Αντώνης Καλδέλλης: η κοινωνική εμβέλεια της Ρωμαϊκής ταυτότητας στο Βυζάντιο #2


Αντώνης Καλδέλλης: η κοινωνική εμβέλεια της Ρωμαϊκής ταυτότητας στο Βυζάντιο #2

Όπως ανέφερα ήδη στην πρώτη ανάρτηση της σειράς, σε αυτήν την δεύτερη ανάρτηση θα κάνω μια παρουσίαση του άρθρου του Αντώνη Καλδέλλη The Social Scope of Roman Identity in Byzantium: An Evidence-Based Approach, το οποίο δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο βυζαντινολογικό περιοδικόΒυζαντινά Σύμμεικτα (τεύχος 27, σλδ 173-210).

Στο άρθρο αυτό, ο Καλδέλλης εξετάζει λεπτομερώς τις διαθέσιμες πηγές και κάνει έναν κριτικό έλεγχο στην θεωρία του Γιάννη Στουραΐτη (την έχω παρουσιάσει σε παλαιότερη ανάρτηση, η οποία συνοδεύτηκε με μιαωραία συνέντευξη, στην οποία ο Στουραΐτης μας έκανε το χατίρι και απάντησε σε ορισμένα ερωτήματα που του θέσαμε με τον Περτίνακα) περί μιαςκοινωνικά ρηχής ελιτιστικής ρωμαϊκής ταυτότητας, η οποία απαντούσε μόνο σε μια ολιγάριθμη ελίτ που κατοικούσε κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, και η οποία εξουσίαζε φίλαυτα και εκμεταλλευτικά (exploitatively) τις βυζαντινές επαρχίες. Σύμφωνα με το Στουραΐτη, η ρωμαϊκή ταυτότητα των επαρχιακών μαζών που βρίσκουμε στα κείμενα που έχουν γραφεί από αυτήν την ολιγάριθμη ελίτ δεν ήταν πραγματική, αλλά μια πλαστή εικόνα που προωθούσε αυτή η ελίτ προκειμένου να δικαιολογήσει το δικαίωμα αποκλειστικού ελέγχου αυτών των επαρχιακών μαζών.

[σλδ 173-4]

Ο Καλδέλλης ξεκινάει το άρθρο του με τα παρακάτω λόγια του Αγίου Αυγουστίνου, τα οποία περιγράφουν την άποψη του Αγίου για τον εκρωμαϊσμό των επαρχιακών μαζών της αυτοκρατορίας:

qui iam conoscit gentes in imperio Romano quae quid erant,

quando omnes Romani facti sunt, et omnes Romani dicuntur?

Μετάφραση:

Ποιος γνωρίζει τώρα ποια έθνη ήταν ποια κάποτε στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία,

όταν όλοι έχουν πια γίνει Ρωμαίοι, και όλοι πλέον αποκαλούνται Ρωμαίοι;

Στη συνέχεια γράφει ότι ύστερα από αιώνες αρνήσεων και υπεκφυγών(after centuries of denials and evasions), έχει επιτέλους αρχίσει ο ακαδημαϊκός διάλογος για την φύση της ρωμαϊκής ταυτότητας των Βυζαντινών. Από τη μια πλευρά είναι η εθνική προσέγγιση του Καλδέλλη, κατά την οποία οι Βυζαντινοί κατανοούσαν τη Ρωμαϊκή τους ταυτότητα ως εθνική (national), κάτι που κάνει το Βυζάντιο υποψήφιο έθνος-κράτος (nation-state). Το να είναι κάποιος Ρωμαίος καθοριζόταν από κοινά πολιτισμικά στοιχεία, όπωςγλώσσα, θρησκεία, κοινωνικές αξίες και έθιμα, δηλαδή από όλους εκείνους τους δείκτες συλλογικής ταυτότητας που προσδιόριζαν κάποιον ως μέλος του [ρωμαϊκού] «γένους/ἔθνους», και από το ότι ήταν«συμμέτοχος» (“shareholder”) στην Πολιτεία των Ρωμαίων (τα κοινάτων Ρωμαίων πράγματα ~ respublica Romana). Από την άλλη, υπάρχει η ελιτιστική προσέγγιση του Γιάννη Στουραΐτη, ο οποίος απορρίπτει την εθνική προσέγγιση του Καλδέλλη, πιστεύοντας ότι η ρωμαϊκή ταυτότητα ήταν ένα παραπλανητικό ομογενοποιητικό αφήγημα της φίλαυτης Κωνσταντινουπολιτικής ελίτ, η οποία εκμεταλλευόταν τις επαρχιακές μάζες που εξουσίαζε.

Συνεπώς, σύμφωνα με την προσέγγιση του Καλδέλλη οι Βυζαντινοί ήταν πολύ περισσότερο Ρωμαίοι απ΄όσο πιστεύαμε μέχρι τώρα ενώ, σύμφωνα με την προσέγγιση του Στουραΐτη, δεν ήταν καθόλου Ρωμαίοι, χωρίς όμως να διευκρινίζεται από αυτήν την προσέγγιση η εθνοτική ταυτότητα των ελληνόφωνων μαζών της Μέσης περιόδου.

Στη συνέχεια ο Καλδέλλης κάνει μια συνοπτική περίληψη του άρθρου, εξηγώντας ότι στο άρθρο αυτό δεν πρόκειται να διερευνήσει αν το Βυζάντιο διέθετε ή όχι τους απαραίτητους θεσμούς για την δημιουργία και συντήρηση μιας εθνικής ταυτότητας ή αν οι Βυζαντινοί διέθεταν την αίσθηση μιας ευρύτερης πατρίδας (homeland). Ο στόχος του άρθρου είναι πιο στοχευμένος στην διερεύνηση των πηγών με σκοπό να απαντηθεί το ερώτημα ποιους ακριβώς έχουν κατά νου οι βυζαντινές πηγές όταν μιλάνε για «Ῥωμαίους». Ο Καλδέλλης αρχίζει με την εξέταση των λόγιων/ελιτιστικών πηγών(κλασικίζοντες συγγραφείς του «κατεστημένου» της Κωνσταντινουπόλεως) και, στη συνέχεια, βαθμιαία απομακρύνεται από την Κων/πολη και σταδιακά εξετάζει ολοένα και «χαμηλότερα» γραμματειακά είδη(λ.χ. στρατιωτικά εγχειρίδια, αγιογραφίες γραμμένες σε «μέσο» ύφος από επαρχιώτες μοναχούς, επιγραφές ολιγογράμματων επαρχιωτών κλπ) και, τέλος, εξετάζει εκείνες τις ξένες πηγές (Άραβες, Φράγκοι μετά το 1204 κλπ) οι οποίες μας παρέχουν πληροφορίες για τη συλλογική ταυτότητα των αγράμματων ή ολιγογράμματων επαρχιακών μαζών.

Το συμπέρασμα του Καλδέλλη είναι πως όλα αυτά τα διαφορετικά γραμματειακά είδη περιγράφουν το ίδιο ακριβώς πράγμα:οι «Ῥωμαῖοι» ήταν μια εκτενής κοινότητα που αφοριζόταν μεεθνοτικά και όχι ταξικά κριτήρια. Οι «Ῥωμαῖοι» του Βυζαντίου ήταν μια εκτενής εθνοτική ομάδα, η εκτενέστερη της αυτοκρατορίας, η οποία αποτελούσε την πλειοψηφία του βυζαντινού πληθυσμού.

[σλδ 175-6]

Εδώ ο Καλδέλλης ξεκινάει γράφοντας ότι ο Στουραΐτης αναφέρει αρκετούς σύγχρονους θεωρητικούς που προσεγγίζουν τις προνεωτερικές ταυτότητες ως ελιτιστικές, αλλά δεν αναφέρει ούτε μια βυζαντινή πηγή που να δείχνει -με τρόπο αναμφίβολο ή έστω και διφορούμενο- ότι η Ρωμαϊκή ταυτότητα ήταν αποκλειστικό χαρακτηριστικό της Κωνσταντινουπολιτικής ελίτ. Στη συνέχεια αρχίζει ένα καινούριο κεφάλαιο με τίτλο “Ethnic vs. elite identities” (εθνοτικές και ελιτιστικές ταυτότητες) στο οποίο εξηγεί γιατί αναθεώρησε τις απόψεις του για την θέση της εθνοτικότητας (ethnicity) στη βυζαντινή ταυτότητα. ΣτοHellenism in Byzantium ο Καλδέλλης εξηγεί πως επικεντρώθηκε στην εξέτασημόνο της εθνικής (national) διάστασης της ρωμαϊκής ταυτότητας, προτιμώντας να μην συζητήσει την εθνοτική (ethnic) διάσταση της ρωμαϊκής ταυτότητας (όπως έκανε λ.χ. η Gill Page), επειδή εκείνη την περίοδο η άποψη που μεσουρανούσε για την εθνοτικότητα ήταν αυτή που διατύπωσαν μελετητές όπως ο Jonathan M. Hall και ο Anthony D. Smith, σύμφωνα με τους οποίους ο μύθος κοινής καταγωγής ήταν το ουκ άνευ(sine qua non) της εθνοτικότητας. Επειδή οι Βυζαντινοί δεν ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για την κατασκευή γενεαλογιών που «αποδείκνυαν» την κοινή τους καταγωγή (και την διαφορετική τους καταγωγή από τους βάρβαρους «άλλους»), ο Καλδέλλης είχε καταλήξει τότε στο συμπέρασμα ότι η εθνοτικότητα ήταν ασήμαντος παράγων στο Βυζάντιο. Όμως πιο πρόσφατα άλλαξε γνώμη επειδή αρκετοί μελετητές του φαινομένου της προνεωτερικής εθνοτικότητας (ο Καλδέλλης παραπέμπει τον αναγνώστη στο πολυσυγγραφικό έργο A Companion to Ethnicity in the Ancient Mediterranean(John Wiley & Sons, 2014), επιμ. Jeremy McInerney) έχουν προσεγγίσει εκ νέου την εθνοτικότητα με τρόπο παρόμοιο με αυτόν του Fredrik Barth, εστιάζοντας την προσοχή τους σε ένα ευρύτερο φάσμα κριτηρίων που συνεισφέρουν συναθροιστικά στην κατασκευή και συντήρηση του εθνοτικού τοιχίου (ethnic boundary), χωρίς να αναγνωρίζουν ιδιαίτερο βάρος στον μύθο κοινής καταγωγής. Με αυτήν τη νέα προσέγγιση η εθνοτικότητα γίνεται σημαντικός παράγων στο Βυζάντιο, επειδή οι Βυζαντινοί επιδεικνύουν ένα ολόκληρο φάσμα «στρατηγιών διακρίσεως» (για να δανειστώ τον τίτλοStrategies of Distinction του Walter Pohl) με το οποίο μπορούσαν να διακρίνουν τον πρότυπο πληθυσμό τους (οἱ Ῥωμαῖοι), από τους εξωτερικούς ή εσωτερικούς «άλλους».

Ύστερα από αυτήν την εισαγωγή για την εθνοτικότητα, ο Καλδέλλης γράφει στην επόμενη σελίδα πως ο στόχος του στο παρόν άρθρο δεν είναι τόσο ν΄αποδείξει ότι οι Βυζαντινοί αποτελούσαν εθνοτικότητα (κάτι τέτοιο απαιτεί εκτενή συζήτηση πάνω στην ιστορική πραγματικότητα των κριτηρίων που καθορίζουν αυτήν την εθνοτικότητα), όσο να δείξει ότι οι βυζαντινοί συγγραφείς χρησιμοποιούν το συλλογικό όρο «Ῥωμαῖοι» με εθνοτικό τρόπο, για να αναφερθούν σε μια συλλογικότητα που κατανοούν ως εθνοτική ομάδα, μια εθνοτική ομάδα που συμπερίκλειε την πλειοψηφία του Βυζαντινού πληθυσμού. Με σκούρο πράσινο έχω υπογραμμίσει ποια ήταν ακριβώς αυτή η συλλογικότητα την οποία οι Βυζαντινοί συγγραφείς κατανοούσαν ως ρωμαϊκή εθνοτική ομάδα: «όπως θα δούμε, [οι πηγές] αναφέρονται συλλογικά στον ελληνόφωνο και ορθόδοξο πληθυσμό των ελεύθερων πολιτών (όχι δούλων) της αυτοκρατορίας

[σλδ 177-8]

Σχετικά με την ταυτότητα των «μουγκών» αγράμματων ελληνόφωνων μαζών, ο Καλδέλλης δείχνει στο άρθρο ότι η λεπτομερής εξέταση όλου του φάσματος των διαθέσιμων πηγών δείχνει πως είναι «συντριπτικά πιθανό» (overwhelmingly likely) πως οι μάζες αυτές διέθεταν την ίδια εθνοτική ρωμαϊκή ταυτότητα με την ελίτ. Θα προσπαθήσω να κάνω ένα «ζύγισμα» πιθανοτήτων παρακάτω για τον 10° αιώνα.

Στη συνέχεια ο Καλδέλλης γράφει ότι μπορεί οι πηγές μας να θεωρούν ως Ρωμαίους το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θεωρούν ως Ρωμαίους όλους τους υπήκοους του Βασιλέα των Ρωμαίων. Σταθερά οι πηγές μας (βυζαντινές και αραβικές, υψηλού, μέσου και λιτού γλωσσικού ύφους) αναφέρουν διάφορους πληθυσμιακούς «άλλους» που κατοικούν εντός της Ρωμανίας, τους οποίους αποκλείουν από τη Ρωμαϊκή συλλογικότητα. Αυτή η ταξινόμηση βάσει εθνοτικών κριτηρίων κάνει την Ρωμαϊκή ταυτότητα εθνοτική.

Ο Καλδέλλης στη συνέχεια γράφει πως ο Στουραΐτης χρησιμοποιεί τον όρο «ελίτ» 104 φορές στο άρθρο του, χωρίς όμως να έχει ορίσει αυτήν την «ελίτ». Άλλοτε αναφέρεται στην «λόγια» και άλλοτε στην «άρχουσα» (διοικητική, στρατιωτική) ελίτ, θεωρώντας πως οι δύο αποτελούσαν μια ομάδα κοινής γνώμης, επειδή διέθεταν αυτή την ελιτιστική ταυτότητα που οι μάζες δεν διέθεταν. Υπάρχουν πάρα πολλά προβλήματα μ΄αυτή τη θεώρηση.

Το πρώτο είναι ότι ο ορισμός της «βυζαντινής ελίτ» είναι ένα πολύ δύσκολο θέμα, επειδή στο Βυζάντιο δεν υπήρχε κληρονομική αριστοκρατία. Στην φεουδαρχική δύση λ.χ. οι τίτλοι «κόμης» και «δουξ» κληρονομούνταν από πατέρα σε γιο, όπως και η ιδιοκτησία. Στο Βυζάντιο, όμως, οι «κόμητες» (διοικητές των βάνδων) και οι «δούκες» (γενικά στρατιωτικοί διοικητές) ήταν πολιτειακά αξιώματα που προέκυπταν από διορισμό. Οι «κόμητες, ἤγουν οἱ τῶν λεγομένων βάνδων ἄρχοντες» (Τακτικά, 4.6) διορίζονταν από τον θεματικό στρατηγό, στον οποίο η κυβέρνηση υποδείκνυε ως κριτήρια διορισμού την ικανότητα, την ανδρεία και την αφοσίωση προς τη Ρωμαϊκή μας πολιτεία (Τακτικά, 4.3: οἱ ἱκανώτατοι ἤγουν ὅσοι καὶ πιστοὶ καὶ εὐγνώμονες φαίνονται τῇ Ῥωμαϊκῇ ἡμῶν πολιτείᾳ). Κανένας Βυζαντινός που είχε διατελέσει «κόμης» ή «δουξ» δεν μπορούσε να κληροδοτήσει ως αριστοκρατικό τίτλο στους γιους του το κρατικό αξίωμα στο οποίο είχε διοριστεί. Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι η στρατιωτική ελίτ δεν είχε την ίδια μόρφωση με την λόγια ελίτ και, συνεπώς, αν ο Στουραΐτης πιστεύει ότι η Ρωμαϊκή ταυτότητα ήταν θέμα μορφώσεως, τότε πρέπει να αναρωτηθούμε κατά πόσο διέθετε Ρωμαϊκή ταυτότητα ακόμα και η στρατιωτική ελίτ που δεν είχε διαβάσει τη Ρωμαϊκή Ιστορία του Δίωνος Κασσίου. Το τρίτο πρόβλημα είναι η επικέντρωση αυτής της ελίτ στην Κωνσταντινούπολη και αυτό γιατί, όπως εξηγεί ο Καλδέλλης, η Κωνσταντινούπολη αντλούσε συνεχώς λόγιο ταλέντο και δημογραφική τόνωση από τις επαρχίες (ο Σκυλίτζης και ο Λέων Διάκονος ήταν από το θέμα Θρακησίων, ο Ατταλειάτης από την Αττάλεια, οι Χωνιάτες από τις Χώνες κλπ). Πότε και με ποιο τρόπο αυτοί οι επαρχιώτες αποκτούσαν την ελιτιστική Ρωμαϊκή ταυτότητα που υποθέτει ο Στουραΐτης και γιατί αυτό δεν συνέβη στην περίπτωση του Αρμενο-Γεωργιανού αριστοκράτη Γρηγορίου Πακουριανού;

Ο Πακουριανός βοήθησε τον Αλέξιο Κομνηνό στο πραξικόπημά του και ανταμείχθηκε με το αξίωμα του Μεγάλου Δομέστικου. Ωστόσο, ο Πακουριανός ουδέποτε εκρωμαΐστηκε συνειδησιακά και στο Τυπικόντου μοναστηρίου που ίδρυσε στη Βουλγαρία μόνο για Αρμένιους και Γεωργιανούς, απαγόρευσε ρητά την είσοδο σε Ρωμαίους μοναχούς και ιερείς, «επειδή οι Ρωμαίοι είναι άπληστοι και βίαιοι και θα επιχειρήσουν να οικειοποιηθούν το μοναστήριΟ Πακουριανός ξέρει πολύ καλά ποιοι είναι οι Ρωμαίοι (τους οποίους θεωρεί ταμαχιάρικο γένος), οι Αρμένιοι, και οι Ίβηρες/Γεωργιανοί και σίγουρα δεν γράφει σαν μέλος του Ρωμαϊκού γένους/έθνους, παρόλου που ανήκει στην στρατιωτική ελίτ του «Κομνηνέικου» κατεστημένου.

Ο Καλδέλλης αναφέρεται στο Τυπικόν του Πακουριανού στη σελίδα 194 του άρθρου και στην σελίδα 98 του Hellenism in Byzantium.

Παραθέτω και τις σελίδες 177-8 του άρθρου.

[σλδ 179-181]

Εδώ ο Καλδέλλης ξεκινάει την παρουσίαση των ελιτιστικών πηγών, για να δείξει ότι οι πηγές αυτές ήδη από τον 6ο αιώνα περιγράφουν την πλειοψηφία του επαρχιακού πληθυσμού ως Ρωμαίους. Αυτό φυσικά δεν είναι απόδειξη ότι οι πληθυσμοί αυτοί είχαν Ρωμαϊκή ταυτότητα (κάποιοι σίγουρα είχαν ρωμαϊκή συνείδηση και κάποιοι σίγουρα δεν είχαν), αλλά δείχνει ότι ο Προκόπιος και οι λοιπές ελιτιστικές πηγές δεν δείχνουν την παραμικρή τάση χρήσης κάποιας «ελιτιστικής» (κοινωνικά αποκλείουσας) Ρωμαϊκής ταυτότητας, από την οποία να αποκλείουν τις αγράμματες ή ολιγογράμματες επαρχιακές μάζες.

Οι Γήπαιδες κατέλαβαν το Σίρμιον και τις περισσότερες πόλεις της (Παραποτάμιας) Δακίας, αιχμαλωτίζοντας τους Ρωμαίους που κατοικούσαν σ΄αυτήν.

[Προκόπιος, Πόλεμοι, 7.33.8] Γήπαιδες δὲ πόλιν τε Σίρμιον καὶ Δακίας ἐκ τοῦ ἐπὶ πλεῖστον ἁπάσας καταλαβόντες ἔσχον, ἐπειδὴ τάχιστα βασιλεὺς αὐτὰς Ἰουστινιανὸς ἀφείλετο Γότθους· ἐξηνδραπόδισάν τε τοὺς ταύτῃ Ῥωμαίους, ἔτι μέντοι ἐπίπροσθεν ἀεὶ ὁδῷ ἰόντες ἐληΐζοντο βιαζόμενοι τὴνῬωμαίων ἀρχήν.

Οι «Ποντικοί» (Πόντιοι, κάτοικοι του Πόντου) ήταν οι Ρωμαίοι γείτονες των Λαζών:

[Προκόπιος, Πόλεμοι, 2.29.19] τοῦ δὲ ποταμοῦ ἐν ἀριστερᾷ Λαζικῆς μὲν τὰ ὅριά ἐστι μέχρι ἐς ἡμέρας ὁδὸν εὐζώνῳ ἀνδρὶ, ἔρημον δὲ ξυμβαίνει ἀνθρώπων τὴν χώραν εἶναι. ταύτην προσοικοῦσι Ῥωμαῖοι τὴν χώραν, οἳ Ποντικοὶ ἐπικαλοῦνται.

Σύμφωνα με τον Προκόπιο, λοιπόν, υπήρχαν εκατομμύρια Ρωμαίοι που γέμιζαν τις επαρχίες της Ρωμανίας από την Παραποτάμια Δακία μέχρι τον Πόντο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο Προκόπιος θεωρούσε όλους τους κατοίκους της Ρωμανίας ως Ρωμαίους. Αυτό μας το δείχνει ρητά όταν περιγράφει τον Παύλο που αυτομόλησε στους Πέρσες και έγινε οδηγός τους στις επιδρομές τους στη Ρωμανία. Ο Προκόπιος περιγράφει αυτόν τον Παύλο λέγοντας πως είχε ανατραφεί στη γη των Ρωμαίων και μάλιστα, σύμφωνα με ορισμένους, ήταν και εξ αρχής Ρωμαίος το γένος. Η φράση αυτή δείχνει ότι για τον Προκόπιο το να έχεις γεννηθεί και μεγαλώσει στη Ρωμανία δεν ήταν το ίδιο πράγμα με το να είσαι Ρωμαίος το γένος.

[Προκόπιος, Πόλεμοι, 2.6.23] ὁ δὲ Παῦλος οὗτος ἐτέθραπτό τε ἐν γῇ τῇῬωμαίων καὶ εἰς γραμματιστοῦ παρὰ Ἀντιοχεῦσιν ἐφοίτησεν, ἐλέγετο δὲ καὶῬωμαῖος γένος τὸ ἐξ ἀρχῆς εἶναι.

Ο Προκόπιος αναφέρεται σε όλο το γένος των Ρωμαίων που απλωνόταν σε όλες τις επαρχίες, όταν γράφει στην Απόκρυφη Ιστορία ότι κανένας άνθρωπος που ήταν Ρωμαίος δεν ξέφυγε από την κακία του Ιουστινιανού, η οποία έπληξε όλο το γένος (ἀνθρώπῳ γε ὄντι Ῥωμαίῳ ὅλῳ τῷ γένει).

[Προκόπιος, Απόκρυφη Ιστορία, 6.23] ἄνδρα δὲ τοῦτον διαφυγεῖν ἀνθρώπῳ γε ὄντι Ῥωμαίῳ τῶν πάντων οὐδενὶ ξυνηνέχθη, ἀλλ‘ ὥσπερ τι ἄλλο ἐξ οὐρανοῦ πάθος ὅλῳ τῷ γένει ἐπεισπεσὸν ἀνέπαφον οὐδένα παντελῶς εἴασε.

Στο άρθρο του Καλδέλλη θα βρείτε και άλλες τέτοιες αναφορές των ελιτιστικών πηγών σε αναρίθμητους επαρχιώτες Ρωμαίους μέχρι και τον 12° αιώνα. Δεν τις παραθέτω γιατί μπορείτε να τις βρείτε εκεί.

Ο Αγαθίας που έγραψε μια γενιά μετά τον Προκόπιο παραθέτει το εξής ενδιαφέρον χωρίο. Λέει ότι οι κάτοικοι της πόλεως των Τραλλέων (το σημερινό Αϊδίνιο) ήταν «Πελασγοί» (Λυδοί) στην καταγωγή, αλλά σήμερα πρέπει να θεωρούνται Ρωμαίοι και όχι Πελασγοί, επειδή είχαν δεχθεί αποίκους από τη Ρώμη, είχαν επανοικοδομήσει την πόλη τους με ρωμαϊκό τρόπο και είχαν υιοθετήσει την Αττική διάλεκτο της Ελληνικής. Είναι ξεκάθαρο από αυτό το χωρίο πως ο Αγαθίας δεν «χάρισε» την ρωμαϊκή ταυτότητα στους Τραλλείς ως συνέπεια κάποιαςομογενοποιητικής διαστρεβλωτικής ελιτιστικής τάσης, αλλά θεώρησε τους Τραλλείς Ρωμαίους επειδή είχαν υιοθετήσει αυτούς που ο ίδιος κατανοούσε ως εθνοτικούς ρωμαϊκούς δείκτες. Έχει ενδιαφέρον ότι ηελληνοφωνία είναι ένας από αυτούς τους εθνοτικούς ρωμαϊκούς δείκτες ήδη σε πρώιμο βυζαντινό συγγραφέα του 6ου αιώνα (νῦν οὖν οἱ ἐκείνῃ ἀστοὶ Πελασγοὶ μὲν οὐκέτι ἂν δικαίως κληθεῖεν, Ῥωμαῖοι δὲ μᾶλλον, εἰ καὶ τὰ τῆς φωνῆς ἐς τὸ ἑλληνικόν τε καὶ ἀττικώτερον μετεβάλοντο).

[Αγαθίας, 17] Αἱ γοῦν Τράλλεις ἡ πόλις, ἡ ἐν τῇ νῦν Ἀσίᾳ καλουμένῃ χώρᾳ ἀγχοῦ που τοῦ Μαιάνδρου ποταμοῦ ἱδρυμένη, τὸ μὲν παλαιὸν Πελασγῶν γέγονεν ἀποικία, ὑπὸ δὲ τοὺς Αὐγούστου Καίσαρος χρόνους ἐσείσθη τε ἅπασα καὶ ἀνετράπη, καὶ οὐδὲν αὐτῆς ὅ τι ἐσέσωστο. οὕτω δὲ τοῦ ἄστεος οἰκτρότατα κειμένου, ἄγροικόν τινά φασι τούτων δὴ τῶν γεηπόνων, Χαιρήμονα τοὔνομα,σφόδρα τὴν ψυχὴν ἁλῶναι τῷ πάθει, καὶ οὖν οὐκ ἐνεγκόντα θαυμάσιόν τι ἡλίκον καὶ ἄπιστον ἔργον ἀνύσαι. μήτε γὰρ τῆς ὁδοῦ τὸ μῆκος ἢ τῆς πρεσβείας τὸ μέγεθος κατορρωδή σαντα μήτε ὅτι μεγίστοις, ὥσπερ εἰκός, ὁμιλήσειν ἤμελλε κινδύνοις, καὶ ταῦτα ἐπ‘ ἀδήλῳ τῇ τύχῃ, μήτε τῶν οἴκοι τὴν ἐρημίαν μήτε ἄλλο τι τῶν ὁπόσα διανοούμενοι ἄνθρωποι μεταμανθάνουσι τὰ δοκηθέντα,ἀφικέσθαι μὴ ὅτι ἐν Ῥώμῃ, ἀλλὰ γὰρ καὶ ἐς τῶν Κανταβαρηνῶν τὴν χώραν ἀμφ‘αὐτὰς δή που τὰς τοῦ Ὠκεανοῦ ἠϊόνας (ἐτύγχανε γὰρ αὐτοῦ που ὁ Καῖσαρ ἐν τῷ τότε πρός τι τῶν ἐθνῶν διαμαχόμενος). ἀγγεῖλαί τέ οἱ τὰ ξυνενεχθέντα καὶ οὕτως ἑλεῖν τὸν βασιλέα, ὡς αὐτίκα δὴ μάλα ὑπάτους ἑπτὰ τῶν ἐν τοῖς μάλιστα εὐπατριδῶν τε καὶ εὐδαι μόνων ἀνδρῶν ἐκ τῆς Ῥώμης ἀπολεξάμενον ἅμα τῷ σφετέρῳ πλήθει στεῖλαι ἐς τὴν ἀποικίαν, καὶ τούς, ὡς τάχιστα ἐν τῷ χώρῳ γενομένους, χρήματά τε πλεῖστα ὅσα ἐπιδόντας καὶ σπουδῇ χρησαμένουςἀναδομῆσαι αὖθις τὴν πόλιν καὶ ἐς τὸ μέχρι τοῦδε σωζόμενονἀπεργάσασθαι σχῆμα. νῦν οὖν οἱ ἐκείνῃ ἀστοὶ Πελασγοὶ μὲν οὐκέτι ἂν δικαίως κληθεῖεν, Ῥωμαῖοι δὲ μᾶλλον, εἰ καὶ τὰ τῆς φωνῆς ἐς τὸ ἑλληνικόν τε καὶ ἀττικώτερον μετεβάλοντο.

Ο Καλδέλλης αναφέρει αυτό το χωρίο του Αγαθία στη σελίδα 182 του άρθρου του, όπου αναφέρει και τις Ρωμαίες επαρχιώτισσες γυναίκες τις οποίες ο αυτοκράτορας Θεόφιλος πάντρεψε με τους 30.000 Χουρραμίτες «Πέρσες» του Θεόφοβου που ήρθαν ως πρόσφυγες στη Ρωμανία. Ο Γενέσιος και ο Συνεχιστής Θεοφάνους που αναφέρουν το συμβάν προφανώς πίστευαν ότι στις ρωμαϊκές επαρχίες ζούσαν αρκετές μυριάδες -τουλάχιστον- Ρωμαίες σε ηλικία γάμου και μία από αυτές τις επαρχιώτισσες Ρωμαίες γυναίκες που δόθηκαν ως σύζυγοι στους Πέρσες του Θεόφοβου ήταν η Αιγινίτισσα Οσία Αθανασία.

Μέχρι τώρα ανέφερα ότι μέλη της λόγιας ελίτ όπως ο Προκόπιος και ο Αγαθίας, ενώ από τη μια θεωρούσαν ότι οι ρωμαϊκές επαρχίες ήταν γεμάτες με Ρωμαίους, από την άλλη, ήξεραν πολύ καλά ότι δεν ήταν όλοι οι υπήκοοι του αυτοκράτορα Ρωμαίοι. Υπάρχει ένα ενδιαφέρον χωρίο του Πορφυρογέννητου στο οποίο περιγράφει την ανακήρυξη του Αναστάσιου Α΄ σε αυτοκράτορα το 491, το οποίο δείχνει ότι ο «δῆμος» της Κωνσταντινουπόλεως είχε ανάλογες ταυτοτικές πεποιθήσεις ήδη στα τέλη του 5ου αιώνα.

Όταν πέθανε ο ισαυρικής καταγωγής αυτοκράτορας Ζήνων, η αυτοκράτειραΑριάδνη συναντήθηκε με χιλιάδες του δήμου και στρατιωτών στον ιππόδρομο, οι οποίοι τις έθεσαν δύο αιτήματα. Το πρώτο αίτημα που έθεσε ο δήμος στην Αριάδνη ήταν το συμβούλιο των επισήμων της πολιτείας να επιλέξει για νέο αυτοκράτορά έναν που να ήταν και Ρωμαίος καιΟρθόδοξος («Ἀριάδνη αὐγούστα … ὀρθόδοξον βασιλέα τῇ οἰκουμένῃῬωμαίον βασιλέα τῇ οίκουμένη»). Η Αριάδνη τους καθησύχασε ότι ο νέος αυτοκράτορας θα ήταν και Ρωμαίος και Χριστιανός καιμεστός με πάσα βασιλική αρετή (ἄνδρα ἐπιλέξασθαι Χριστιανὸν Ῥωμαῖον καὶ πάσης γέμοντα βασιλικῆς ἀρετῆς). Σύμφωνα με τον Καλδέλλη, ο δήμος απαίτησε «γνήσιο» Ρωμαίο αυτοκράτορα επειδή θεωρούσε ότι ο προηγούμενος αυτοκράτορας, ο Ίσαυρος Ζήνων, ήταν «μιξοβάρβαρος» (quasi-barbarian), και απαίτησε Ορθόδοξο αυτοκράτορα, επειδή τότε είχαν αρχίσει οι θρησκευτικές διαφωνίες μεταξύ ορθόδοξων χαλκηδονικών και μονοφυσιτών (βλ. το Ενωτικόν του Ζήνωνος). Η αυτοκράτειρα Αριάδνη άλλαξε εσκεμμένα το «ορθόδοξος» σε «χριστιανός», επειδή ο Αναστάσιος (που ήταν ο καλύτερος υποψήφιος και αυτός που τελικά επιλέχθηκε) ήταν «δυσσεβής» μονοφυσίτης. Αυτό το συμβάν δείχνει ότι ο δήμος της Κωνσταντινούπολης δεν θεωρούσε όλους τους επαρχιώτες εξίσου Ρωμαίους. Ο επαρχιώτης Αναστάσιος από το Δυρράχιο, πληρούσε τα κριτήρια εντάξεως στο Ρωμαϊκό γένος του δήμου (προφανώς επειδή η μητρική του γλώσσα ήταν μία από τις utroque nostro sermonis … Graece at Latine), αλλά ο «μιξοβάρβαρος» Ίσαυρος Ζήνων δεν τις πληρούσε. Στο δεύτερο αίτημα-συμβουλή του, ο δήμος, αφού πρώτα αποκάλεσε «Ῥωμαία» την Αριάδνη, είπε στην αυτοκράτειρα πως όλα θα πάνε καλά, όσο αυτή θα  φρόντιζε να μη νοθευτεί το Ρωμαϊκό γένος με κανένα από τα ξένα γένη ὅλα τὰ καλὰ ἐπὶ σοῦ γένηται, Ῥωμαῖα, εἰ οὐδὲν ξένον αὔξει τὸ γένος τῶν Ῥωμαίων», δηλαδή να φροντίσει ώστε να μην συμβεί στην ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία αυτό που έγινε στην πεπτωκυία δυτική αυτοκρατορία, ύστερα από την εγκατάσταση των βάρβαρων Γερμανών φοιδεράτων, οι οποίοι πρώτα πήραν τον έλεγχο του στρατού και αργότερα ίδρυσαν τα δικά τους βάρβαρα βασίλεια.

[Πορφυρογέννητος, Περί της Βασιλείου τάξεως]  Ἀναγόρευσις Ἀναστασίου βασιλέως τοῦ τῆς θείας λήξεως

τῆς εὐσεβοῦς λήξεως Ἀναστάσιος ἐν τῷ ἱππικῷ ἀνηγορεύθη οὕτως. ἀποθανόντος Ζήνωνος τοῦ τῆς θείας λήξεως, ἐν τῇ νυκτὶ τῇ ἑξῆς συνήχθησαν οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ συγκλητικοὶ καὶ ὁ ἐπίσκοπος ἐν τῷ πορτίκῳ τῷ πρὸ τοῦ μεγάλου τρικλίνου, ὁ δὲ δῆμος ἐν τῷ ἱππικῷ ἐν τοῖς ἰδίοις μέρεσιν, οἱ δὲ στρατιῶται καὶ αὐτοὶ ἐν τῷ ἱππικῷ ἐν τῷ στάματι. καὶ πάντες συναχθέντες ἐξεβόων, τοῦ λειψάνου ἔτι ἔσω κειμένου. συνεῖδον οὖν οἱ ἄρχοντεςἈριάδνην τὴν τῆς θείας λήξεως αὐγούσταν ἀνελθεῖν εἰς τὸ ἱππικὸν καὶ προσφωνῆσαι τῷ δήμῳ.

1° Αίτημα του δήμου και απάντηση της Αριάδνης:

καὶ ὡς ἔστη ἡ αὐγούστα καὶ ἐφάνη τῷ δήμῳ, πάντες ἔκραξαν· «Ἀριάδνη αὐγούστα, σὺ νικᾷς· εὐσεβῆ Κύριε, ζωὴν αὐτῇ·» καὶ πολλάκις τὸ «Κύριε, ἐλέησον» εἶπον, «πολλὰ τὰ ἔτη τῆς αὐγούστης·ὀρθόδοξον βασιλέα τῇ οἰκουμένῃ

παρὰ πάντων ἐβοήθη· «ἡμεῖς δοῦλοι τῆς αὐγούστης· εὐσεβῆ Κύριε,ζωὴν αὐτῇ· πολλὰ τὰ ἔτη τῆς αὐγούστας· Ἀριάδνη αὐγούστα, σὺ νικᾷς· Ῥωμαῖον βασιλέα τῇ οἰκουμένῃ ἀπόκρισις· «ὅτι καὶ πρὸ τῶν ὑμετέρων αἰτήσεων ἐκελεύσαμεν τοῖς ἐνδοξοτάτοις ἄρχουσι καὶ τῇ ἱερᾷ συγκλήτῳ μετὰ κοινῆς τῶν γενναιοτάτων δοκιμασίας ἄνδρα ἐπιλέξασθαι Χριστιανὸν Ῥωμαῖον καὶ πάσης γέμοντα βασιλικῆς ἀρετῆς, ὥστε μήτε χρημάτων, μήτε ἄλλῳ τινὶ, ὅσον τό γε ἐν ἀνθρώποις, ἀνθρωπίνῳ πάθει ὑποκεῖσθαι.»

2° Αίτημα-συμβουλή του δήμου:

«πολλὰ τὰ ἔτη τῆς βασιλίσσης. Κύριε, ζωὴν αὐτῇ· ὅλα τὰ καλὰ ἐπὶ σοῦ γένηται, Ῥωμαῖα, εἰ οὐδὲν ξένον αὔξει τὸ γένος τῶν Ῥωμαίων. τὸ βασίλειον σόν ἐστιν, Ἀριάδνη αὐγούστα. σὺ νικᾷς.»

Ο δήμος της Κωνσταντινούπολης και οι στρατιώτες που συνάντησαν την αυτοκράτειρα Αριάδνη στον ιππόδρομο επιδεικνύουν την ίδια ρωμαϊκή ταυτότητα που βρίσκουμε και στους συγγραφείς όπως ο Προκόπιος και ο Αγαθίας, οι οποίοι ανήκαν στην λόγια ελίτ.

Ο Καλδέλλης αναφέρεται σ΄αυτό το πολύ ενδιαφέρον χωρίο στην σελίδα 208 του άρθρου και στις σελίδες 106-7 του The Byzantine Republic.

Ο Walter Pohl, χωρίς να γνωρίζει το παραπάνω χωρίο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κατά τον 5° και 6° αιώνα, καθώς η Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εισέρχεται σε διαδικασία αποσύνθεσης (που συνοδεύεται από αμβλύνση της διάκρισης Ρωμαίων και βαρβάρων), στην «γεμάτη με ρωμαϊκή αυτοπεποίθηση Κωνσταντινούπολη» η διάκριση Ρωμαίων και βάρβαρων «άλλων» παύει να είναι απλά τόπος της λόγιας ιστοριογραφίας και γίνεται σιγά σιγά γενικότερη τάση. Με άλλα λόγια, ακόμα και οι μάζες της Κωνσταντινούπολης -τουλάχιστον-αρχίζουν να συνειδητοποιούν τους εθνοτικούς δείκτες (τρόπος κουρέματος, ενδυμασία κλπ) που διακρίνουν τους Ρωμαίους από τους βάρβαρους «άλλους».

Αν η περιγραφή των επαρχιακών μαζών ως «Ρωμαίων» είναι μια «ελιτιστική συνωμοσία», όπως υποθέτει ο Στουραΐτης, τότε δεν θα έπρεπε να την συναντήσουμε σε πηγές όπως οι Βίοι Αγίων, που συγγράφηκαν σεχαμηλότερο γλωσσικό ύφος από επαρχιώτες μοναχούς που ζούσαν μακριά από την Κωνσταντινούπολη. Το πρόβλημα με την υπόθεση «συνωμοσίας» του Στουραΐτη είναι ότι η εικόνα της Ρωμαϊκής κοινότητας που προκύπτει από αυτές τις μη ελιτιστικές πηγές είναι ακριβώς η ίδια με την εικόνα των λόγιων πηγών.

Ο σύγχρονος του Προκοπίου Κύριλλος ο Σκυθοπολίτης ήταν ένας μοναχός που συνέγραψε Βίους Αγίων στην Ιερουσαλήμ. Στον Βίο του Ιωάννη του Ησυχαστού μας πληροφορεί ότι σε μια τους επιδρομή στην Παλαιστίνη και τις αραβικές επαρχίες, οι Σαρακηνοί αιχμαλώτισαν αρκετές μυριάδες Ρωμαίων. Με άλλα λόγια, και ο Κύριλλος που δεν ανήκε στην λόγια και άρχουσα ελίτ της Κων/πολέως πίστευε ότι οι Ρωμαϊκές επαρχίες ήταν μεστές με επαρχιώτες Ρωμαίους.

Ο συγγραφέας του δευτέρου βιβλίου των Θαυμάτων το Αγίου Δημητρίου περιγράφει τους Σερμησιάνους ως απογόνους αιχμαλωτισμένων Ρωμαίων που οι Άβαροι είχαν εγκαταστήσει στην περιοχή του Σιρμίου οι οποίοι, παρά το ότι είχαν επιμειχθεί για δύο γενιές με Άβαρους, Βούλγαρους και λοιπούς εθνικούς, διατηρούσαν την «ὁρμή» (εδώ «γενεαλογική αφετηρία», ο τελευταίος ορισμός) και τα έθιμα του γένους των Ρωμαίων και, γι΄αυτό το λόγο, ο συγγραφέας τους θεωρεί λαό Ρωμαίων που ζούσε με εθνικούς.

Εδώ ο Καλδέλλης γράφει ότι σ΄αυτό το σημείο,  η «συνωμοτική κλίκα» που υποτίθεται ότι διαστρέβλωνε ως Ρωμαϊκές τις επαρχιακές μάζες δεν περιελάμβανε μόνο τη λόγια και άρχουσα ελίτ της Κωνσταντινούπολης, αλλά και αυτούς τους επαρχιώτες μοναχούς συγγραφείς. Αν όντως υπήρχε μια τέτοια «διαστρεβλωτική συνωμοτική κλίκα», αυτή δεν αποτελούνταν μόνο από 300 ψυχές στην Κωνσταντινούπολη που μπορούσαν να διαβάσουν Θουκυδίδη και Δίωνα Κάσσιο, αλλά περιελάμβανε και ένα σημαντικό ποσοστό των εγγράμματων επαρχιωτών.

Άλλες επαρχιακές και μη ελιτιστικές πηγές, παρόμοιες σε ύφος με τον Κύριλλο το Σκυθοπολίτη, είναι ο συγγραφέας (έγραψε κατά τον 5° ή 6° αιώνα) του Βίου του Αγίου Επιφάνιου της Σαλαμίνας και οι Βίοι των ΑγίωνΠέτρου της Ατρόας και Νικολάου του Νέου (γράφτηκαν τον 9ο αιώνα).

Ο Άγιος Επιφάνιος παρουσιάζεται ως γιος φτωχών επαρχιωτών από τηνΕλευθερόπολη της Παλαιστινιακής Συρίας. Όταν συνάντησε τον Πέρση βασιλιά, τον προειδοποίησε ότι η επίθεση κατά των Ρωμαίων σημαίνει επίθεση κατά του Ιησού Χρηστού. Ύστερα από έναν διάλογο ανάμεσα στους δύο άνδρες, ο Πέρσης βασιλιάς αποχαιρέτησε τον Επιφάνιο αποκαλώντας τον «δόξα των Ρωμαίων». Στους άλλους δύο Βίους, η εισβολή των Αράβων στην γη των Ρωμαίων, εξηγείται ως επίθεση«εναντίον μας»τὴν Ῥωμαίων ἐκάλυπτε γῆν καὶ βαρβαρικὸν ἔθνος …καθ΄ἡμῶν ἐπιστρατεύσαντες», «πλῆθος Ἰσμαηλιτῶν κατὰ τῆς ῥωμαϊκὴςβεβούλευται ἐξελθεῖν χώρας … εἰ τοῦτο γίνεται καὶ εἰσέλθουν πρὸς ἡμὰς οἱ Ἰσμαηλῖται»). Το μάθημα που αντλούσε όποιος διάβαζε αυτούς τους βίους είναι ότι τόσο οι Άγιοι πρωταγωνιστές τους όσο και «εμείς» οι αναγνώστες (ή ακουστές) είμαστε Ρωμαίοι.

Μια ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι αυτή που ο Καλδέλλης περιγράφει στις σελίδες 191-2. Ο Νίκων ο Μαυρορείτης (πιθανόν Κωνσταντινουπολιτικής καταγωγής) ίδρυσε ένα μοναστήρι κοντά στην Αντιόχεια, εκεί που η Ορθοδοξία συνυπήρχε με άλλα «αιρετικά» δόγματα (λ.χ. αυτά των Αρμενίων και των Συρίων). Ο Νίκων γράφει ότι είχε αποκτήσει την ορθοδοξία του όχι από μελέτη, αλλά από τους προγόνους του, οι  οποίοι είχαν «ῥίζα Ῥωμαίων» (ρωμαϊκή καταγωγή) από εκείνα τα μέρη στα οποία δεν υπήρχαν αιρέσεις. Εδώ ο Νίκων επιδεικνύει μια υβριδική ταυτότητα που έχει τόσο θρησκευτική όσο και εθνοτική διάσταση. Η εθνοτική διάσταση της ταυτότητάς του φαίνεται από το ότι η έννοια της ρωμαϊκής καταγωγής(ῥίζα Ῥωμαίων) σχετίζεται με την καταγωγή από μια εκτενή, αλλά οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή (τα «Ῥωμαίων ἤθη») στα οποία δεν υπήρχαν αιρέσεις. Ο Ατταλειάτης παρουσιάζει μια ανάλογη αντίληψη όταν γράφει ότι μερικοί πίστευαν ότι η κακοτυχία των Ρωμαίων ξεκίνησε με την ενσωμάτωση των αιρετικών πληθυσμών πέρα από τη Μελιτηνή και τη Λυκανδό (όπου επικρατούσε η «κακοδοξία»), αλλά άλλαξαν γνώμη όταν οι Τουρκικές επιδρομές έφτασαν και στα ορθόδοξα μέρη (τα «Ρωμαίων ἤθη» δυτικά της Λυκανδού):

[Ατταλειάτης, 16.7] ἐδόκει μὲν γὰρ ἡ τοσαύτη τῶν ἐθνῶν ἔπαρσις καὶ κατακοπή τῶν ὑπὸ τῶν Ῥωμαίων τελούντων, ὀργὴ κατὰ τῶν αἱρετικῶν οἵ τὴν Ἰβηρίαν καὶ Μεσοποταμίαν καὶ ἄχρι Λυκανδοὺ καὶ Μελιτηνῆς καὶ τῶν παρακειμένων οἰκούσιν Ἀρμένιοι καὶ οἱ τὴν ἱουδαϊκὴν τοῦ Νεστορίου καὶ τὴν τῶν Ἀκεφάλων θρησκεύοντες αἵρεσιν, καἰ γὰρ πλήθουσιν αἱ χῶραι τῆς τοιαύτης κακοδοξίας. Ἐπὰν δὲ καὶ τῶν ὀρθοδόξων ἥψατο τὸ δεινόν, εἰς ἀμηχανίαν ἦσαν πάντες οἱ τὰ Ῥωμαίων θρησκεύοντες.

[Ατταλειάτης, 20.1] περὶ αὐτὴν τὴν ἡμέραν τὴς ἐπισήμου λεγομένης Ὁρθοδοξίας, ἐν ᾖ φυλοκρινεῖν τοὺς αἱρετικοὺς ἀπὸ τῶν ὀρθοδόξων καὶ ἀναθέματι καθυποβάλλειν τοὺς ἑτεροδόξους τῇ ἐκκλησίᾳ νενόμισται,

Για τον Λέοντα τον Διάκονο, αντίθετα, η Λυκανδός (φρούριο)~ Λάπαρα(κάμπος κοντά στο φρούριο) δεν αποτελούσε θρησκευτικό, αλλά εθνοτικό (ή εθνικό) σύνορο. Ανατολικά από αυτό το «μεθόριον» υπήρχε «ἡ χώρα τῶν Ἀρμενίων» και αυτό το εθνοτικό/εθνικό μεθόριον δεν εξαρτιόταν από τα πολιτικά ρωμαϊκά σύνορα:

[Λέων Διάκονος, 10.7] Βάρδας Μάγιστρος, ὁ κατ΄ἐπωνυμίαν Σκληρός, […] ὅτε κατὰ τὴν Λάπαραν τὸ πεδίονμεθόριον δὲ τοῦτο τῆς χώρας τῶν Ἀρμενίων– ἡ μάχη συνεκροτεῖτο,

Παραθέτω τώρα το σχολιασμό της περίπτωσης του Νίκωνος από τον Καλδέλλη:

Στη συνέχεια ο Καλδέλλης σχολιάζει τις πληροφορίες που προκύπτουν όταν οι πηγές μας αναφέρονται στον Ρωμαϊκό στρατό. Η σημαντική παρατήρηση του Καλδέλλη εδώ είναι ότι οι αξιωματικοί στους λόγους τους αναφέρονται συλλογικά στους στρατιώτες τους ως Ρωμαίους και δεν είναι σπάνιες οι αναφορές στον παλιό καλό καιρό της αρχαίας Ρωμαϊκής πολιτείας. Στην υποσημείωση 40 ο Καλδέλλης έχει μαζέψει αρκετά τέτοια παραδείγματα. Εδώ οι κοινωνοί της «θεωρίας συνωμοσίας» μπορούν κάλλιστα να απορρίψουν αυτά τα δεδομένα, ισχυριζόμενοι ότι οι λόγοι αυτοί είναι μυθιστορήματα που εφηύραν οι κλασικίζοντες ιστορικοί, όταν συνέγραψαν τις ιστορίες τους.Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό χάνει την ισχύ του, όταν αφήσουμε τις ιστορίες της κλασικίζουσας ελίτ και εξετάσουμε τους λόγους πουυποδεικνύουν τα τακτικά εγχειρίδια στους αξιωματικούς και τους λόγους που όντως δόθηκαν ενώπιον των στρατιωτών. Υπάρχει ο λόγος του Πορφυρογέννητου προς τους στρατηγούς των μικρασιατικών θεμάτων, υπάρχει ο λόγος του πατριάρχη της Νίκαιας Μιχαήλ Αυτωρειανού προς τους στρατιώτες της Νίκαιας και, τέλος, υπάρχει ο λόγος που το εγχειρίδιο Περί Παραδρομής υποδεικνύει στο στρατηγό που πρόκειται να υπερασπίσει μια κλεισούρα με τα στρατεύματά του. Ο Πορφυρογέννητος αποκαλεί τους στρατιώτες «τοιούτους Ῥωμαίων προμάχους καὶ ὑπερασπιστὰς καὶ τοῦ Ῥωμαϊκοὺ γένους ὑπέρμαχοι στερροὶ καὶ ἀκαταγώνιστοι», ενώ ο λόγος του Αυτωρειανού και ο λόγος που το Περί Παραδρομήςυποδεικνύει στον στρατηγό ξεκινάνε με την επίκληση «ἄνδρες Ῥωμαῖοι», χωρίς να πρέπει να εξηγήσουν κατόπιν στους στρατιώτες τι σημαίνει αυτή η επίκληση.

Ο λόγος που υποδεικνύει στο στρατηγό το τακτικό εγχειρίδιο Περί Παραδρομής πριν από την ένοπλη υπεράσπιση κλεισούρας (κεφ. 23) είναι αυτός εδώ:

[Περί Παραδρομής, κεφ. 23, γρ. 27-33] σοῦ δὲ καταλαμβάνοντος έν τῇ κλεισούρᾳ καὶ τὰς πεζικὰς τάξεις ἑνουμένου, δέον σπουδάσαι, καὶ ἕτερον μάλιστα πεζικὸν λαὸν ἐπισυνάξαι, ὅσον ἄν δυνηθῇς·παρραινέσαι δὲ αὐτοῖς παρρησίᾳ πρὸς ἀνδρείαν αὐτοὺς ἐπαλείφων καὶ εὐτολμίαν, ἐποτρύναι δὲ καὶ τὸ πρόθυμον αὐτῶν, οἷα στρατηγὸς ἄριστος, μελισταγεῖ παραινέσει·

«Ἄνδρες», λέγων, «Ῥωμαῖοι, στῶμεν ἀκλινῶς καὶ ἑδραῖως· στῶμεν ἀνδρικῶς καὶ γενναίως […]

Τυχαίνει να έχουμε και έναν επικήδειο λόγο (μάλλον από τα στρατόπεδα της Καππαδοκίας) από την ίδια περίοδο (εποχή Νικηφόρου Φωκά) , ο οποίος δόθηκε (ή μήπως διδόταν συστηματικά; ) από επαρχιώτη ιερέα σε εκκλησιαστική λειτουργία προς τιμήν των στρατιωτών που πέθαναν στη μάχη. Ο λόγος πηγαίνει κόντρα στις γενικές οδηγίες του Πατριαρχείου και συμφωνεί με το Νικηφόρο Φωκά (που ήθελε να υιοθετήσει στοιχεία της ισλαμικής Τζιχάντ, αλλά το Πατριαρχείο αρνήθηκε την πρότασή του) πως αυτοί που πέθαιναν για τη Ρωμανία γίνονταν άγιοι. Ο λόγος αυτός επαινεί τους νεκρούς στρατιώτες ως «υπέρμαχους του περιούσιου έθνους ~ θεόλεκτου λαού», αλλά και ως «Ῥώμης γεννήματα» (ο Καλδέλλης το παραθέτει σε αγγλική μετάφραση: the offspring of Rome) και, σε άλλο σημείο, ως «πατρίδος καὶ τοῦ γένους παντός ἑδραιώματα» (and the foundation of the fatherland and the entire γένος). Από τη στιγμή που ο όρος «πατρίς» εμφανίζεται δίπλα στο «πᾶν γένος» (το οποίο είναι ο «Ῥώμης γέννημα»), το λογικό συμπέρασμα είναι πως η «πατρίς» που εννοείται είναι η Ρωμανία in toto και όχι ο γενέθλιος τόπος των στρατιωτών.

Επομένως, οι στρατιώτες της εποχής του Νικηφόρου Φωκά, όταν έπρεπε να υπερασπιστούν μια κλεισούρα, άκουγαν τους στρατηγούς τους να τους ενθαρρύνουν με με ενθαρρυντικά λόγια που ξεκινούσαν με την επίκληση «ἄνδρες Ῥωμαῖοι» και, όταν πήγαιναν στις κηδείες των συγχωριανών συμπολεμιστών τους, άκουγαν τον τοπικό ιερέα να επαινεί τους νεκρούςως «Ῥώμης γεννήματα» και «πατρίδος (Ρωμανία) καὶ τοῦ γένους παντός (των Ρωμαίων) ἑδραιώματα» Αν προσθέσουμε σ΄αυτά και το ότι οι ίδιοι στρατιώτες είχαν προπαππούδες που γύρω στο 840 συγκεντρώθηκαν στα αδνούμια και πληροφορήθηκαν από τους διοικητές τους ότι ο αυτοκράτορας Θεόφιλος είχε θεσπίσει διάταγμα που τους διέταζε να κόψουν κοντά τα μαλλιά τους, ώστε να μην υπάρχει ούτε ένας μακρυμάλλης Ρωμαίος σε όλη τη Ρωμανία (ἁπανταχῇμὴ τινα Ῥωμαῖον ὄντα) και πως όποιος δεν συμμορφωνόταν θα αικιζόταν με πολύ μαστίγωμα μέχρι να επανακτούσε την πολεμική αρετή των Ρωμαίων προγόνων του (πρὸς τὴν τῶν προγόνων Ῥωμαίων ἐπανάγεσθαι ἀρετήν), τότε πρέπει πραγματικά να αναρωτηθούμε πόσο πιθανή είναι η υπόθεση της ελιτιστικής προσέγγισης του Στουραΐτη για τον 10ο αιώνα, σύμφωνα με την οποία οι μάζες δεν διέθεταν Ρωμαϊκή ταυτότητα. Πόσο πιθανό ήταν ένας θεματικός στρατιώτης του 9ου και 10ου αιώνα από τα «Ῥωμαίων ἤθη» που εξετίθετο στους προρρηθέντες λόγους να μην συνειδητοποιούσε ότι ήταν Ρωμαίος;

[Συνεχισταί Θεοφάνους, σλδ 107, 17] ἐθέσπισεν ἁπανταχῇ ἐν χρῷ ταύτας ἀποκείρειν καὶ μὴ τινα Ῥωμαῖον ὄντα τοῦ τραχήλου περαιτέρω φέρειν συγχωρεῖν· εἰ δὲ τις φωραθεῖ, πολλαῖς αἰκιζόμενος μάστιξι πρὸς τὴν τῶν προγόνων Ῥωμαίων ἐπανάγεσθαι ἀρετήν.

Μετάφραση: [Ο αυτοκράτορας Θεόφιλος] θέσπισε διάταγμα να κουρέψουν παντού («ἁπανταχῇ», σε όλη τη Ρωμανία) το μαλλί τους γουλί («ἐν χρῷ» = μέχρι το δέρμα) και να μην υπάρχει ούτε ένας Ρωμαίος με μαλλί περαιτέρω του τραχήλου· αν κάποιος δεν συμμορφωνόταν θα αικιζότανμε αρκετό μαστίγωμα, μέχρι να επανακτούσε την [πολεμική] αρετή των Ρωμαίων προγόνων του.

theophilos-romans

Σε αυτό το σημείο θα επιστρέψω για λίγο πίσω στον 6° και 7° αιώνα. ΟΦλάβιος Κρησκώνιος Κόριππος (ποιητής στην αυλή του Ιουστιανιανού) διέσωσε μια προσευχή λίγο πριν τη μάχη, στην οποία ο διοικητής και οι στρατιώτες του έκαναν παράκληση στο Θεό να φυλάξει και να φροντίσει τους Ρωμαίους και να κατατροπώσει τα υπερφίαλα έθνη. Όπως έχω πει και σε παλαιότερες αναρτήσεις, η προσευχή αυτή λεγόταν σεδημώδη Λατινική, γιατί ο δημώδης συγκεκομμένος τύπος domnumque (=dominumque, dominus > domnus) απαιτείται για να διαβαστεί ένας στίχος ως δεκαπεντασύλλαβος, όπως και οι υπόλοιποι.

Respice, iam tandem Romanos, respice, summe

atque pius succurre, Pater, gentesque superbas

frange, precor, virtute tua: Dominumque potente

te solunt agniscant populi dum conteris hostes

et saluas per bella tuos

corippus-romans

Ότι ανάλογη προσευχή πρέπει να υπήρχε και στα Ελληνικά, φαίνεται από μια ενδιαφέρουσα επιγραφή από το Σίρμιον κατά την περίοδο της τριετούς Αβαρικής πολιορκίας (579-582 μ.Χ.). Κάποιος ολιγογράμματος πολίτης ή στρατιώτης έγραψε σε κάκιστα Ελληνικά (βοήτι = βοήθει, πύλαξον =φύλαξον, κέ = καί) την εξής προσευχή προς το Θεό:

Χρ(ιστέ) Κ(ύριε) βοήτι τῆς πόλεως κ΄ἔρυξον τὸν Ἄβαριν κὲ πύλαξον τὴν Ῥωμανίαν κέ τὸν γράψαντα ἀμήν

Ο Καλδέλλης αναφέρει αυτήν την ενεπίγραπτη προσευχή στη σελίδα 191 του άρθρου του. Στην πιο στερνή του ώρα και ενώ τον πολιορκούσαν οι Άβαροι, ο ολιγογράμματος αυτός επαρχιώτης δεν αρκέστηκε να προσευχηθεί μόνο για την προσωπική του σωτηρία και αυτήν της πόλης του, αλλά προσευχήθηκε και για την θεοφύλαξη όλης της Ρωμανίας.

Με άλλα λόγια, μια γενιά πριν ο Ηράκλειος κυκλοφορήσει τα νομίσματα με την επιγραφή Deus adiuta Romanis = «Θεέ βοήθα τους Ρωμαίους», ο απλός κόσμος στις επαρχίες ήξερε ότι μπορούσε να προσευχηθεί στο Θεό για βοήθειαεπειδή ανήκε στον «περιούσο λαό των Ρωμαίων» και κατοικούσε στην«θεοφύλακτη Ρωμανία». Τα νομίσματα του Ηρακλείου απλώς εξέφρασαν με πιο διάχυτο και επίσημο τρόπο αυτές τις προϋπάρχουσες αντιλήψεις.

Ο Καλδέλλης στη συνέχεια εξετάζει την Αραβική αντίληψη για τους Βυζαντινούς και έχει ενδιαφέρον ότι η αραβική κατανόηση της ρωμαϊκής ταυτότητας είναι ακριβώς η ίδια με αυτήν των βυζαντινών πηγών (λόγιων και μη). Οι Άραβες ξέρουν ότι οι Ρουμ (Ρωμαίοι) είναι η κυρίαρχη πληθυσμιακή ομάδα του Bilad Al-Rum (Ρωμανία), όπως ξέρουν ότι δεν ήταν Ρουμ όλοι οι κάτοικοι του Bilad Al-Rum, γιατί υπήρχαν επιπλέον και Αρμένιοι,Σλάβοι (Saqaliba), Βούλγαροι κλπ. Οι Άραβες ξεχώριζαν με ευκολία τουςΡουμ επειδή αυτοί μιλούσαν την al-lugha al-rumiyya (ρωμαϊκή/ρωμέικια γλώσσα = ελληνική). Στα χαρέμια τους είχαν αιχμαλωτισμένεςRumiyyat (Ρωμαίες) που τους τραγουδούσαν σε γλώσσαRumiyya, όπως αναφέρουν ότι είχαν και αιχμαλωτισμένες Φράγκες,Σλάβες κλπ. Μια τέτοια ταπεινής καταγωγής Rumiyyat ήταν η μητέρα του Άραβα ποιητή Abu Firas al-Hamdani, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος στα ποιήματά του.

Ο Καλδέλλης αναφέρει τα παραπάνω στις σελίδες 194-5 του άρθρου.

Για το πολυεθνικό Bilad Al-Rum και τους Ρουμ ως την κυρίαρχη εθνογλωσσική ομάδα που μιλούσε την al-lugha al-rumiyya παραθέτω τα παρακάτω:

Rum Saqaliba

al-rumiyya

leo-rumiyya

Υπάρχουν ορισμένες ξένες πηγές που ήρθαν σε επαφή με τις ελληνόφωνες επαρχιακές μάζες και κατέγραψαν στοιχεία της ταυτότητάς τους. Υπάρχουντρεις τέτοιες ενδιαφέρουσες πηγές κατά την περίοδο 1250-1350, οι οποίες δεν αφήνουν την παραμικρή αμφιβολία ότι οι ελληνόφωνες επαρχιακές μάζες αυτοπροσδιορίζονταν ως «Ῥωμαίοι» και αποκαλούσαν τη μητρική ελληνική τους γλώσσα «ῥωμαίικα». Οι πηγές αυτές είναι το Χρονικό του Μορέως (γράφτηκε στα μέσα του 14ου αιώνα από Φράγκο/Γασμούλο της Πελοποννήσου, περιγράφοντας γεγονότα του 13ου αιώνα), τα ελληνικά γραπτά του Σουλτάνου Βελέδ (γιος του Πέρση ποιητή Jalal Al-Din Rumi που έζησε στην σελτζουκική Μικρασία -εξού και “Rumi”– κατά τον 13° αιώνα) και το διδακτικό ποίημα Dittamondoτου Ιταλού λόγιου Fazio Degli Uberti (το έγραψε στα μέσα του 14ου αιώνα).

Ο συγγραφέας του Χρονικού του Μορέως εκφράζει την εθνοτική ταυτότητα των επαρχιακών ελληνόφωνων μαζών της Πελοποννήσου, με τις οποίες ήρθε σε επαφή. Αποκαλεί τους ελληνόφωνους πάντοτε «Ρωμαίους» (τόσο αυτούς που ζούνε σε Ρωμαϊκά διάδοχα κράτη όσο και αυτούς που ζούνε σε Φραγκικά) και αποκαλεί την ελληνική γλώσσα «ῥωμαίικα». Η αντιπάθεια του συγγραφέα για τους Ρωμαίους φαίνεται από την περιγραφή των εθνοτικών στερεοτύπων που προσάπτει στο Ρωμαϊκό γένος (η φράση «οἱ ἄπιστοι Ῥωμαῖοι» είναι τυπική: «Ἀφότου οἱ ἄπιστοι Ρωμαῖοι, ἐκεῖνοι οἱ δημηγέρτες», «ἐδῶθεν οἱ ἄπιστοι Ρωμαῖοιἐκ τὴν Μονοβασίαν», ενώ ο συγγραφέας περίμενε με ανυπομονησία την ώρα που οι Φράγκοι κατακτητές θα εξανάγκαζαν τους Ρωμαίους να εγκαταλείψουν την «αιρετική» τους Ορθοδοξία και να αναγνώριζαν τον Πάπα της Ρώμης ως εκκλησιαστικό τους ηγέτη: «νὰ ποιήσουν πάντας τοὺς Ρωμαίους νὰ σέβωνται τὸν Πάπαν, τῆς Ρώμης»). Το Χρονικό μας πληροφορεί ότι όταν ο Φράγκος πρίγκιπας της Αχαΐας Γουλιέλμος Β΄ ο Βιλλεαρδουίνοςαιχμαλωτίστηκε από τους Ρωμαίους της Νίκαιας στη μάχη της Πελαγονίας(1259), μίλησε με τον σεβαστοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο (ο αδελφός του Μιχαήλ Η΄) στα «ῥωμαίικα»:

Καὶ ὅσον ἀποπλήρωσεν ἐτοῦτα ὅπου σᾶς λέγω,
ὁ πρίγκιπας, ὡς φρόνιμος, ῥωμαίϊκα τοῦ ἀπεκρίθη·
«Κύρης μου σεβαστοκράτορα καὶ γυναικάδελφέ μου,
πολλὰ ἔχεις τὴν προτίμησιν μεγάλην ἀπὸ ἐμέναν
νὰ λέγῃς καὶ νὰ πολεμῇς, διατὶ εἶμαι εἰς φυλακήν σου.

Για τον συγγραφέα του Χρονικού του Μορέως οι Ρωμαίοι αποτελούν «γένος»:

οὐδὲν ἐπέρασε ποσῶς ἕνας μῆνας σωζᾶτος
– καθὼς εὑρίσκεται ἀπὸ ἀρχῆς τὸ γένος τῶν Ρωμαίων
εἰς δολιότητα πολλὴν κ᾿ εἰς ἀπιστίες μεγάλες –

.

νὰ ποίσῃς τοῦτο τὸ ἔποικες, τὴν τόσην ἀπιστίαν;
ἀτίμωσες τὴν βασιλείαν, τὸ γένος τῶν Ρωμαίων·
ποῖος νὰ πιστέψῃ ἀπὸ τοῦ νῦν Ρωμαίου τινὸς ἀνθρώπου;»

.

εἰς τὸ σκαμνὶ τῆς βασιλείας, κ᾿ ἐκεῖνοι τὸν ἐβάλαν·
κι ἀπαῦτα ἀπὸ τοὺς ἴδιους του κ᾿ ἐκ τῶν Ρωμαίων τὸ γένος,
ἐσφάξαν καὶ ἀπέκτειναν κ᾿ ἐθανατώσανέ τον,

.

Κι ὡς εἶδε ἐτοῦτο ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὁ Βαλδουῖνος,
τὸ πῶς τὸν ἀπιστήσασιν τὸ γένος τῶν Ρωμαίων,
ἐκεῖσε ἐκατέφυγεν μετὰ τοὺς Φράγκους ὅλους

.

Λοιπὸν ἂν θέλῃ ὁ ἀφέντης μας, τὰ κάστρη νὰ τὰ ἐπάρῃ,
κ᾿ ἡμεῖς, τὸ γένος τῶν Ρωμαίων, δοῦλοι σου νὰ ἀποθάνουν,
τοῦτο ζητοῦμεν, λέγομεν, μεθ᾿ ὅρκου νὰ μᾶς τὸ ποιήσῃς

.

ἀπέσω εἰς τὴν Ρωμανίαν κ᾿ εἶχε μεγάλες μάχες
μετὰ τὸ γένος τῶν Ρωμαίων ὡσὰν κι ὁ βασιλέας·
κι οὐκ εἶχε ἀφέντην προεστὸν ἀπάνω του νὰ ὁρίζῃ·

.

ἀρχάσαν κ᾿ ἐδοξεύασιν τοὺς Φράγκους κι Ἀλλαμάνους·
κι ἀπὸ τὴν ἄλλην γὰρ μερέαν ἤλθασι κ᾿ οἱ Κουμάνοι
κ᾿ ἐδόξευαν ἀμφότεροι τὸ γένος γὰρ τῶν Φράγκων.

.

οὐ μὴ νὰ ἐγλύτωσε ἀπ᾿ ἐκεῖ, ἂν εἴχασιν οἱ Φράγκοι
τὴν δύναμιν νὰ ἐσφάζασιν τὸ γένος τῶν Ρωμαίων.

.

ἔλα μετ᾿ ἔμας ἕως ἐκεῖ καὶ στέκε σίγερόν σου,
κ᾿ ἡμεῖς νὰ πολεμήσωμεν τὸ γένος τῶν Ρωμαίων».

.

τὸ ποίαν ὁδὸν νὰ πιάσουσιν κι εἰς ποῖον μέρος νὰ
ἀπέλθουν
εἰς τοὺς ἐχτροὺς ὅπου ἔχουσιν, τὸ γένος τῶν Ρωμαίων.

Ο Σουλτάνος Βελέδ, από την άλλη, σε ένα από τα γραπτά του στην ελληνική μας πληροφορεί πως για να φλερτάρει μια όμορφη νεαρή Καππαδόκισσα, της μίλησε στα «ρωμαίικα» ώστε να τον καταλάβει.

Τέλος, ο Fazio Degli Uberti, γράφοντας από την Ιταλία στα μέσα του 14ου αιώνα, ήξερε πως αν πετύχαινες κάποιον τυχαίο “Greco” έπρεπε να τον χαιρετήσεις με το “saluto greco” «γεια σου» και αυτός θα σου συστηνόταν σε δημώδη ελληνική λέγοντας «είμαι Ρωμαίος» (ime Romeos).

Ο Καλδέλλης σχολιάζει αυτές τις τρεις πηγές στις σελίδες 195-7:

Επομένως, οι Φράγκοι του Μοριά που ήταν σε καθημερινή επαφή με τις δημώδεις ελληνόφωνες μάζες της Πελοποννήσου έμαθαν από αυτές ότι οι ελληνόφωνοι ήταν Ρωμαίοι που μιλούσαν ρωμαίικα, ο σουλτάνος Βελέδ έμαθε από τις μικρασιατικές αγράμματες μάζες ότι οι ελληνόφωνοι της Καππαδοκίας ήτνα Ρωμαίοι που μιλούσαν ρωμαίικα και ο Fazio Degli Uberti στη μακρινή Ιταλία γνώριζε πως ο τυχαίος ελληνόφωνος συστήνεται σε δημώδη νεοελληνική λέγοντας «είμαι Ρωμαίος». Ο Καλδέλλης παραθέτει και μια μετάφραση της γαλλικής εκδοχής του ρομάντζου του Απολλωνίου στα ελληνικά, η οποία περιγράφεται ως «μεταγλώττισμα ἀπὸ λατινικὸν εἰς ῥωμαϊκόν» και τελειώνει τον σχολιασμό αυτών των τριών πηγών με την παρατήρηση ότι η ρωμαϊκή ταυτότητα προφανώς ήταν μέρος της συλλογικής ταυτότητας των ελληνόφωνων αγράμματων επαρχιακών μαζών και πως, αν υπήρχε κάτι το κοινωνικά ρηχό στο Βυζάντιο, αυτό ήταν ο «ελληνισμός» (η άκρως ελιτιστική ενασχόληση με την αρχαιοελληνική γραμματεία και οι ιδεολογικές της προεκτάσεις).

Έχω ήδη αναφέρει ότι παρόλο που οι πηγές μας παραθέτουν την εικόνα ύπαρξης αναρίθμητων Ρωμαίων στις ρωμαϊκές επαρχίες, την ίδια στιγμή αποφεύγουν να αποκαλέσουν όλους τους κατοίκους της αυτοκρατορίας Ρωμαίους. Υπάρχουν δύο είδη εσωτερικών «άλλων»: οι δούλοι και οι μειονοτικές/αναφομοίωτες εθνοθρησκευτικές ομάδες.

Επιβιώνουν τρεις βυζαντινές διαθήκες απελευθέρωσης δούλου (μία από τη νότια Ιταλία, μία από τη Μικρά Ασία και μία από τη Θεσσαλονίκη ή την Κωνσταντινούπολη). Και στα τρία αυτά έγγραφα καταγράφεται σαφώς πως οι απελεύθεροι δούλοι γίνονταν ελεύθεροι Ρωμαίοι πολίτες. Οι πρώην δούλοι σίγουρα γνώριζαν ότι με την απελευθέρωσή τους πλέον ήταν Ρωμαίοι και προφανώς και οι πολίτες γνώριζαν ότι οι ίδιοι ήταν Ρωμαίοι, αλλά οι δούλοι τους όχι.

Οι έτεροι εσωτερικοί «άλλοι» ήταν οι εθνοτικές και θρησκευτικές μειονότητες του Βυζαντίου. Στο Βυζάντιο ανέκαθεν υπήρχαν Εβραίοι/Ιουδαίοι και Αρμένιοι (τόσο μιαφυσίτες όσο και χαλκηδονικοί «τατζάτες», με τους πρώτους να αυξάνονται σημαντικά μετά την ανατολική ρωμαϊκή επέκταση του 10ου αιώνα), κάποια στιγμή προστέθηκαν και Σλάβοι (τόσο στις νοτιοβαλκανικές περιοχές που επανακτήθηκαν, όσο και αυτοί που μεταφέρθηκαν στην Μικρά Ασία), ενώ μετά την προσάρτηση της Βουλγαρίας αρχίζουν να εμφανίζονται στις πηγές Βούλγαροι, Αλβανοί/Αρβανίτες καιΒλάχοι. Κατά την ύστερη αρχαιότητα (πρώιμο Βυζάντιο) υπήρχαν ένα σωρό άλλες εθνοτικές ομάδες όπως Ίσαυροι, Βέσσοι και τα διάφορα γερμανικά φύλα. Σταθερά αναφέρονται πάντοτε κάποιοι «Σκύθες» (νομαδικά στεπικά φύλα όπως Ούννοι, Άβαροι, Χάζαροι, Βούλγαροι, Πετσενέγκοι/Πατζινάκοι, Κουμάνοι κλπ).

Παραθέτω πρώτα τις τέσσερεις σελίδες του Καλδέλλη (197-200) όπου σχολιάζει αυτούς τους εθνοτικούς εσωτερικούς «άλλους».

Όπως εξηγεί ο Καλδέλλης, η γενική τάση των βυζαντινών πηγών είναι να περιγράφουν τις εθνοτικές αυτές ομάδες με τρόπο που δείχνει ότι τις απέκλειαν από το Ρωμαϊκό γένος/έθνος (είτε με την αντιπαραβολή του εθνωνύμου τους στο εθνώνυμο Ρωμαίοι, λ.χ. Αρμένιοι και Ρωμαίοι, είτε με την χρήση όρων όπως «ἀλλόφυλοι», «ἐθνικοί» και «(μιξο)βάρβαροι»). Έχω σημειώσει με μπλε την υποσημείωση 70 όπου ο Καλδέλλης παραθέτει την άποψη του Στουραΐτη ότι οι Βούλγαροι μετά την προσάρτησή τους θεωρούνταν Ρωμαίοι. Η πλειοψηφία των βυζαντινών πηγών, όμως, ισχυρίζεται το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή ότι οι Βούλγαροι και οι Ρωμαίοι αποτελούσαν διαφορετικές εθνοτικές ομάδες. Και δεν είναι μόνο οι βυζαντινές πηγές. Ακόμα και τα φιλοβυζαντινά βουλγαρικά κείμενα που γράφτηκαν την περίοδο που οι Βούλγαορι ήταν υπήκοοι του Βασιλέα των Ρωμαίων, καθιστούν σαφές ότι οι Blŭgarini/Βούλγαροι και οι “Grĭci”/Ρωμαίοι είναι δύο διαφορετικές εθνοτικές ομάδες.

Παραθέτω πρώτα μερικά παραδείγματα από τις βυζαντινές πηγές της περιόδου που οι Βούλγαροι ήταν υπήκοοι του Βασιλεά των Ρωμαίων. Ο Μιχαήλ Ατταλειάτης έγραψε την ιστορία του γύρω στο 1081.

[Ατταλειάτης, 35.4-5] ὁ πρωτοπρόεδρος Βασιλάκης […] καταλαβὼν τὸ Δυρράχιον, στρατιὰν ἐκ πασῶν τῶν ἐπικειμένων ἐκεῖσε χωρῶν συνελέγετο. Καὶ Φράγγους μεταπεμψάμενος ἐξ Ἰταλίας […] εἶχε γὰρκαὶ Ῥωμαίων πολλῶν στρατιωτικόν, Βουλγάρων τε καὶ Ἀρβανιτῶν,καὶ οἰκείους ὑπασπιστὰς οὐκ ὀλίγους, ἄρας ἐκεῖθεν πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην ἠπείγετο.

Στο παραπάνω χωρίο όπου ο Ατταλειάτης περιγράφει την στρατολόγηση ανδρών από τα περικείμενα του Δυρραχίου μέρη που έκανε ο αποστάτης Βασιλάκης, οι Βούλγαροι και οι Αρβανίτες αντιπαραβάλλονται στους Ρωμαίους.

Τα ίδια πράγματα βρίσκουμε στο Συνεχιστή του Σκυλίτση που έγραψε γύρω στο 1100. «Ρωμαίοι, Βούλγαροι και λοιποί» προσπαθούν ν΄αναχαιτίσουν την εισβολή των Ούζων στα Βαλκάνια, ενώ πολλοί «Ρωμαίοι και Βούλγαροι» πέθαναν στην πρώτη εμπλοκή με τον εχθρικό στρατό που αποτελούνταν από τους «Δαλματούς» εισβολείς του Κωνσταντίνου Βοδίνου και τους Βούλγαρους εξεγερθέντες του Γεωργίου Βόιτεχ.

[Συνεχιστής Σκυλίτζη, 114] τὸ τῶν Οὔζων ἔθνος, γένος δὲ καὶ οὗτοι σκυθικὸν καὶ τῶν Πατζινάκων εὐγενέστερον καὶ πολυπληθέστερον,παγγενεὶ μετὰ τῆς ἰδίας ἀποσκευῆς τὸν Ἴστρον περαιωθὲν ξύλοις μακροῖς καὶ λέμβοις αὐτοπρέμνοις καὶ βύρσαις, τοὺς διακωλύοντας τὴν αὐτῶν περαίωσιν στρατιώτας, Βουλγάρους τέ φημι καὶ Ῥωμαίους καὶ λοιποὺς τοὺς ὄντας σὺν αὐτοῖς,

[Συνεχιστής Σκυλίτζη, 163] Ὁ δὲ ἀσμένως ὑπακούει αὐτῶν, τριακοσίους τε τῶν αὑτοῦ ἀπολεξάμενος καὶ τῷ οἰκείῳ αὐτοῦ υἱῷ Κωνσταντίνῳ, τῷ καὶ Βοδίνῳ ὀνομαζομένῳ, παραδοὺς εἰς Βουλγαρίαν ἐξαποστέλλει. Ἔξεισι γοῦν εἰς τὰ Πρισδρίανα, ἔνθα καὶ συναθροισθέντες οἱ ἐν τοῖς  Σκοπίοις προέχοντες, ὧν ἔξαρχος ἦν Γεώργιος ὁ Βοϊτάχος, […] Καὶ γίνεται μάχη φρικτὴ καὶ τροπὴ τῶν Ῥωμαίων φρικωδεστέρα. Πίπτουσι γὰρ πολλοὶ ἐκ τε Ῥωμαίων καὶ Βουλγάρων, ζωγροῦνται δὲ πλεῖστοι καὶ αὐτὸς ὁ δοὺξ Δαμιανὸς ὁ Δαλασσηνὸς ὅ τε λεγόμενος Προβατᾶς καὶ ὁ Λογγιβαρδόπουλος καὶ ἕτεροι συχνοὶ σὺν αὐτοῖς.

Όπως προανέφερα, αυτή η διάκριση Ρωμαίων και Βουλγάρων, απαντά και στο φιλοβυζαντινό βουλγαρικό απόκρυφο κείμενο για τον Προφήτη Hσαΐα (γράφτηκε γύρω στο 1100) ως διάκριση μεταξύ Blŭgarini καιGrĭci“. Ο συγγραφέας προσπάθησε να παρουσιάσει τους Βούλγαρους και τους Ρωμαίους ως τους δύο περιούσιους λαούς του θεού που κατέχουν και υπερασπίζονται «συνεταιρικά» το «Νέο Ισραήλ» (Ρωμανία), το οποίο αποκαλείται ως το «Βουλγαρικό και “Grĭc(ĭ)ko”/Ρωμαϊκό βασίλειο» (carĭstvo) και η «Βουλγαρική και “Grĭc(ĭ)ka”/Ρωμαϊκή χώρα» (zemlja). Όσο ενωμένοι κι αν παρουσιάζονται οι δύο αυτοί «περιούσιοι λαοί», είναι πάντοτε δύο διαφορετικοί λαοί: Βούλγαροι και “Grĭci“/Ρωμαίοι.

Παραθέτω τις σελίδες από τη νεώτερη έκδοση του απόκρυφου κειμένου του Ησαΐα του Ivan Biliarski (Leiden, 2013):

Για όσους δεν το γνωρίζουν, οι Βούλγαροι όταν μεταφράζουν βυζαντινά κείμενα αποδίδουν πάντοτε τον ελληνικό όρο «Ῥωμαῖοι» ως “Grĭci” και, συνεπώς, όταν συναντάτε τον σλαβικό αυτό όρο σε σλαβικά κείμενα, η μετάφρασή του είναι «Ῥωμαῖοι» (ασχέτως αν ο σλαβικός όρος εν τέλει προέρχεται από το λατινικό όρο Graecus). Παραθέτω τα λόγια του Βούλγαρου βυζαντινολόγου Dimiter Angelov για την παραπάνω μεταφραστική συνήθεια.

Επομένως, από τη στιγμή που οι ρωμαϊκές πηγές δεν εκλαμβάνουν τους προσαρτημένους Βούλγαρους ως Ρωμαίους και τα φιλορωμαϊκά βουλγαρικά κείμενα της περιόδου που οι Βούλγαροι ήταν υπήκοοι του βασιλέα των Ρωμαίων παρουσιάζουν τους Βούλγαρους ως διαφορετική εθνότητα από τους “Grĭcĭ”/Ρωμαίους, νομίζω πως η άποψη ότι «οι Βούλγαροι [μετά την προσάρτησή τους] έγιναν Ρωμαίοι» πρέπει επειγόντως να ελεγχθεί, γιατί φαίνεται να είναι αβάσιμη.

Στις επόμενες δύο σελίδες ο Καλδέλλης εξηγεί ότι η διάκριση μεταξύ Ρωμαίων και μη Ρωμαίων υπήρχε και στη νομοθεσία. Αναφέρει το παράδειγμα του δικαστή Ευστάθιου Ρωμαίου που συνέγραψε την Πείρα, στην οποία γράφει ότι άτομα διαφορετικού γένους που ζούσαν εντός της αυτοκρατορίας είχαν κάνει τις διαθήκες τους όχι βάσει του ρωμαϊκού νόμου, αλλά βάσει τον δικών τους εθίμων. Ορισμένα από αυτά ταεθνικά/βάρβαρα άτομα που αναφέρει ο Ρωμαίος είχαν λάβει σχετικά υψηλά αξιώματα από τον αυτοκράτορα.

Εδώ πρέπει να πω ότι, σύμφωνα με τον ρωμαϊκής καταγωγής αρχιεπίσκοπο Οχρίδος και Πάσης Βουλγαρίας Δημήτριο Χωματιανό/Χωματηνό, οι Βούλγαροι των αρχών του 13ου αιώνα ήταν «εντελώς βάρβαροι (utter barbarians) ανίκανοι να εκτιμήσουν τους Ρωμαϊκούς νόμους (τους οποίους λίγο πρακάτω ο Χωματιανός ορίζει ως τους δικούς μας ευσεβείς νόμους)» οι οποίοι, δύο αιώνες μετά την κατάκτηση/προσάρτησή τους, ακόμα ακουλουθούσαν τα δικά τους (βουλγαρικά) νομικά έθιμα. Σχολιάζοντας μια άλλη υπόθεση, ο Χωματιανός αναγκάστηκε να αποδεχτεί ένα διαζύγιο, το οποίο ήταν παράνομο βάσει Ρωμαϊκού νόμου, αλλά είχε επικυρωθεί βάσει «ἐθνικοῦ ἔθους ἐγχωρίου» (ἐθνικόν = μη Ρωμαϊκό/βάρβαρο,ἐγχώριον = Βουλγαρικό).

Παραθέτω και τα πρωτότυπα κείμενα του Χωματηνού:

1) Με αφορμή ενός βουλγαρικού νομικού εθίμου που εφαρμόστηκε στη Βέρροια, ο Χωματηνός αναρωτιέται αν υπήρχε νουνεχής άνθρωπος που θα αναγνώριζε αυτό το έθιμο ως «ἔννομον»:

[Χωματηνός, Πονήματα Διάφορα 81, γρ. 271-5] τις νοῦν ἔχων ἔννομον δἐξεται; Εἰ γὰρ βάρβαροι πάντως οἱ Βούλγαροι, νόμοι δὲ Ῥωμαίων Βουλγάροις χρῆμα εἰκαῖον καὶ μηδενὸς ἀξιούμενον λόγου (νόμος δὲ βαρβάροις τὸ ἴδιον θέλημα), πῶς εἶχε πρᾶξις γενέσθαι παρὰ τοῦβαρβάρου τοῖς καθ΄ἡμᾶς ἐυσεβέσι νόμοις ἀκόλουθος,

2) Για το διαζύγιο Βουλγάρων από τα Πρισδρίανα (Πρίζρεν του Κοσόβου) και τον Κάτω Πολογό (η Κοιλάδα Πόλογκ νοτίως του όρους Σκάρδος/Šar) που επικυρώθηκε «κατὰ ἐθνικὸν ἔθος ἐγχώριον», και το οποίο ήταν παράνομο κατά τους «φιλευσεβείς» [ρωμαϊκούς] νόμους (Βασιλικά), ο Χωματηνός γράφει:

[Χωματηνός, Πονήματα Διάφορα 103]

[γρ. 1-8] Περὶ μοιχειῶν καὶ ἐθίμων ἐθνικῶν

[…] ἐν τῇ χώρᾳ τῶν Πρισδριάνων […] Ῥαδοσθλάβου τοῦ οἰκοῦντος ἐν τῷ Κάτω Πολόγῳ […]

[γρ. 30-1] Ὁ Δοβρέσινος δὲ προεκόμισε καὶ χάρτην τὸν περιέχοντα τὸδιαζύγιον τοῦ Γεωργίου ἀπὸ τῆς Ὀμπράδας, ὅπερ κατὰ ἐθνικὸν ἔθος ἐγχώριον Γεωργίου,

[γρ. 59-60] Εἰ γὰρ ὁ νόμος ὁ κείμενος ἐν θ΄ κεφάλ. τοῦ ζ΄ τίτλου τοῦ κη΄βιβλίου τῶν Βασιλικῶν […]

[γρ. 75-8] τοῦ πολλάκις ῥηθέντος διαζυγίου δεκτοῦ γεγονότος διὰ τὸ ἐθνικὸν ἔθος […] παράνομον τοῦτο λογίζεται […] ταῖς ἀπὸ τῶν φιλευσεβῶν <νόμων> ἐπηρτημέναις τοῖς μοιχοῖς ποιναῖς […]

Στη συνέχεια ο Καλδέλλης αναφέρει το σχόλιο στην ιστορία του Σκυλίτζη για τους κατοίκους της Καλλίπολης στην Απουλία της Ιταλίας που φαίνονταν ότι ήταν Ρωμαίοι άποικοι (από την Ηράκλεια Ποντική της Βιθυνίας, η μετεγκατάστασή τους έγινε επί Βασιλείου Α΄) από τα ρωμαϊκά τους έθιμα, τη ρωμαϊκή στολή τους και την ρωμαϊκή πολιτική τους οργάνωση.

[Σκυλίτζης, Σύνοψις Ιστοριών, Βασίλειος Α΄, 28 = σλδ 146 στην έκδοση Wortley-Cheynet] ἐπεὶ δὲ καὶ οἰκητόρων ἔδει αὐτῇ, ἐκ τοῦ Πόντου ἀγαγὼν λαὸν, ταύτην ἐνῴκισεν, ἐκ πόλεως Ἡρακλείας τοῦτον λαβών, Καλίπολιν ἐπονομάσας αὐτήν. ὄθεν καὶ Ῥωμαϊκοῖς ἔθεσι καὶ στολαῖς καὶ τῇ ἄλλῃ πάσῃ πολιτικῇ καταστάσει ἄγονται ἄχρι τῆς σήμερον.

Ο Καλδέλλης κλείνει αυτό το θέμα γράφοντας one could apparently tell who was a Roman based on customs, dress and social order(προφανώς, κάποιος μπορούσε να καταλάβει ποιος ήταν Ρωμαίος από τα έθιμα, την ενδυμασία και την κοινωνική οργάνωση).

Υπάρχει ένα χωρίο της Αλεξιάδας το οποίο, όπως παρατήρησε πρόσφατα ο Florin Curta, δείχνει ότι οι Ρωμαίοι μπορούσαν από μακριά να καταλάβουν ποιος δεν ήταν Ρωμαίος. Στη μάχη του Λεβουνίου (1091) ο στρατός του Αλέξιου Κομνηνού νίκησε τους Πατζινάκους εισβολείς. Λίγο πριν τη μάχη οι Ρωμαίοι δέχτηκαν ενισχύσεις από Βούλγαρους και Βλάχους νεόλεκτους (μάλλον ήρθαν από τον Αίμο) που είχε στρατολογήσει ο Νικηφόρος Μελισσηνός. Όταν πρωτοείδαν από μακριά αυτούς τους νεόλεκτους να έρχονται, οι Ρωμαίοι τους μπέρδεψαν για Σκύθες(τῶν Σκυθῶν ἐδόκουν τοῖς πλείστοις κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἰέναι),δηλαδή η πρώτη αντίδραση των Ρωμαίων ήταν να συνειδητοποιήσουν ότι οι Βούλγαροι και Βλάχοι νεόλεκτοι δεν ήταν Ρωμαίοι! Ο Curta πιστεύει ότι αυτό που έκανε τους Ρωμαίους να συνειδητοποιήσουν ότι οι νεόλεκτοι δεν ήταν Ρωμαίοι ήταν ο τρόπος πορείας του στρατεύματος των Βούλγαρων και Βλάχων νεολέκτων. Τα ρωμαϊκά τακτικά εγχειρίδια περιγράφουν ακόμα και τον τρόπο πορείας των ρωμαϊκών στρατευμάτων. Αυτός που κατάλαβε ότι οι στρατιώτες δεν ήταν Σκύθες, αλλά οι Βλάχοι και Βούλγαροι νεόλεκτοι του Μελισσηνού, ήταν ο Βούλγαροςστρατηγός του Κομνηνού Ροδομηρός (Ῥοδομηρὸνἐκ Βουλγάρων ὁρμώμενοςτοὺς ἐκ τοῦ Μελισσηνοῦ πεμφθέντας εἶναι ἔλεγεν).

[Αλεξιάδα, 8.3.4] Παραχρῆμα τοίνυν τὸν καίσαρα Νικηφόρον τὸν Μελισσηνὸν ἀποστείλας μετεκαλεῖτο θᾶττον ἢ λόγος τὴν Αἶνον καταλαβεῖν. Ἔφθασε γὰρ διὰ γραμμάτων δηλώσας συλλέξασθαι ὁπόσους ἂν δυνηθείη οὐκ ἀπὸ τῶν ἤδη ἐστρατευμένων (ἐκείνους γὰρ φθάσας εἰς τὰς πόλεις ἁπανταχῇ τῆς ἑσπέρας διέσπειρεν ἐφ’ ᾧ φρουρεῖν τὰ κυριώτερα τῶν πολιχνίων), ἀλλὰ κατὰ μέρος νεολέκτους καταλέγων, ὁπό σοι τε ἐκ Βουλγάρων καὶ ὁπόσοι τὸν νομάδα βίον εἵλοντο (Βλάχους τούτους ἡ κοινὴ καλεῖν οἶδε διάλεκτος) καὶ τοὺς ἄλλοθεν ἐξ ἁπασῶν τῶν χωρῶν ἐρχομένους ἱππέας τε καὶ πεζούς.

[8.4.5] Ὁ δὲ Μελισσηνὸς καθ’ ἣν φθάσας ἐδέξατο γραφὴν τοῦ αὐτοκράτορος πεποιηκὼς καὶ συλλεξάμενος δυνάμεις ἁπανταχόθεν, ἀπὸ δὲ τῶν ἐγγὺς καὶ πεζοὺς ἐξελάσας ἐπισάξαντας ἐν ἁμάξαις ὑπὸ βοῶν ἑλκομέναις τὰς ἰδίας σκευὰς καὶ τὰ πρὸς χρείαν ἅπαντα σπουδαίως πρὸς τὸν αὐτοκράτορα ἐξέπεμψεν. Οἱ δὲ φθάσαντες ἤδη ἐκ διαστήματος, καθ’ ὅσον ὀφθαλμὸς ἐξικνεῖται περιαθρεῖν τὸ ὁρώμενον, ἀποσπὰς τῶν Σκυθῶν ἐδόκουν τοῖς πλείστοις κατὰ τοῦ αὐτοκράτορος ἰέναι. Ἤδη δὲ καί τις τεθαρρηκὼς καὶ τῷ δακτύλῳ ὑποδεικνὺς τῷ αὐτοκράτορι Σκύθας διενίστατο εἶναι. Ὁ δ’ ἀληθὲς τὸ ῥηθὲν οἰηθεὶς καὶ πρὸς τοσούτους μὴ ἐξισχύων ἐν ἀμηχανίᾳ καθειστήκει.Μεταπεμψάμενος οὖν τὸν Ῥοδομηρὸν τηνικαῦτα (ἀνὴρ δὲ οὗτος ἐκ Βουλγάρων ὁρμώμενος εὐγενὴς καὶ μητρόθεν συγγενὴς τῆς Αὐγούστης καὶ μητρὸς ἡμετέρας) τοῦτον ἀποστείλας ἐπέσκηψε κατασκοπῆσαι τοὺς ἐρχομένους. Ὁ δὲ ταχὺ τὸ κελευσθὲν διηνυκὼς ὑποστρέψας τοὺς ἐκ τοῦ Μελισσηνοῦ πεμφθέντας εἶναι ἔλεγεν. Ὁ δέ γε αὐτοκράτωρ περιχαρὴς γεγονὼς καὶ μικρὸν ἐγκαρτερήσας φθασάντων διαπερᾷ σὺν αὐτοῖς καὶ παραχρῆμα τὴν γενομένην ταφρείαν ἐπὶ πλέον ἐπαυξήσας ἥνωσε τούτους μετὰ τοῦ λοιποῦ στρατεύματος.

Στη συνέχεια ο Καλδέλλης κάνει μια κριτική στην υποχωρούσα πλέον εθνολογική ορθοδοξία του μοντερνισμού και λέει ότι η ρωμαϊκή ταυτότητα που παρουσιάζουν οι βυζαντινές πηγές είναι διαφορετική από τις προνεωτερικές ελιτιστικές ταυτότητες που οι μοντερνιστές πιστεύουν ότι ήταν οι μόνες που υπήρχαν το μεσαίωνα. Οι μεσαιωνικές ελιτιστικές ταυτότητες που έχουν κατά νου οι μοντερνιστές, ήταν έτσι κατασκευασμένες ώστε να τονίζεται η διάκριση της ελίτ από την μάζα ενώ, αντίθετα, η ρωμαϊκή ταυτότητα όπως αυτή παρουσιάζεται από βυζαντινές και μη πηγές είναι σταθερά κοινωνικά συμπεριληπτική. Είναι η κατοχή συγκεκριμένων εθνοτικών δεικτών και όχι η κοινωνική θέση που κάνει κάποιον Ρωμαίο στις βυζαντινές και μη πηγές (λ.χ. Άραβες).

Στις σελίδες 202-7 του άρθρου, ο Καλδέλλης ασχολείται με το θέμα της οικονομικής εκμετάλλευσης των επαρχιών που έθιξε ο Στουραΐτης και το επίμαχο χωρίο με τους κατοίκους της Ατταλείας από τον Βίο του Οσίου Αντωνίου του Νεώτερου. Δεν θα το σχολιάσω εδώ, γιατί πρέπει κάποτε να κλείσω την ανάρτηση. Όσοι ενδιαφέρεστε μπορείτε να διαβάσετε μόνοι σας το άρθρο.

Ο Καλδέλλης κλείνει το άρθρο με τρεις σελίδες συμπερασμάτων, τα βασικότερα από τα οποία παρουσιάζονται στην πρώτη από αυτές. Θα κλείσω την ανάρτηση με το σχολιασμό αυτής της σελίδας.

  1. Οι βυζαντινές πηγές ξεκάθαρα και σταθερά ανασκευάζουν την υπόθεση ότι η Ρωμαϊκή ταυτότητα ήταν αποκλειστικό προνόμιο της Κωνσταντινουπολιτικής ελίτ.
  2. Ρωμαίοι ήταν: α) κοινωνικά όσοι δεν ήταν δούλοι β) εθνοτικά όσοι πληρούσαν τους απαραίτητους εθνοτικούς δείκτες (γλώσσα, θρησκεία, νόμοι, έθιμα κλπ) γ) γεωγραφικά Ρωμαίοι υπήρχαν από τη μια άκρη της αυτοκρατορίας στην άλλη.
  3. Όλες οι πηγές (βυζαντινές/μη βυζαντινές, ελιτιστικές/μη ελιτιστικές, Κωνσταντινουπολιτικές/επαρχιακές κλπ) λένε το ίδιο ακριβώς πράγμα και αυτή η πολυφωνική συμφωνία είναι αδύνατο να είναι προϊόν μιας τεράστιας «συνωμοσίας» που είχε σαν σκοπό να παρουσιάσει ως Ρωμαίους ανθρώπους που δεν ήξεραν ότι ήταν Ρωμαίοι.

https://smerdaleos.wordpress.com/2017/06/23/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%8E%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B4%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%82-%CE%B7-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B5%CE%BC%CE%B2%CE%AD%CE%BB%CE%B5/

Advertisements