ακινήτου κατά τον προορισμό του, καταβάλλεται αποζημίωση, το ύψος της οποίας θα ποικίλλει ανάλογα με την έκθεση, την ένταση, και τη χρονική διάρκεια του περιορισμού ή της στέρησης. … Επειδή όμως ο οποιασδήποτε έκτασης, έντασης ή χρονικής διάρκειας περιορισμός ή στέρηση της χρήσης του ακινήτου δεν πρέπει να καταστεί επένδυση του ιδιοκτήτη του, με συνέπεια να εισπράξει υπό μορφή αποζημίωσης αξία μεγαλύτερη εκείνης του επιβαρυμένου ακινήτου του, η Διοίκηση προβαίνει στην απαλλοτρίωσή του εάν το ποσό που έχει καταβληθεί ή προβλέπεται ότι θα καταβληθεί ως αποζημίωση  προσεγγίζει  και  κατά  μείζονα  λόγο θα υπερβεί την αξία του …».
  5. Επειδή, κατά την έννοια των προεκτιθεμένων διατάξεων, οι οποίες περιέχουν ολοκληρωμένο πλέγμα ρυθμίσεων για το θέμα της αποζημίωσης του ιδιοκτήτη ακινήτου, επί του οποίου επιβάλλονται μέτρα περιοριστικά της ιδιοκτησίας με σκοπό την προστασία των στοιχείων του πολιτιστικού περιβάλλοντος, για τη διεκδίκηση της αποζημίωσης με βάση τις διατάξεις αυτές απαιτείται η υποβολή σχετικού αιτήματος του ενδιαφερόμενου ιδιοκτήτη, για το οποίο αποφαίνεται ο Υπουργός Πολιτισμού με πράξη εκδιδόμενη ύστερα από γνώμη της οικείας επιτροπής, η απόφαση δε του Υπουργού Πολιτισμού, με την οποία ολοκληρώνεται η διαδικασία αυτή, αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία υπόκειται σε αίτηση ακυρώσεως, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται άλλο ένδικο βοήθημα κατ’ αυτής (ΣτΕ 4641/2011). Εφόσον δε με τις διατάξεις αυτές αναγνωρίζεται πλέον ρητώς δικαίωμα προς αποζημίωση λόγω επιβολής περιορισμών στην ιδιοκτησία για την προστασία πολιτιστικών στοιχείων και θεσπίζεται σχετική διαδικασία, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να ασκήσει το δικαίωμά του με την τήρηση της διαδικασίας αυτής και δεν δικαιούται, πλέον, να ασκήσει αγωγή ερειδομένη ευθέως στο άρθρο 24 παρ. 6 του Συντάγματος, δεδομένου ότι με τις ανωτέρω ρυθμίσεις του άρθρου 19 του Ν. 3028/2002 εξέλιπε το νομοθετικό κενό, για την κάλυψη του οποίου είχε γίνει δεκτή η δυνατότητα ευθείας αγωγής για αποζημίωση, έτσι ώστε η παράλειψη του νομοθέτη να θεσπίσει διατάξεις σχετικές με την αποζημίωση ιδιοκτήτη για την επιβολή ουσιωδών περιορισμών στην ιδιοκτησία του κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, να μην οδηγεί σε αδρανοποίηση της ρητής συνταγματικής επιταγής για την καταβολή αυτής της αποζημίωσης (ΣτΕ 4627/2013 7μ., 2128/2014). Εξάλλου, μέσω της διαδικασίας αυτής, ο ενδιαφερόμενος δύναται να απαιτήσει την ικανοποίηση κάθε είδους αξιώσεών του που πηγάζουν από τους ανωτέρω συγκεκριμένους περιορισμούς της ιδιοκτησίας του, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις για την κατά το παρελθόν στέρηση χρήσης της. Στην περίπτωση δε που τα αιτήματα αυτά αφορούν τόσο τον παρόντα όσο και τον διαδραμόντα χρόνο δεν αποκλείεται να υποβληθούν και από κοινού. Είναι δε άλλο το ζήτημα της δυνατότητας του θιγομένου ιδιοκτήτη να ασκήσει, αντί της αιτήσεως ακυρώσεως ή μετά την ακύρωση της πράξης αυτής, αγωγή αποζημιώσεως κατ’ επίκληση του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ισχυριζόμενος ότι η εκδιδόμενη επί της αιτήσεώς του εκτελεστή διοικητική πράξη, που δέχεται μόνον εν μέρει ή απορρίπτει την αίτηση αυτή, είναι παράνομη και ζημιογόνος για τον ίδιο.
  6. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Η ιδιοκτησία των αιτούντων ευρίσκεται εντός περιοχής που με την Φ21/40292/1401/ 26.7.1984 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού (Β΄ 526) κηρύχθηκε αρχαιολογικός χώρος. Ο πρώτος εκ των αιτούντων υπέβαλε ενώπιον της Κ.Α. Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων την από 28.8.2003 αίτηση, με την οποία ζητούσε τη χορήγηση βεβαίωσης από πλευράς αρχαιολογικού νόμου σχετικά με τη δυνατότητα δόμησης επί του επίμαχου οικοπέδου. Επί της αιτήσεως αυτής η ανωτέρω υπηρεσία με το 7825/15.10.2003 έγγραφό της ενημέρωσε τον αιτούντα ότι η ιδιοκτησία του βρίσκεται εντός του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου του Πυθαγορείου, όπως αυτός έχει κηρυχθεί ήδη με την 11107/1963 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και συνεπώς πριν από τη χορήγηση της άδειας οικοδόμησης θα πρέπει να γίνει σωστική ανασκαφική έρευνα. Ακολούθως, οι αιτούντες με την από 22.7.2005 αίτησή τους προς την ίδια Εφορεία, ζήτησαν να κινηθεί η διαδικασία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του ακινήτου τους λόγω της θέσης του εντός αρχαιολογικού χώρου. Η Κ.Α. Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων ζήτησε από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Σάμου και την αρμόδια Δ.Ο.Υ. ενημέρωση σχετικά με την αρτιότητα και τους όρους δόμησης της επίμαχης ιδιοκτησίας καθώς και την τιμή μονάδας ανά τετραγωνικό μέτρο για τα οικόπεδα των αιτούντων που βρίσκονται εντός των Ο.Τ. 61, 62 και 63. Εξάλλου, με το 2488/28.8.2006 έγγραφό της η εν λόγω υπηρεσία πρότεινε προς το Υπουργείο Πολιτισμού την απαλλοτρίωση της ιδιοκτησίας των αιτούντων στο σύνολό της προκειμένου να ενσωματωθεί στο σημαντικό αρχαιολογικό χώρο του λόφου του Κάστρου. Κατόπιν της πρότασης αυτής, το Τμήμα Αρχαιολογικών Χώρων, Μνημείων και Αρχαιογνωστικής Έρευνας του Υπουργείου ενημέρωσε τους αιτούντες ότι πρόκειται να διενεργηθεί αυτοψία στην ιδιοκτησία τους προκειμένου να αποφασισθεί εάν θα διατηρηθεί η δέσμευσή της και θα προχωρήσεις η διαδικασία απαλλοτρίωσης ή θα αποδεσμευθεί . Λόγω της εν τω μεταξύ μη προόδου της διαδικασίας, οι αιτούντες υπέβαλαν νέα αίτηση προς τον Υπουργό Πολιτισμού την 23.12.2009, με την οποία ζητούσαν να κηρυχθεί απαλλοτριωτέο το ακίνητο τους, άλλως να αποζημιωθούν για την αδυναμία εκμετάλλευσής του. Εν συνεχεία και αφού ζητήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού επικαιροποίηση από την οικεία Δ.Ο.Υ. της τιμής μονάδας των κρίσιμων Ο.Τ., οι αιτούντες με την από 25/10/2010 αίτησή τους προς τους Υπουργούς Οικονομικών και Πολιτισμού ζήτησαν την κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας τους και την έκδοση από τον Υπουργό Πολιτισμού πράξης, κατά τις παραγράφους 1 έως 5 του άρθρου 19 ν.3028/2002, περί καθορισμού αποζημίωσης για τη στέρηση χρήσης της ανωτέρω ιδιοκτησίας τους από 1.1.1985 έως 20.8.2010, το ύψος της οποίας προσδιόρισαν στο ποσό των 9.731.850 ευρώ καθώς και τον καθορισμό αποζημίωσης για το μέλλον , για κάθε μήνα στέρησης της εν λόγω ιδιοκτησίας και μέχρι τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσής της. Κατά της σιωπηρής απόρριψης της ανωτέρω αίτησης ασκείται η υπό κρίση αίτηση. Μετά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης ακυρώσεως, επί του αιτήματος περί κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης η Κ.Α. Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων ενημέρωσε το Υπουργείο σχετικά με την έως τώρα διαδικασία, ως προς δε το δεύτερο αίτημα αναφέρει ότι θα κινηθεί η κατά νόμο διαδικασία με τη σύγκληση της ορισθείσας με την απόφαση ΥΠΠΟ/ΔΙΟΙΚ/Α3/Φ.70/100104/28.3.2008 επιτροπής του άρθρου 19 του
    ν. 3028/2002 για το νομό Σάμου. Τα ανωτέρω μνημονεύονται και στο 9812/22.8.2011 έγγραφο της εν λόγω υπηρεσίας προς τους αιτούντες, σε απάντηση της από 10.8.2011 νέας αίτησής τους, με το δε 1738/21.2.2012 έγγραφό της ίδιας υπηρεσίας απεστάλησαν στην Διεύθυνση Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων τα τοπογραφικά διαγράμματα των επίμαχων οικοδομικών τετραγώνων προκειμένου να συμπεριληφθούν στον φάκελο της υπόθεσης. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, διενεργήθηκε με έξοδα των αιτούντων δοκιμαστική ανασκαφή στα οικόπεδά τους την 21.8.2014, κατόπιν δε αυτής η αρμόδια Κ.Α. Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων διατύπωσε εκ νέου την πρότασή της περί της ανάγκης κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης αυτών. Το ζήτημα εισήχθη προς συζήτηση στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, το οποίο στην 37/11.11.2014 Συνεδρία του γνωμοδότησε υπέρ της απαλλοτρίωσης ή της απευθείας εξαγοράς του ακινήτου.
  7. Επειδή, όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα στοιχεία του φακέλου, κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί η προβλεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 19 του
    ν. 3028/2002 διαδικασία, με την απαλλοτρίωση ή την απευθείας εξαγορά του επίδικου ακινήτου. Συνεπώς, εκκρεμούσης της σχετικής διαδικασίας δεν τίθεται ζήτημα κατάργησης της δίκης λόγω της έκδοσης των νεότερων αυτών πράξεων.
  8. Επειδή, η ιδιοκτησία των αιτούντων ευρίσκεται εντός σχεδίου και εντός περιοχής που με την Φ21/40292/1401/26.7.1984 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού κηρύχθηκε αρχαιολογικός χώρος. Συνεπώς, ενόψει των εκτεθέντων ανωτέρω στη σκέψη 6, η παράλειψη της Διοίκησης να αποφανθεί επί αμφοτέρων των αιτημάτων των αιτούντων, που αφορούν, αφενός μεν την κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας τους, αφετέρου δε τον καθορισμό αποζημίωσης για τη στέρηση χρήσης της από 1.1.1985 έως 20.8.2010 στο ποσό των 9.731.850 ευρώ καθώς και για την κατά το μέλλον, για κάθε μήνα, στέρηση της εν λόγω ιδιοκτησίας, μέχρι τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσής της, παρίσταται μη νόμιμη και πρέπει, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, να ακυρωθεί. Η δε υπόθεση αναπέμπεται στη Διοίκηση, προκειμένου αυτή να αποφανθεί επί της εν λόγω αιτήσεως.

http://nomosphysis.org.gr/15188/ste-18802016-apallotriosi-akinitoy-entos-sxedioy-kai-entos-arxaiologikoy-xoroy-kai-apozimiosi-gia-sterisi-xrisis/

Advertisements