«Πάγο» στις αυξήσεις στην τιμή του νερού από την Επιτροπή Υδάτων


ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΑΛΙΟΣ

Στην τιμή του νερού θα συνυπολογίζονται το περιβαλλοντικό κόστος, το «κόστος πόρου» και γενικώς τα έργα, οι υποδομές και το κόστος λειτουργίας τους.

«Παγώνει» τις αυξήσεις στην τιμή του νερού για οικιακή ή αγροτική χρήση η Εθνική Επιτροπή Υδάτων. Οπως αποφάσισε, οι αυξήσεις για ανάκτηση του πραγματικού κόστους του νερού, όπως επιβάλλει κοινοτική οδηγία, δεν μπορούν να υπερβαίνουν την αύξηση του ποσοστού του ΑΕΠ της προηγούμενης χρονιάς, η οποία ήταν πέρυσι αρνητική. Με την εφαρμογή των νέων κανόνων πρέπει να σταματήσει και η δωρεάν διάθεση αρδευτικού νερού –όπου αυτή εξακολουθεί να συμβαίνει–, χωρίς όμως να επηρεάζεται η βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Η έγκριση του νέου πλαισίου τιμολόγησης αποτελούσε αιρεσιμότητα (προϋπόθεση για ένταξη στο ΕΣΠΑ) στον τομέα των υδάτων.

Το νέο πλαίσιο, το οποίο ενέκριναν οι επτά υπουργοί που συμμετέχουν στην Εθνική Επιτροπή Υδάτων (με επικεφαλής το υπουργείο Περιβάλλοντος, στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκουν τα νερά) δίνει τους γενικούς κανόνες κοστολόγησης και τιμολόγησης που πρέπει να ακολουθήσουν τα επόμενα χρόνια όλοι οι πάροχοι νερού: οι ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ, ΔΕΥΑ και λοιπές υπηρεσίες των δήμων για το οικιακό νερό και οι ΓΟΕΒ, ΤΟΕΒ κ.λπ. για το αρδευτικό νερό.

Να σημειωθεί ότι η συγκριμένη απόφαση έπρεπε να είχε εκδοθεί από το 2010 και αποτελούσε αιρεσιμότητα για τη χώρα στον τομέα των υδάτων. Οπως εκτιμά το ΥΠΕΝ, η μη εκπλήρωσή της θα σήμαινε απώλεια πόρων, ύψους 1,2 δισ. ευρώ του ΕΣΠΑ, ενώ η δημοσίευσή της «απελευθερώνει» σημαντικές πράξεις προκήρυξης και χρηματοδότησης υποδομών άρδευσης σε όλη την Ελλάδα.

Οπως ορίζει η απόφαση, στην τιμή του νερού πρέπει να συνυπολογίζεται το περιβαλλοντικό κόστος (το οποίο και θα αποδίδεται στο Πράσινο Ταμείο), το «κόστος πόρου» (εκεί όπου ο πόρος υφίσταται μεγάλη πίεση) και γενικώς τα έργα, οι υποδομές και το κόστος λειτουργίας τους. Το περιβαλλοντικό τέλος και το κόστος πόρου προσδιορίzονται κάθε φθινόπωρο από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση, με βάση μια γενική μεθοδολογία. Επί της αρχής, τα έσοδα πρέπει να καλύπτουν όχι μόνο τα έξοδα, αλλά το συνολικό κόστος του νερού. Ομως αυξήσεις δεν μπορούν να επιβληθούν άμεσα, καθώς δεν πρέπει να ξεπερνούν το ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ.

Επί της αρχής, το νερό ύδρευσης πρέπει να χρεώνεται κλιμακωτά. Η πρώτη κλίμακα θα «αντιστοιχεί στις βασικές ανάγκες διαβίωσης του πληθυσμού» και θα παρέχεται «σε οικονομικά προσιτή τιμή, που μπορεί να προσεγγίζει και τη μηδενική». Μέριμνα επίσης πρέπει να λαμβάνεται για τις ευπαθείς ομάδες, αλλά χωρίς να επιτρέπεται η σπατάλη νερού.

Οσον αφορά στην άρδευση, κάθε νέο οργανωμένο δίκτυο πρέπει υποχρεωτικά να διαθέτει υδρομετρητές. Οσα δεν διαθέτουν πρέπει εντός τριετίας να αποκτήσουν – αν όμως αυτό δεν είναι εφικτό, τότε να καταθέσουν ένα σχέδιο δράσης (που να μην ξεπερνά τα επτά χρόνια).

Η δωρεάν παροχή νερού αποκλείεται, ωστόσο η τιμολόγηση του νερού δεν πρέπει «να ανατρέπει τις συνθήκες βιωσιμότητας των αγροτικών χρήσεων». Οπου δεν υπάρχουν υδρομετρητές, ο πάροχος πρέπει να χρεώνει εκτιμώντας την ποσότητα που καταναλώθηκε κατά έκταση γης και καλλιέργεια. Οι αγρότες που θα εφαρμόζουν καλές πρακτικές άρδευσης δεν θα επιβαρύνονται με περιβαλλοντικά τέλη, ενώ από την καταβολή περιβαλλοντικών τελών θα εξαιρούνται οι πιο αδύναμοι οικονομικά.

Γενικά, οι αλλαγές δεν αναμένονται σύντομα, καθώς τα περιβαλλοντικά τέλη δεν θα επιβληθούν πριν από την αναθεώρηση των σχεδίων διαχείρισης των λεκανών απορροής (το νωρίτερο το 2018, ενδεχομένως και αργότερα). Το νέο πλαίσιο συνεπάγεται ότι τόσο οι ΔΕΥΑ όσο και οι ΤΟΕΒ πρέπει να πάψουν να χρησιμοποιούνται ως «εργαλεία» παροχών και πρέπει να τιμολογούν το νερό πιο κοντά στην πραγματικότητα (κάτι που σε ορισμένες περιοχές, όπως, λ.χ., στα νησιά όπου υπάρχει σοβαρό έλλειμμα νερού δεν ήταν ο κανόνας).

Απόφαση της Εθνικής Επιτροπής Υδάτων για τις υπηρεσίες ύδατος

Προστασία της κοινωνίας και των υδάτινων πόρων, μείωση κόστους, επιβράβευση της οικονομίας νερού και στήριξη των αγροτών προβλέπει η Απόφαση για την κοστολόγηση και τιμολόγηση υπηρεσιών ύδατος

 Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β 1751/22-05-2017) η Απόφαση της Εθνικής Επιτροπής Υδάτων, με θέμα την «Έγκριση γενικών κανόνων κοστολόγησης και τιμολόγησης υπηρεσιών ύδατος. Μέθοδος και διαδικασίες  για την ανάκτηση κόστους των υπηρεσιών ύδατος στις διάφορες χρήσεις του». Πρόκειται για υποχρέωση της χώρας στο πλαίσιο της Οδηγίας Πλαίσιο 2000/60/ΕΕ για τα νερά, όπως ενσωματώθηκε στο Ελληνικό δίκαιο με το ν. 3199/2003.

Η συγκριμένη Απόφαση έπρεπε να είχε εκδοθεί από το 2010 και αποτελούσε αιρεσιμότητα για τη χώρα στον τομέα των υδάτων. Η μη εκπλήρωσή της θα σήμαινε απώλεια πόρων, ύψους 1,2 δις ¤ του ΕΣΠΑ της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου 2014-2020. Η δημοσίευσή της απελευθερώνει σημαντικές πράξεις προκήρυξης και χρηματοδότησης υποδομών άρδευσης σε όλη την Ελλάδα.

Στο περιεχόμενο της Απόφασης καταδεικνύεται η πρόθεση του υπουργείου και της κυβέρνησης να θεσμοθετήσει κανόνες κοστολόγησης και τιμολόγησης για όλες τις χρήσεις νερού, σύμφωνα με όρους αειφορίας, αλλά και προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης για την αειφόρο ανάπτυξη του τόπου αποτελεί η ρητή εξαίρεση κοστολόγησης και τιμολόγησης των υπηρεσιών ύδατος για παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας από εσωτερικά επιφανειακά ύδατα.

Το νερό ανθρώπινης κατανάλωσης (ύδρευσης) και το νερό για αγροτική χρήση (άρδευσης) συναποτελούν τους κύριους τομείς που καλύπτει η Απόφαση.
Όσον αφορά στο νερό ύδρευσης αναγνωρίζεται το νερό ως φυσικός πόρος που πρέπει να προστατευθεί. Στην κατεύθυνση αυτή, οι πολίτες που θα εφαρμόζουν πρακτικές ορθολογικής διαχείρισης υδάτων, δεν θα επιβαρύνονται με περιβαλλοντικά τέλη. Επίσης, θα προστατεύονται οι ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 1, παρ. 4 του Ν. 4019/2011. Η τιμολογιακή πολιτική θα πρέπει να εξασφαλίζει την επαρκή ανάκτηση του κόστους, όπως και την μακροχρόνια βιωσιμότητα των επενδύσεων στον αστικό κύκλο, δηλαδή των δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης, εντός των οικισμών. Εξάλλου, το σύνολο της Απόφασης στοχεύει στην μείωση του κόστους και όχι στην αύξηση της τιμής του νερού.

Η βελτίωση της ανάκτησης κόστους των υπηρεσιών ύδατος επιδιώκεται πρωτίστως με την μείωση του κόστους και όχι με την εισπρακτική προσέγγιση της αύξησης των τιμολογίων. Στις περιπτώσεις όμως που αυτό δεν καταστεί εφικτό επιτρέπονται περιοδικές αυξήσεις στις μέσες χρεώσεις υπηρεσιών ύδατος, οι οποίες δεν μπορούν να υπερβούν το ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ του προηγούμενου έτους. Με αυτό τον τρόπο συνδέεται η βελτίωση της ευημερίας των πολιτών, όπως αποτυπώνεται στο ΑΕΠ, με την όποια πιθανή αύξηση της τιμής του νερού.

Σχετικά με το νερό αγροτικής χρήσης επίσης λαμβάνεται υπόψη ότι το νερό είναι φυσικός πόρος και βασικό εργαλείο του πρωτογενούς τομέα, ο οποίος αναγνωρίζεται ως κύριος πυλώνας ανάπτυξης για την χώρα. Οι αγρότες που θα  εφαρμόζουν καλές πρακτικές άρδευσης δεν θα επιβαρύνονται με περιβαλλοντικά τέλη, ενώ από την καταβολή περιβαλλοντικών τελών θα εξαιρούνται οι πιο αδύναμοι οικονομικά. Και στον τομέα του νερού αγροτικής χρήσης δίνεται έμφαση στη μείωση του κόστους, ενώ δεν ζητείται συνολική ανάκτηση του χρηματοοικονομικού κόστους αλλά διαμόρφωση τιμολογιακών πολιτικών στην κατεύθυνση της βιωσιμότητας των υπηρεσιών άρδευσης.

Με αφορμή την έκδοση της Απόφασης, ο Αν. ΥΠΕΝ, Σ. Φάμελλος, δήλωσε:
«Στη διαμόρφωση της τιμολογιακής πολιτικής του νερού έγινε μια επίπονη προσπάθεια να εξασφαλιστεί η εναρμόνιση της διαχείρισης του νερού με τους ευρωπαϊκούς κανόνες εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την προστασία και τη βελτίωση των υδάτινων πόρων της χώρας μας. Η τιμολογιακή πολιτική στον τομέα της ύδρευσης επιτυγχάνει την εξασφάλιση της πρόσβασης σε καλής ποιότητας πόσιμο νερό σε όλους τους πολίτες, την προστασία των ευπαθών κοινωνικών ομάδων με ειδικά τιμολόγια, την επιβράβευση των μείωσης της κατανάλωσης, με τιμολόγιο στη μικρή κλίμακα κατανάλωσης που να προσεγγίζει την μηδενική τιμή και τη βιωσιμότητα των υπηρεσιών και των υποδομών με μείωση του κόστους διαχείρισης. Η τιμολογιακή πολιτική προβλέπει ειδικές ρυθμίσεις που απαγορεύουν τις αυξήσεις στην τιμή του πόσιμου νερού άνω του συντελεστή του ΑΕΠ, ενώ καλύπτει με επάρκεια και το περιβαλλοντικό κόστος. Στον τομέα της άρδευσης θέτει σε προτεραιότητα τη βιωσιμότητα της αγροτικής δραστηριότητας του αγροτικού εισοδήματος, εισάγει κοινωνικά και εισοδηματικά κριτήρια, δίνει έμφαση στη μείωση κόστους λειτουργίας και θέτει περιβαλλοντικούς στόχους μείωσης της κατανάλωσης».

Advertisements