Ποιο ακριβώς Σύνταγμα εφαρμόζουν τα ελληνικά δικαστήρια;


Ποιο ακριβώς Σύνταγμα εφαρμόζουν τα ελληνικά δικαστήρια;Του Κωνσταντίνου Παπακασόλα

«Δεν υπάρχει τίποτα πιο άνισο από την ίση μεταχείριση των ανίσων».

Αριστοτέλης

Άλλη μια σκοτεινή σελίδα στην ιστορία του Συμβουλίου της Επικρατείας γράφτηκε προχθές με την απόφαση του Δ Τμήματος του Δικαστηρίου που έκρινε ότι το πρόστιμο των 10.500 ευρώπου μπορεί να επιβάλει το ΙΚΑ σε περίπτωση αδήλωτης εργασίας είναι νόμιμο και επιβάλλεται από «επιτακτικό δημοσιονομικό συμφέρον», το οποίο αναδύεται κατά περίπτωση.

Και ασφαλώς πρέπει να αποτρέπεται μεν η ανασφάλιστη εργασία αλλά είναι προφανές ότι τέτοια πρόστιμα, μαζί με άλλα συναφή περί δήθεν καταπολέμησης της φοροδιαφυγής μπορούν να καταστρέψουν εν μια νυκτί ειδικά τις μικρές επιχειρήσεις, δηλαδή να τις αναγκάσουν σε κλείσιμο και απολύσεις.

1. Έκρινε λοιπόν το ΣτΕ ότι το ύψος του προστίμου δεν αντίκειται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητος. Και τούτο διότι:

i. «έχει υπαγορευθεί από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι συνίστανται στην αποτελεσματική καταπολέμηση του φαινομένου της αδήλωτης εργασίας».

(Στην αδήλωτη εργασία όμως προβαίνουν πολλές επιχειρήσεις από το 2010 και μετά, ακριβώς λόγω της υπερφορολόγησής τους, την όποια επίσης βρήκε συνταγματική σε όλες τις περιπτώσεις το ΣτΕ.)

ii. «με τη διάταξη αυτή δεν θεσπίζεται κύρωση προδήλως απρόσφορη, ούτε η προβλεπόμενη κύρωση υπερακοντίζει τον επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος, τον οποίο αποβλέπει να εξυπηρετήσει, δεδομένου ότι με το σοβαρό ύψος του προβλεπόμενου προστίμου επιδιώκεται τόσο ο αυστηρός κολασμός του συγκεκριμένου παραβάτη, όσο και η αποτροπή της παράνομης πρακτικής της αδήλωτης εργασίας από τους λοιπούς εργοδότες, ενώ το ύψος του προστίμου δεν δύναται, να θεωρηθεί ως προδήλως δυσανάλογο για την επίτευξη του σκοπού αυτού».

(Ασφαλώς και είναι δυσανάλογο το πρόστιμο για πολλές επιχειρήσεις με συνέπεια, το κλείσιμο τους, και την αμοιβαία ανεργία εργοδότη και ανασφάλιστου εργαζομένου στη συνέχεια.

Το δημόσιο συμφέρον προτάσσει να υπάρχουν άφθονες επιχειρήσεις οι όποιες θέλοντας και μη θα έχουν εργαζόμενους, πλην με τόσους φόρους οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που έκλεισαν ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδες απ’ το 2010 και μετά.

Η δε ραχοκοκαλιά της αγοράς εργασίας είναι οι ελληνικές μικρές επιχειρήσεις οι όποιες δεν έχουν την ευρωστία και τον τζίρο πολυεθνικών οι όποιες μπορούν μάλιστα και να φοροαπεφευγουν με άνεση. Αρα είναι εξαιρετικά ευάλωτες.

Τέλος όσο πιο πολλές επιχειρήσεις υπάρχουν, τόσο μικρότερη η ανεργία και τόσο μικραίνουν οι φόροι αφού το βάρος μοιράζεται σε περισσότερους κι αντίστοιχα επιμερίζεται σε λίγους όταν οι επιχειρήσεις κλείνουν.

Αυτά δεν το γνωρίζει το ΣτΕ; )

iii. «το ύψος του εν λόγω προστίμου ευλόγως συναρτάται με το υψηλό ποσοστό στο οποίο, κατά τα προαναφερθέντα, έχει ανέλθει η αδήλωτη εργασία, ο δε αριθμός των 18 μηνών που τίθεται ως πολλαπλασιαστής για τον προσδιορισμό του και κατά την εκτίμηση του κανονιστικού νομοθέτη, η οποία δεν αμφισβητείται, αποτελεί τον χρόνο που οι εργαζόμενοι απασχολούνται, κατά μέσο όρο, χωρίς να έχουν δηλωθεί, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι αποτελεί κριτήριο απρόσφορο για τον προσδιορισμό του προστίμου σε ποσό που εξυπηρετεί τον επιδιωκόμενο σκοπό της πάταξης της αδήλωτης εργασίας, ή ότι υπερακοντίζει, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τον ανωτέρω σκοπό».

(Τα οριζόντια πρόστιμα εξομοιώνουν μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις, ώστε να συντριβούν τις μεν, και να ρίχνουν στα μαλακά τις δε, άρα οξύνουν τις κοινωνικές ανισότητες και τον αθέμιτο ανταγωνισμό.

Γενικότερα κάθε οριζόντιο μέτρο, φόρος, εισφορά, πρόστιμο, ή οποιοδήποτε άλλο βάρος είναι εξόφθαλμα αντισυνταγματικό και επί της ουσίας είναι τεκμήριο, που όταν καθίσταται αμάχητο είναι δυο φόρες αντισυνταγματικό όπως έχει τεκμηριωμένα αναλύσει και ο Κώστας Μπέης.

Προσέτι τέτοια μέτρα προσάπτουν συλλογική ευθύνη, τύπου μαζί τα φάγαμε στις κοινωνικές ομάδες, και ως εκ τούτου ελαφραίνουν πάντα τη θέση των ισχυρότερων).

2. Το ζήτημα του ύψους των προστίμων είναι εξίσου διαχρονικό με των φόρων και των εισφορών.

Πρέπει να διέπονται κι αυτά από προοδευτικότητα, ανάλογη εν προκειμένω τον τζίρο των επιχειρήσεων. Ως εκ τούτου μπορούν να είναι διαφόρων κατηγοριών ύψους.

Το πρόστιμα μπορούν επίσης να ανέρχονται πχ στο διπλάσιο των οφειλομένων εισφορών, ή, αν μετά τη βεβαίωση της παράβασης καταβληθούν άμεσα, να είναι ακόμη λιγότερα.

Η αναλογικότητα στα πρόστιμα υπήρξε θέμα συζήτησης και αρκετούς μήνες πριν με αφορμή τα πρόστιμα του ΚΟΚ.

Η διασύνδεση της ποινής με το εισόδημα δεν είναι άγνωστη στο δικαιικό μας σύστημα.

Η ιδέα της διασύνδεσης των ποινών του Κ.Ο.Κ. με το εισόδημα, υπό την αίρεση της θέσπισης κατωτάτου ορίου είναι αρκετά ενδιαφέρουσα και δίκαιη. Έτσι οι διοικητικές ποινές για τις τροχαίες παραβάσεις θα έχουν πραγματικά αποτρεπτικό χαρακτήρα.

Το α.82 του Π.Κ. για τη μετατροπή των στερητικών της ελευθερίας ποινών σε χρηματικές:

«Το ποσό της μετατροπής καθορίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, αφού ληφθεί υπόψη η προσωπική και οικονομική κατάσταση του δράστη, για τον προσδιορισμό της οποίας λαμβάνονται υπόψη τα καθαρά έσοδα που έχει από την εργασία του κατά μέσο όρο κάθε ημέρα, άλλα εισοδήματα και η περιουσία του, καθώς και οι οικογενειακές του υποχρεώσεις.»

3. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στα πρόστιμα και το εισόδημα.

Στην Αγγλία είχε προβλεφτείμάλιστα τέτοια σύνδεση ακόμα και στα πρόστιμα & δικαστικά έξοδα η οποία εγκαταλείφτηκε υπό την πεποίθηση όμως ότι τα δικαστήρια θα λάμβαναν αυτεπαγγέλτως υπόψη τα εισοδήματα των διαδίκων και θα επέβαλλαν αναλόγως.

Στο δικό μας σύστημα μας ούτε αυτό συμβαίνει, με συνέπεια αιφνιδιασμούς των διαδίκων, ανασφάλεια δίκαιου και διατάραξη της αρχής της ισότητας των οπλών των διαδίκων (αν τύχουν αντιμέτωποι οικονομικά ισχυρός και οικονομικά ασθενέστερος)και αρά αρνησιδικία και κακοδικία.

4. Το θέμα κατέληξε στο ΣτΕ προς επίλυση μετά από προδικαστικό ερώτημα στα πρότυπα της πρότυπης δίκης, που (δυστυχώς) εισήχθη στο δικαιικό μας πλαίσιο το 2010 για να απλουστεύσει τάχα γενικού ενδιαφέροντος νομολογιακά προβλήματα υπο την σοφή αιγίδα του ΣτΕ.

Πλην όμως με αυτή τη διαδικασία το έχρισε ατύπως συνταγματικό δικαστήριο και μαζι με άλλες διατάξεις όπως πχ η λήψη υπόψη της πάγιας νομολογίας σε κρίσεις προσωρινής προστασίας, συνέβη το εξής:

Καταργήθηκε εμμέσως ο συνταγματικώς προβλεπόμενη διάχυτος έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων απ’ όλα τα δικαστήρια.

Τουτέστιν ακόμα και αν το σύνολο των πρωτοδικών και εφετών ακύρωναν για συνταγματικό ή άλλο λόγο ορισμένη διάταξη, μια και μόνο απόφαση του ΣτΕ μπορούσε να τις ακυρώσει. Αρα ο διάχυτος έλεγχος είναι κενό γράμμα.

5. Τέτοιες αποφάσεις μαζι με άλλες που σώρευσε το ΣτΕ τα τελευταία χρόνια όχι μόνο δείχνουν ότι απέχει του παλμού της κοινωνίας αλλά το ίδιο ροκανίζει την αξιοπιστία της δικαιοσύνης, δοθέντος οτι τα ανώτατα δικαστήρια είναι ΟΙ ΜΟΝΕΣ ΠΗΓΕΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΛΕΓΚΤΕΣ ΣΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥΣ, ΙΣΟΒΙΕΣ και γι’ αυτό όφειλαν να είναι δυο φόρες προσεκτικές στο τι αποφάσεις βγάζουν.

Οι αποφάσεις αυτές δεν παράγουν μονο μικροπολιτικό αποτέλεσμα αλλά επηρεάζουν άμεσα και σε τεράστιο βαθμό την οικονομική δραστηριότητα στη χώρα και ακόμα και το πόσοι και αν Έλληνες θα ζουν αξιοπρεπώς ή όχι.

Και ναι μεν μονο 13% των Ελλήνων μονο εμπιστεύονται τις ελληνικές κυβερνήσεις αλλά και η ελληνική δικαιοσύνη δεν πήγε πολύ καλύτερα.

6. Όταν το ΣτΕ εξομοιώνει μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις και επί της ουσίας αδιαφορεί για τις πρώτες, αυτό σημαίνει ότι δεν αποκλείεται να το επαναλάβει στο μέλλον με φόρους, εισφορές, πρόστιμα και περικοπές έναντι πάλι αδυνάμων κατηγοριών.

Μπορεί να μην είναι μικρές επιχειρήσεις, μπορεί να είναι όμως χαμηλόμισθοι, χαμηλοσυνταξιούχοι, υποαπασχολούμενοι ελεύθεροι επαγγελματίες.

7. Παραδόξως πως πάντα η μειοψηφία του ΣτΕ έχει ένα καλό και πολύ λογικό λόγο, ο οποίος φυσικά σπάνια γίνεται πλειοψηφία.

(Μειοψηφία ανωτέρω: Η επιβολή του προστίμου αποτελεί πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο για την επίτευξη του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της καταπολέμησης της αδήλωτης εργασίας. Αντίκειται όμως στην αρχή της εν στενή εννοίας αναλογικότητος, λαμβανομένων υπ’ όψιν των συνεπειών της επιβολής του προστίμου σε μικρές επιχειρήσεις, δοθέντος μάλιστα ότι η επιλογή 18 μηνών εργασίας, ως στοιχείου υπολογισμού του προστίμου, δεν τεκμηριώνεται από τα στοιχεία του φακέλου και παρίσταται, ως εκ τούτου, αυθαίρετη.)
8. Φυσικά μπορούσε το ΣτΕ να κρίνει μερικώς συνταγματικό το νομό, αφενός μεν επιτρέποντας το πρόστιμο για ορισμένου μεγέθους τζίρου επιχειρήσεις και αφετέρου υποχρεώνοντας την διοίκηση να νομοθετήσει κάτι πιο αναλογικό για τις άλλες, πιο μικρές.

9. Από τις κατασχέσεις τραπεζικών λογαριασμών που κινδυνεύουν να αφήσουν ανθρώπους χωρίς πόρους διαβίωσης, το τέλος επιτηδεύματος των 650 ευρώ, αδιακρίτως εισοδήματος, το φόρο από το πρώτο ευρώ (που αρνήθηκε να εισάγει σε πρότυπη δική) το ΕΕΤΗΔΕ (ΕΝΦΙΑ σήμερα) επί απρόσοδων ακινήτων και ανέργων ιδιοκτήτων, όλα αυτά συντέλεσαν ώστε μετά τους άνεργους, οι αυτοαπασχολούμενοι να είναι δεύτεροι στο όριο της φτώχειας.

Με αλλά λόγια ένα μέρος των ελλήνων παραγκωνίστηκε από κάθε δικαίωμα στην αξιοπρεπή διαβίωση με δικαστική βούλα.

Kαι το πιο επίφοβο είναι ότι ακόμα κι αν κατώτερα διοικητικά δικαστήρια πχ αποφανθούν την αντισυνταγματικότητα φορολογικών και άλλων βαρών, η παράδοση που δημιούργησε το ΣτΕ δημιουργεί εύλογους φόβους ότι θα τις ανατρέψει, με συνέπεια την γιγάντωση αυτού που συμβαίνει ήδη:

Την αυθαίρετη φτωχοποίηση και υπερχρέωση στο δημόσιο ευρειών ομάδων πολιτών και επιχειρήσεων. 

Κι αυτό προκαλεί πικρία, γιατί ο κύριος λόγος ύπαρξης της δικαιοσύνης είναι η προστασία των αδυνάτων, τους οποίους σήμερα συνειδητά αποφεύγει να διακρίνει απ τους ισχυρούς, κι εδώ ακριβως αυτοαναιρείται η ιδία η ύπαρξη της δικαιοσύνης.

Επειδή άκρη δε βγαίνει λοιπόν, καλό είναι να παρέμβει ο νομοθέτης, ως συνήθως και να λύσει δίκαια το πρόβλημα.

Τέλος, δεν μπορούμε παρά να θυμηθούμε εδώ τον Τόμας Τζέφερσον όταν συμβούλευε τον Αδαμάντιο Κοραή για το νεοσύστατο τότε ελληνικό κράτος, τους κίνδυνους από την κακή χρήση και κρίση των νόμων:

«Όταν τέθηκαν σε ισχύ τα Συντάγματά μας, τα δικαστικά μας σώματα υπετίθετο ότι ήταν οι πιο αδύνατες και οι πιο ακίνδυνες υπηρεσίες της διοικήσεως της χώρας μας.

Σύντομα, όμως, η πείρα απέδειξε πως τα σώματα αυτά επρόκειτο να καταστούν τα πλέον επικίνδυνα, επειδή η ανεπάρκεια των προβλεπομένων μέσων για την απομάκρυνση των δικαστικών λειτουργών τους καθιστούσε ανεύθυνους στην άσκηση των καθηκόντων τους.

Επιπλέον, οι αποφάσεις τους, που φαινομενικώς αφορούν μόνο μεμονωμένους διαδίκους, ισχύουν σιωπηρώς και χωρίς να τις αντιληφθεί μάλλον η κοινή γνώμη.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δημιουργείται δεδικασμένο και κωδικοποιούνται σε μόνιμους νόμους, που υπονομεύουν σιγά – σιγά τα θεμέλια του Συντάγματος και επιφέρουν εμπράκτως αλλαγές χωρίς να έχει γίνει αντιληπτό ότι το αόρατο αυτό σκουλήκι έχει εργαστεί τόσο δραστήρια για να καταφάει την ουσία.

Η αλήθεια είναι ότι από τη φύση του ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος ούτως ώστε να μπορεί κανείς να τον εμπιστευθεί εσαεί, πολλώ δε μάλλον όταν είναι βέβαιος ότι δεν θα λογοδοτήσει για τις πράξεις του.”

* Ο κ. Κωνσταντίνος Παπακασόλας είναι δικηγόρος Αθηνών 

papakasolas@gmail.com

http://www.capital.gr/me-apopsi/3241436/poio-akribos-suntagma-efarmozoun-ta-ellinika-dikastiria

Advertisements