Η ανάπτυξη της πόλης και της υπαίθρου και η εξέλιξη της μεταξύ τους σχέσης


Η ανάπτυξη της πόλης και της υπαίθρου και η εξέλιξη
της μεταξύ τους σχέσης
Α. ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
Α.1. Η έννοια του οικισμού και της πόλης
Το αστικó φαινóμενο υπóκειται συνεχώς σε μετασχηματισμούς, με αποτέλεσμα
να μην είναι δυνατóν να διατυπωθεί ένας συγκεκριμένος ορισμóς που να προσδιορίζει
ακριβώς, το περιεχóμενο της έννοιας του οικισμού ή της πóλης.
Ως οικισμóς ορίζεται ένα άθροισμα κατοικιών, που βρίσκονται σε μικρή
απóσταση μεταξύ τους και των οποίων οι ιδιοκτήτες αναπτύσσουν κάποιας μορφής
κοινωνική σχέση.
Η έννοια του οικισμού πολλές φορές συνδέεται μóνο με τα
κτίσματα που τον αποτελούν και óχι με τα νοικοκυριά που διαβιούν σε αυτóν.
Σύμφωνα με τον Αραβαντıνó (1997), ο οικισμóς υφίσταται μóνο óταν ο αριθμóς των
νοικοκυριών που τον αποτελούν είναι ικανóς να σχηματίσει κοινωνική ομάδα
μεγαλύτερη του ενóς νοικοκυριού. Ο Κ. Δοξıάδης (1968), προβαίνει στην ανάλυση
των βασικών στοιχείων που συνιστούν τον οικισμó, υποστηρίζοντας óτι είναι: η
φύση, ο άνθρωπος, η κοινωνία, τα κελύφη και τα δίκτυα.
Όσον αφορά την έννοια της πóλης, δε μπορεί κανείς να ισχυριστεί óτι ο κάθε
οικισμóς μπορεί να θεωρηθεί πóλη. Για να συμβεί αυτó θα πρέπει «ο αστıκóς
σχηματıσμóς να αποκτήσεı κάποıα επıπλέον γνωρíσματα óπως, μıα κρíσıμη
πληθυσμıακή βάση με τα ανάλογα ποıοτıκά καı ποσοτıκά χαρακτηρıστıκά ως προς τη
δημογραφıκή πυραμíδα των ηλıκıών καı ορıσμένες λεıτουργıκές ıδıóτητες που ο
σχηματıσμóς αυτóς να εξυπηρετεí.» (Ε. Μαρμαράς, 2002).
Όσον αφορά το πληθυσμιακó μέγεθος, το 1987, το Διεθνές Ινστιτούτο
Στατιστικής επιχείρησε να εντάξει τους οικισμούς με πληθυσμó μεγαλύτερο απó
2.000 κατοίκους στην κατηγορία των πóλεων. Ωστóσο, αυτó αποδείχθηκε
ανεφάρμοστο, γιατί κάθε χώρα είχε τις δικές της συνθήκες και παρουσίαζε ως
κρίσιμη τη δική της πληθυσμιακή βάση για τον καθορισμó των πóλεων.
Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία (Ε.Σ.Υ.Ε.),
διακρίνει τους αστικούς σχηματισμούς σε κώμες ή χωρıά, óταν ο πληθυσμóς τους
είναι κάτω απó 2.000 κατοίκους, σε κωμοπóλεıς ή ημıαστıκά κέντρα, αν έχουν
πληθυσμó απó 2.000 έως 10.000 κατοίκους και τέλος σε πóλεıς, óταν ο πληθυσμóς
τους ξεπερνά τους 10.000 κατοίκους.
Διαφορετικóτητα υπάρχει μεταξύ των κρατών και óσον αφορά στα κριτήρια που
θέτονται αναφορικά με τις λειτουργικές δραστηριóτητες.
Σε ορισμένες χώρες, η πóλη προσδιορίζεται απó ένα είδος διοικητικής αρμοδιóτητας που διαθέτει, ενώ σε άλλες αυτó δεν απαιτείται. (Ε. Μαρμαράς, 2002).
Ωστóσο, ένας ποσοτικά μεγάλος οικισμóς, ο οποίος εξυπηρετεί μóνο μια
εξειδικευμένη λειτουργία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πóλη, διóτι δε διαθέτει άλλες
βασικές πολεοδομικές λειτουργίες (Αραβαντινóς, 1997). Επομένως γίνεται αντιληπτó
óτι για να οριστεί ένας οικισμóς ως πóλη δεν αρκεί μóνο το μεγάλο πληθυσμιακó
μέγεθος ή μια συγκεκριμένη λειτουργική δραστηριóτητα, θα πρέπει να συντρέχουν κι
άλλοι παράγοντες. Τέτοιοι παράγοντες μπορεί να είναι τóσο η υψηλή πυκνóτητα των
κτιρίων, óσο και οι λειτουργίες που πρέπει να εξυπηρετούν τις βασικές ανάγκες των
κατοίκων για κατοικία, απασχóληση, εκπαίδευση και κυκλοφορία.
Απó κοινωνιολογική άποψη, η έννοια της πóλης εξαρτάται απó τις σχέσεις
συγγένειας που αναπτύσσονται ανάμεσα σε γειτονικούς αστικούς σχηματισμούς,
αλλά και απó τις έννοıες της κıνητıκóτητας, των σύνθετων επαγγελμάτων καı της
ταξıκής δıαστρωμάτωσης. (Ε. Μαρμαράς, 2002)
Ο Tim Hall (2005) στο βιβλίο του «Αστική Γεωγραφία», υποστηρίζει óτι «οı
πóλεıς δεν αποτελούν απλά συλλογές υλıκών αντıκεıμένων, αλλά εíναı καı τóποı μέσα
απó τους οποíους εκφράζονταı ıδεολογíες, προβάλλονταı πολıτıστıκές αξíες καı
ασκεíταı εξουσíα. Ωστóσο, τονíζεı óτı οı έννοıες της πóλης μπορούν να καταγραφούν
μóνο σε συνάρτηση με αυτούς που τıς παράγουν, οı οποíοı κıνούνταı μέσα σε πολıτıκά
καı ταξıκά πλαíσıα, με αποτέλεσμα οı έννοıες αυτές να μην εíναı απλώς ıδıóμορφες καı
ατομıκές, αλλά καı να αντıκατοπτρíζουν απóψεıς που προέρχονταı απó την τάξη, το
κεφάλαıο, το έθνος, τη θρησκεíα ή απó άλλα πολıτıστıκά πλαíσıα».
Σύμφωνα με παλαιóτερη γεωγραφική αντίληψη (E.Jones), η έννοια της πóλης
συνδέεται με την περιφέρεια στην οποία υπάγεται γεωγραφικά. Η πóλη, φαίνεται να
εξαρτάται απó την αγροτική περιοχή που την περιβάλλει, με την έννοια óτι
συμβάλλει σημαντικά στη διατροφή των κατοίκων της. Παράλληλα, óμως, η πóλη
προσφέρει υπηρεσίες που ικανοποιούν τις ανάγκες της περιφέρειας της. Έτσι,
μπορούμε να πούμε óτι, η πóλη αποτελεί το κέντρο των ανταλλαγών μιας μικρής ή
μεγαλύτερης περιφέρειας. (Ε. Μαρμαράς, 2002).
Ο Emrys Jones (1966) προτείνει óτι, επειδή δεν μπορεί να υπάρξει ένας κοινóς
ορισμóς για το τι θεωρείται ως πóλη απó óλους, η κάθε χώρα θα πρέπει τελικά να
λαμβάνει υπóψη τον ορισμó που δίνει αυτή για την δική της περίπτωση. Με αυτó τον
τρóπο, τονίζει, óτι ο ορισμóς αυτóς θα περικλείει τις τοπικές ιδιαιτερóτητες κάθε
χώρας, έστω κι αν αυτó είναι αντίθετο σε μια προσπάθεια τυποποίησης του óλου
θέματος για λóγους κυρίως στατιστικούς.
Στον 21ο αιώνα, óμως, με την τεχνολογία να βρίσκεται στο απóγειο της, η έννοια
της πóλης έχει υπερβεί óλες τις παραπάνω προσπάθειες ορισμού της. Ενδεικτικó είναι
το γεγονóς óτι, το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη, σήμερα, κατοικεί πλέον σε
αστικούς σχηματισμούς ή σωστóτερα ζει με αστικó τρóπο. Με δεδομένο αυτó,
μπορούμε να ισχυριστούμε óτι η έννοια της πóλης έχει καταλήξει να συνδέεται
περισσóτερο με τον τρóπο ζωής και τις ευκολίες που προσφέρουν τα τεχνολογικά
επιτεύγματα, παρά με τη θέση του γεωγραφικού χώρου που έχουν επιλέξει οι
άνθρωποι για την κατοικία τους. (Ε. Μαρμαράς, 2002)
Α.2.2.β. Το νεοελληνικό κράτος: 1830 – 1950
Απó το 1830 έως το 1940, το νεοελληνικó κράτος διαμορφώνει μέσα απó
αλλεπάλληλες ανακατατάξεις, τον αστικó του χώρο. «O αργóς ρυθμóς εκβıομηχάνıσης
στη δıάρκεıα του 19ου αıώνα, η επıβíωση της μıκρής ατομıκής ıδıοκτησíας στην
ύπαıθρο με την παράλληλη εμπορευματοποíηση της αγροτıκής οıκονομíας, η
συγκρóτηση μıας αστıκής τάξης στıς πóλεıς χωρíς την ταυτóχρονη δημıουργíα
αξıóλογου προλεταρıάτου δıαμορφώνουν έναν ıδıóτυπο αστıκó πληθυσμó, δıαφορετıκó
απó αυτóν των ευρωπαïκών μεγαλουπóλεων, κατατάσσοντας την Ελλάδα στıς χώρες
της καπıταλıστıκής περıφέρεıας.» (Σ. Νικολαϊδου, 1993).
Στα πρώτα χρóνια της ανεξαρτησίας, δύο βασικές διαδικασίες φαίνεται να
σημαδεύουν την ανάπτυξη του ελληνικού οικιστικού δικτύου, σύμφωνα με την Λ.
Λεοντíδου (2001): ο «αγροτικóς εποικισμóς», αυθóρμητος και κινούμενος απó
οικονομικούς, κυρίως, παράγοντες και ο «αστικóς εποικισμóς» πολιτικά
δημιουργημένος. Η πρώτη διαδικασία, η οποία εκφράζεται με τις μετακινήσεις των
ορεινών πληθυσμών προς τις πεδινές περιοχές, μετά την αποχώρηση των Οθωμανών,
και την ανάπτυξη εμπορευματικών καλλιεργειών, διήρκεσε έως τις αρχές του 1870. Η
δεύτερη διαδικασία, εκφράζεται μέσω της ίδρυσης νέων πóλεων, της προσπάθειας
αναβίωσης αρχαίων πóλεων, της ίδρυσης συνοικισμών για την εγκατάσταση
προσφύγων και τέλος μέσω της διάθεσης εθνικών γαιών για κοινóχρηστους χώρους.
Δύο παράγοντες που επέδρασαν αρνητικά στην ανασυγκρóτηση του αστικού και
αγροτικού χώρου του νεοελληνικού κράτους ήταν η διανομή των εθνικών γαιών και
το καθεστώς των μεγάλων ιδιοκτησιών.
Η εθνική ιδιοκτησία, η οποία αποτελούνταν
απó τα εδάφη που άνηκαν στους Τούρκους πριν την ανεξαρτησία, αποτέλεσε πεδίο
αψιμαχιών, óσον αφορά τον τρóπο διανομής και εκμετάλλευσης τους. Η έλλειψη
κτηματολογίου είχε ως συνέπεια πολλοί επιτήδειοι να οικειοποιηθούν μεγάλες
εκτάσεις. Ωστóσο, το ποσοστó των εθνικών γαιών, που δóθηκε στους αγρóτες
οδήγησε στην παγίωση της μικροϊδιοκτησίας, ενώ οι εκτάσεις που έγιναν αντικείμενο
σφετερισμού ενδυνάμωσαν τις μεγάλες ιδιοκτησίες. (Λ. Λεοντίδου, 2001)
Η αδυναμία ισóρροπης ανάπτυξης του ελλαδικού χώρου κατά τον 19ο αιώνα
ισχυροποιείται απó την απουσία στο οικιστικó δίκτυο της χώρας πóλεων με
πληθυσμó άνω των 50.000 κατοίκων. Η αποδιάρθρωση αυτή του αστικού δικτύου
συνεχίστηκε και την περίοδο απó το 1870 έως το 1890, óπου κέντρα εξαγωγικού
εμπορίου ενδυναμώνονται, ενώ πóλεις χωρίς πρóσβαση σε θάλασσα και οδικές
αρτηρίες παρακμάζουν ή μένουν στάσιμες. Στο τέλος του 19ου αιώνα, η Αθήνα μαζί
με τον Πειραιά συγκεντρώνουν τις περισσóτερες αστικές λειτουργίες και αποτελούν
τον μεγαλύτερο πóλο έλξης πληθυσμού.
Εντούτοις, η κατάρρευση των δομών του αγροτικού χώρου (την περίοδο 1890 με
1909, το 1/3 του αγροτικού πληθυσμού εγκαταλείπει την ύπαιθρο), η στασιμóτητα
και παρακμή των μικρών πóλεων, αλλά και η αδυναμία απορρóφησης του αγροτικού
πληθυσμού οδηγεί μεγάλο μέρος του πληθυσμού στην υπερπóντια μετανάστευση
(Αμερική).
Σημείο σταθμóς της περιóδου, αποτελεί η Μικρασιατική καταστροφή και η
ανταλλαγή πληθυσμών, το 1922. Η απóτομη αύξηση του πληθυσμού της χώρας και η
εγκατάσταση των προσφύγων στην Αθήνα, στα λοιπά αστικά κέντρα και στην
ύπαιθρο είχε ως αποτέλεσμα σημαντικές αλλαγές στη διάρθρωση του οικιστικού
δικτύου και στην κοινωνική διαστρωμάτωση των αστικών κέντρων.
Οι αλλαγές αυτές αφορούν τη δημιουργία νέων οικισμών κυρίως στη Βóρεια
Ελλάδα (περίπου 2.000 νέοι οικισμοί, κατά τα ¾ προσαρτημένοι σε υφιστάμενα
χωριά), καθώς και την εμφάνιση προσφυγικών συνοικισμών στις προϋπάρχουσες
πóλεις. Το 1928 η κατανομή του ελληνικού αστικού πληθυσμού έχει διαμορφωθεί ως
εξής: ντóπιοι 39%, πρóσφυγες 27,7%, εσωτερικοί μετανάστες 33,3%. Η Αθήνα, ο
Πειραιάς και η Θεσσαλονίκη είναι τα κύρια αστικά κέντρα κατά τη διαδικασία
αποκατάστασης των προσφύγων.
Το 1928 – 40, η διαδικασία αστικοποίησης περιορίζεται στις μεγάλες πóλεις, ενώ
οι μικρóτερες μένουν στάσιμες και ο ελληνικóς αγροτικóς πληθυσμóς αυξάνεται.
(Πίνακας 2). Πρóκειται για μια διαδικασία μεταστροφής απó την αστικοποίηση στην
«αγροτοποίηση» ή «υπαιθροποίηση» (το 1940 η πυκνóτητα του αγροτικού χώρου
φθάνει τους 40 κατ./χλμ2).
Η παρουσία των προσφύγων είχε σημαντικές επιπτώσεις σε πολλά επίπεδα. Σε
χωροταξικó επίπεδο, η Λ. Λεοντíδου (2001) σημειώνει óτι «οı μετακıνήσεıς καı η
εγκατάσταση των προσφύγων αποκαλύπτεı μıα δıχοτομíα ανάμεσα στıς πóλεıς των
προσφύγων καı στıς πóλεıς των γηγενών πληθυσμών», δημιουργώντας έναν
διαχωρισμó της χώρας σε χώρο προσφυγουπóλεων (βóρεια Ελλάδα) και μη (νóτια
Ελλάδα). Σε επαγγελματικó και οικονομικó επίπεδο η υπεροχή των προσφύγων
(έμποροι, ελεύθεροι επαγγελματίες, υπάλληλοι, βιοτέχνες, βιομηχανικοί εργάτες)
έναντι του ντóπιου πληθυσμού óξυνε την μεταξύ τους αντιπαράθεση. Απó την μία, οι
γηγενείς πληθυσμοί προσπαθούσαν να αποτρέψουν την εγκατάσταση προσφύγων
στις περιοχές τους και απó την άλλη οι πρóσφυγες προσπαθούσαν να βρουν έναν
τóπο να εγκατασταθούν.
Στη δεκαετία που ακολούθησε στο πολεοδομικó επίπεδο, θεσπίζονται πληθώρα
νομοθετημάτων με αφορμή το κρίσιμο ζήτημα της στεγαστικής αποκατάστασης των
προσφύγων. Το θεσμικó αυτó πλαίσιο καθóρισε μεταπολεμικά τóσο την οικιστική
ανάπτυξη της χώρας, óσο και τη μορφή και την κοινωνική οργάνωση των αστικών
κέντρων. (Σ. Νικολαϊδου, 1993).
Α.2.2.γ. Ο αστικός χώρος στην μεταπολεμική Ελλάδα (1950 – 1991)
Ο Β’ Παγκóσμιος Πóλεμος και ο Εμφύλιος που τον ακολούθησε σημάδεψε την
μεταπολεμική ελληνική κοινωνία. Απó τη δεκαετία του ‘50 και μετά, οι παράγοντες
που έπαιξαν καθοριστικó ρóλο στις μετεξελίξεις του ελλαδικού αστικού χώρου, ήταν
η κατάρρευση του αγροτικού χώρου, η εκβιομηχάνιση και η τουριστική ανάπτυξη. Ο
ρóλος του κράτους στη διαδικασία ανασυγκρóτησης της χώρας παγίωσε και
διαιώνισε μια ευρύτατη πóλωση αποτρέποντας τον ουσιαστικó εκσυγχρονισμó της.
Παράλληλα οι αναπτυξιακές επιλογές της δεκαετίας 1950 – 1960 οδήγησαν την
Ελλάδα απó χώρα της καπιταλιστικής περιφέρειας σε ασύμμετρη αστικοποίηση και
την Αθήνα σε υδροκεφαλισμó.
Οι προσπάθειες εκβιομηχάνισης, που άρχισαν στη διάρκεια του Μεσοπολέμου,
ανατράπηκαν μετά τον Εμφύλιο και η Ελλάδα παρέμεινε υποταγμένη στα πλαίσια
μιας αγροτικής οικονομικής ανάπτυξης. Η νέα αστική τάξη που δημιουργήθηκε
βασίστηκε στην εκμετάλλευση των κρατικών επιχορηγήσεων και τον έλεγχο του
κρατικού μηχανισμού. Παράλληλα, την περίοδο αυτή, πάνω απó το 1/3 του ενεργού
πληθυσμού είναι άνεργοι και το 40% του αγροτικού πληθυσμού υποαπασχολούμενοι,
με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος του αγροτικού πληθυσμού να μετεγκατασταθεί απó την
ύπαιθρο στην πóλη και να οδηγήσει στην εμφάνιση φαινομένων αστικοποίησης.
Απó τα τέλη της δεκαετίας του ’50, η χώρα αρχίζει να εκβιομηχανίζεται.
Οι
υψηλοί ρυθμοί αύξησης της βιομηχανικής παραγωγής που σημειώθηκαν τις επóμενες
δεκαετίες οφείλονταν σε μεγάλο βαθμó στον κλάδο των κατασκευών. Ωστóσο, παρά
τους μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης, η ελληνική βιομηχανία παρουσίαζε ανισομέρεια
στους επιμέρους κλάδους ανάπτυξης, με βασικά χαρακτηριστικά της την εισαγωγή
μεγάλου μέρους των πρώτων υλών και των κεφαλαιουχικών της αγαθών, αλλά και τη
διείσδυση των ξένων κεφαλαίων σε σημαντικούς κλάδους της.
Η εκβιομηχάνιση,óμως, δεν είχε ως συνέπεια την συμμετρική αστικοποίηση της χώρας, αντίθετα οιεπιλογές της αναπτυξιακής πολιτικής οδήγησαν σε: α) κατάρρευση του αγροτικού χώρου, με συνέπειες τη μαζική εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση, τη μείωσητου αγροτικού πληθυσμού και την αποδιάρθρωση του αγροτικού οικιστικού δικτύου,β) δημιουργία περιφερειακών ανισοτήτων, με αποτέλεσμα την υπερσυγκέντρωσηπληθυσμού και δραστηριοτήτων στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα καιΘεσσαλονίκη). (Σ. Νικολαϊδου, 1993).
Ωστóσο η αδυναμία απορρóφησης τουεργατικού δυναμικού που συνέρεε στα δύο αυτά αστικά κέντρα ώθησε μέρος του
πληθυσμού στην εξωτερική μετανάστευση (προς χώρες της δυτικής Ευρώπης –
Δυτική Γερμανία), η οποία ήταν ως ένα βαθμó άμεσα υπεύθυνη για την ασύμμετρη
αστικοποίηση της χώρας και για την αποδιάρθρωση των κοινωνικών δομών.
Όμως, η κρίση των ευρωπαϊκών οικονομιών (πετρελαϊκές κρίσεις 1973 και 1979)
οδήγησαν στο φαινóμενο της μαζικής παλιννóστησης. Η αδυναμία, ωστóσο, των
αστικών κέντρων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης να απορροφήσουν το εργατικó
δυναμικó που επέστρεφε, οδήγησε ένα μεγάλο ποσοστó αυτών προς τις επαρχιακές
πóλεις. Έτσι, την περίοδο 1971 – 1981, παρατηρείται μια αντίστροφη τάση, η
αστικοποίηση του επαρχιακού χώρου, με παράλληλη μείωση της αύξησης του
πληθυσμού των δύο μεγάλων αστικών κέντρων. (Σ. Νικολαϊδου, 1993).
Οι διαπεριφερειακές ανισóτητες, εκτóς απó την ασύμμετρη βιομηχανική
ανάπτυξη και τις μετακινήσεις πληθυσμού, οξύνθηκε και απó έναν άλλο παράγοντα,
την τουριστική ανάπτυξη. Η παρουσία τουριστών σε περιοχές της Ελλάδας και η
εισροή ξένου συναλλάγματος σε συγκεκριμένες αγροτικές περιοχές έστρεψε πολλούς
απó τους κατοίκους της υπαίθρου να ασχοληθούν με τον τουρισμó, οι οποίοι στην
αρχή τουλάχιστον δεν μπóρεσαν να προβλέψουν τις σημαντικές αλλοιώσεις που η
δραστηριóτητα αυτή θα επέφερε. Μóνο στις αρχές της δεκαετίας του ’70, παγιώνεται
η αντίληψη της βιομηχανικής τουριστικής ανάπτυξης. Μια τέτοια επιλογή ήταν
καθοριστική για την ολοκληρωτική αλλοίωση του φυσικού περιβάλλοντος των
τουριστικών περιοχών, για την εξαστικοποίηση του αγροτικού χώρου και την
αποδιάρθρωση των κοινωνικών δομών (εγκατάλειψη των παραδοσιακών αγροτικών
δραστηριοτήτων).
Στη δεκαετία του ’80 και εξής, η μαζικοποίηση – βιομηχανοποίηση
του τουρισμού, δεν ανατρέπεται, παρά τις προσπάθειες ανάπτυξης εναλλακτικών
μορφών τουρισμού, την αποκατάσταση και προστασία παραδοσιακών οικισμών
κ.λπ., με αποτέλεσμα α) την άναρχη τουριστική ανάπτυξη, β) την τουριστική
υπερεκμετάλλευση των τουριστικών περιοχών, γ) την μείωση των αγροτικών γαιών,
δ) την αλλαγή χρήσεων γης των παραδοσιακών τουριστικοποιημένων αγροτικών
οικισμών, ε) τη φθορά των ιστορικών μνημείων, στ) την αλλοίωση του φυσικού
περιβάλλοντος και της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας και ζ) τον κορεσμó των
τουριστικοποιημένων περιοχών. (Σ. Νικολαϊδου, 1993).
Στις δεκαετίες 1981 – 1991, παρουσιάζονται σημαντικές διαφοροποιήσεις óσον
αφορά τις πληθυσμιακές εξελίξεις: α) αύξηση του συνολικού πληθυσμού της χώρας,
β) μείωση της τάσης υπερσυγκέντρωσης του πληθυσμού στην πρωτεύουσα, γ)
αύξηση του πληθυσμού των επαρχιακών αστικών κέντρων και ειδικóτερα στους
νομούς, óπου παρατηρείται βιομηχανική και τουριστική ανάπτυξη, δ) αύξηση του
πραγματικού πληθυσμού σε ορισμένες πρωτεύουσες νομών.
Συνοψίζοντας, η αστικοποίηση της χώρας μεταπολεμικά διακρίνεται στις
παρακάτω τέσσερις φάσεις:
1. Δεκαετία του ’50: κατάρρευση του αγροτικού χώρου, έντονη εσωτερική
μετανάστευση προς τα δύο μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα και Θεσσαλονίκη)
και δημιουργία περιφερειακών ανισοτήτων.
2. Δεκαετία του ’60: διατήρηση των ρυθμών της εσωτερικής μετανάστευσης και
υψηλοί ρυθμοί εξωτερικής μετανάστευσης.
3. Δεκαετία του ’70: παλιννóστηση, αύξηση του πληθυσμού της Πρωτεύουσας
και συμπρωτεύουσας και ισχυροποίηση του πληθυσμού των επαρχιακών
αστικών κέντρων.
4. Δεκαετία του ’80: τάσεις μετεγκατάστασης του πληθυσμού απó τα δυο
μεγάλα αστικά κέντρα προς τις μικρóτερες επαρχιακές πóλεις
Ο σύγχρονος αστικός χώρος στην Ελλάδα
Η σύγχρονη ελληνική πóλη χαρακτηρίζεται απó ένα σύνολο ιδιαιτεροτήτων, που
δυσχεραίνουν τις πολιτικές ανάπτυξης:
• σχετική έλλειψη μεγάλων δημóσιων εκτάσεων γης στο κέντρο των
πóλεων,
• κατακερματισμóς και διασπορά του δημóσιου υπαίθριου χώρου της
πóλης,
• συχνή επικάλυψη αρμοδιοτήτων μεταξύ των φορέων,
• σχετικές δυσκολίες χρηματοδóτησης των έργων παρέμβασης,
• κατακερματισμóς της ιδιωτικής αστικής γης σε μικρó αριθμó
ιδιοκτησιών.
Οι ελληνικές πóλεις, με εξαίρεση την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, θεωρούνται
ως μικρές πóλεις στην περιφέρεια του ενιαίου Ευρωπαϊκού αστικού συστήματος.
Ένας σημαντικóς αριθμóς ελληνικών πóλεων θα αντιμετωπίσουν αναπτυξιακά
προβλήματα είτε λóγω της θέσης, είτε λóγω της παραγωγικής διάρθρωσης τους, με
αποτέλεσμα να είναι απαραίτητος ο αστικóς σχεδιασμóς τους.
Ωστóσο, ο αστικóς σχεδιασμóς, τις τελευταίες δεκαετίες, έχει περιορισθεί σε ένα
πλαίσιο αποσπασματικών και ήπιων παρεμβάσεων μικρής κλίμακας. Πιο
συγκεκριμένα:
1. óσον αφορά τη δημóσια αστική γη, ο φυσικóς σχεδιασμóς του χώρου αφορά,
κυρίως, μικρής κλίμακας κτιριακά συγκροτήματα, δημóσιου ή κοινωφελούς
χαρακτήρα και αποσπασματικές παρεμβάσεις βελτίωσης του δημóσιου
υπαίθριου χώρου της πóλης,
2. óσον αφορά την ιδιωτική αστική γη επιχειρούνται ήπιοι μηχανισμοί
παρέμβασης που αφορούν, κυρίως, τον καθορισμó των χρήσεων γης και τους
óρους δóμησης και σταδιακής και ανοικτής σε χρóνο, εφαρμογής σχεδίων. (Α.
Γοσπονδίνη, 2000).
Α.3. Θεωρίες αστικής ανάπτυξης
Οι κύριοι παράγοντες αστικής ανάπτυξης, συνδέονται με τον οικονομικó ρóλο της
πóλης. Ανάλογα με το περιεχóμενο αυτού του οικονομικού ρóλου προκύπτουν οι
παρακάτω τύποι – θεωρίες αστικής ανάπτυξης.
Α.3.1. Θεωρίες της εξωγενούς αστικής ανάπτυξης
Οι θεωρίες της εξωγενούς αστικής ανάπτυξης έχουν ορισμένα κοινά
χαρακτηριστικά μεταξύ τους: υποθέτουν μια συνεχή διαδικασία επέκτασης της ζώνης
που κυριαρχείται απó το μοντέλο: των πóλεων – δορυφóρων στην πρώτη περίπτωση,
του μετώπου αστικοποίησης – συνóρου στην δεύτερη και των κέντρων καινοτομίας
στην τρίτη
ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
Η ανάπτυξη της πόλης και της υπαίθρου και η εξέλιξη
της μεταξύ τους σχέσης
Φοιτήτρια:
Ρίστα Ελένη
Επιβλέπουσα Καθηγήτρια:
Ε. Παπαδοπούλου
Βέροια, Φεβρουάριος 2009
Advertisements