ΜΕΣΑΙΑ ΤΑΞΗ: Η σπουδαιότερη επανάσταση τής κοινωνικής και οικονομικής ιστορίας.



H ύπαρξη εύρωστης μεσαίας τάξης συμβαδίζει με την κοινωνική ευημερία, ενώ η έλλειψη ή συρρίκνωσή της με την κοινωνική οπισθοδρόμηση (βλ. νεώτερη Ελλάδα).

  Όσο κι αν ακούγεται παράξενο η μεσαία τάξη εμφανίζεται παγκοσμίως για πρώτη φορά στην αρχαία (κλασική) Ελλάδα. Ο προοδευτικός σχηματισμός τής μεσαίας τάξης έγινε σε αλληλεξάρτηση με τήν ευρεία καθιέρωση τής ιδιοκτησίας, ατομικής και κοινωνικής, η οποία (όσο κι αν ξανακούγεται παράξενο) αποτελεί επίσης ελληνική καινοτομία στην οικονομική ιστορία. Η συνδυασμένη ανάδυση μεσαίας τάξης και ευρείας καθιέρωσης τής ιδιοκτησίας επέφεραν ως τελικά αποτελέσματα τον επανασχηματισμό των πόλεων ως πολιτικών πλέον κοινοτήτων (και όχι ως απλών οικιστικών συγκροτήσεων, που ήσαν μέχρι τότε), την εγκαθίδρυση τής κοινωνίας τών πολιτών και την δημιουργία τού πολιτικού στοχασμού. Πράγματα, που αποτελούν επίσης (αρχαιο)ελληνικές πρωτιές στην κοινωνική ιστορία.

Η ιδιοκτησία και οι πόλεις στον μή ελληνικό κόσμο

  Στα μεγάλα κράτη της Ανατολής (π.χ. Σουμερία, Ασσυρία, Περσία κ.λπ.) και του Νότου (π.χ. Αίγυπτος), αλλά ακόμη και σε πολύ μακρινές και μεταγενέστερες προβιομηχανικές κοινωνίες (π.χ. Αζτέκοι, Ίνκας κ.α), η ατομική ιδιοκτησία για τον πολύ κόσμο απλώς δεν υπήρχε. Δεν αναφερόμαστε φυσικά στην κατοχή τών διαφόρων προσωπικών αντικειμένων, αλλά στο δικαίωμα δημιουργίας προσωπικής περιουσίας καθώς και σε αυτά, που στην πολιτική οικονομία ονομάζονται «παραγωγικοί συντελεστές»: γη, εργασία και εργαλεία (κεφάλαιο). Ο σημαντικότερος από αυτούς στον αρχαίο κόσμο, ήταν η καλλιεργήσιμη γη. Αυτή ανήκε συνήθως στο κράτος μέσω της μορφής τού εκάστοτε μονάρχη (φαραώ, βασιλιά κ.λπ.), ή το αντίστροφο. Τεράστιες αγροτικές εκτάσεις παραπλεύρως του ποταμού Νείλου, ή στην Εγγύς και Μέση Ανατολή (Μεσοποταμία), καλλιεργούνταν, είτε από «ελεύθερους» (αλλά, στην ουσία  επιστρατευμένους) πληθυσμούς, είτε από χιλιάδες δούλους. Τα παραπάνω κάνουν σαφές ότι η ιδιοκτησία δεν υφίστατο ούτε σε ατομική ούτε σε κοινωνική μορφή, αλλά αποτελούσε προνόμιο μιας βασιλικής, αριστοκρατικής, ιερατικής κ.λπ. ελίτ.

     Σε αυτές τις περιοχές οι όποιες -και ελάχιστες- «πόλεις» δεν αποτελούσαν τίποτε περισσότερο από απλούς οχυρωμένους οικιστικούς σχηματισμούς γύρω από το παλάτι κάποιου βασιλιά, στούς οποίους στεγάζονταν διάφοροι τεχνίτες (συνήθως παραγγελιολήπτες του παλατιού), οι υπηρεσίες διαχείρισης της αγροτικής παραγωγής (λογιστήρια, αποθήκες κλπ) και φυσικά οι προαναφερθένετες ακτήμονες ελεύθεροι καλλιεργητές. Στον προκλασικό προελληνικό κόσμο οι πόλεις δεν έχουν δική τους αυτόνομη ύπαρξη και σημασία και λειτουργούν ως  συμπληρώματα μιάς στενά αγροτικής κρατικοποιημένης κοινωνίας. Ακόμα και οικισμοί, που δεν σχετίζονται άμεσα με την αγροτική παραγωγή, (π.χ. λιμάνια) δεν είναι τίποτε περισσότερο από συνοριακοί στρατιωτικοί σταθμοί, ή επίνεια / προεκτάσεις αγροτικών οικιστικών σχηματισμών, μέσα από τα οποία διεξάγεται κάποιο, συμπληρωματικό τής αγροτικής παραγωγής, εμπόριο. Η κτηνοτροφία επίσης (εκτός κάποιων νομαδικών λαών) δεν αποτελεί μια αυτόνομη δραστηριότητα αλλά, μια ενασχόληση επίσης  συμπληρωματική τής κυρίαρχης αγροτικής.
Εννοείται, ότι στα μεγάλα αγροτικά κράτη, όποτε κι αν αυτά υπήρξαν (Μεσοποταμία, Αίγυπτος, προκολομβιανή Αμερική κ.λ.π.) ήταν αδιανόητη όχι μόνο η δυνατότητα δημιουργίας προσωπικής ή κοινωνικής περιουσίας, αλλά επίσης η ελευθερία τής σκέψης και  άλλες βασικές, συνυφασμένες με την ύπαρξη μεσαίας τάξης ατομικές ή κοινωνικές ελευθερίες.

 
Η ιδιοκτησία και η πόλη στην Ελλάδα

  Στην Ελλάδα ακολουθήθηκε μια εντελώς πρωτότυπη για τα μέχρι τότε δεδομένα κατεύθυνση. Η ευρεία εμφάνιση τής ατομικής ιδιοκτησίας προέκυψε από μια αναδιανομή των πηγών πλούτου (και ειδικότερα τής γαιοκτησίας), που έφεραν οι μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις του τέλους της αρχαϊκής και των αρχών της κλασικής εποχής. Η αναδιανομή αυτή τής γης απέκτησε έναν συνεχή επανερχόμενο χαρακτήρα στην αρχαία ελληνική ζωή, πράγμα, που φανερώνουν οι διαδοχικές κοινωνικές μεταρρυθμίσεις από τον η΄ έως τον στ΄ αιώνα (Σόλων, Κλεισθένης, διάφοροι λαοφιλείς τύραννοι κ.ά). Η ίδια η ιδιότητα του πολίτη θεμελιώνεται μέσω της κατοχής γης, η οποία απαγορεύεται στους μή πολίτες. Η ίδια η ιδιότητα του πολίτη θεμελιώνεται μέσω της κατοχής γης, η οποία απαγορεύεται στους μή πολίτες.

     Ο βασικός παραγωγικός συντελεστής «καλλιεργήσιμη γη», της μυκηναϊκής εποχής, μετά την παρέλευση τών τεσσάρων «σκοτεινών αιώνων» (από τον ιβ΄ έως τον η΄, που αποκλήθηκαν επίσης και «ελληνικός μεσαίωνας») άρχισε να περνάει σταδιακά στην κατοχή, όχι κάποιων νέων βασιλικών γενών, αλλά χιλιάδων μικροκαλλιεργητών. Οι μικροκτηματίες αυτοί συγκρότησαν τις πρώτες αγροτικές κοινότητες – προγόνους των μεταγενέστερων πόλεων, για να αμυνθούν απέναντι στην πίεση τής φθίνουσας γαιοκτημονικής αριστοκρατίας.  Αρχίζει έτσι να σχηματίζεται ένα νέο είδος πόλης, που αποτελεί το πολιτικό, εμπορικό και πολιτισμικό κέντρο ανεξάρτητων (και όχι απλώς κατ’ όνομα «ελεύθερων») αγροτών και τεχνιτών. Οι οποίοι παράγουν  αποκλειστικά ο ένας για τον άλλον και όχι για κάποιο κράτος, ή  τον βασιλιά – «ευγενή», που το ενσαρκώνει.

     Ο δευτερεύων ρόλος της δουλείας στην ελλαδική παραγωγική διαδικασία απλώς ενισχύει παντοειδώς την επινοητικότητά τους (η δουλεία, ένα βασικό χαρακτηριστικό τού αρχαίου κόσμου, στην Ελλάδα παρέμεινε περιστασιακό και περιορισμένο φαινόμενο και η παραγωγική βάση ήταν η εργασία του ελεύθερου αγρότη ή τεχνίτη).  Η αστική ζωή (σε μια αξιοσημείωτη ισορροπία με την ύπαιθρο) αποτελεί πλέον την πεμπτουσία της ανθρώπινης ύπαρξης και δεν επικυριαρχείται από «ευγενείς» μεγαλογαιοκτήμονες. Κάποιοι από τούς τελευταίους ενδεχομένως να επιζούν οικονομικά, ως οι αποκαλούμενοι «αριστοκράτες», χωρίς όμως να διαθέτουν ούτε καν μια σκιά της πρότερης πολιτικής ισχύος τους.
Παράλληλα με την καθιέρωση της ατομικής ιδιοκτησίας συμβαίνει και η καθιέρωση της συλλογικής (κοινωνικής) ιδιοκτησίας. Μεταλλεία, λιμάνια, δρόμοι, φυσικός πλούτος ανήκουν πλέον στην κοινωνία η οποία και τα διαχειρίζεται επ’ ωφελεία ενός πραγματικά (και όχι τύποις) κοινού συμφέροντος.

Για πρώτη φορά στην Ιστορία συναντούμε ένα στρατό, που δεν αποτελείται από σκλάβους, ή υπήκοους, ή μισθοφόρους αλλά, από κάθε άποψη ελεύθερους ανθρώπους, οι οποίοι διεξάγουν συνειδητοποιημένα έναν πόλεμο για αποκλειστικά δικό τους λογαριασμό.      Μέχρι το τέλος του στ΄ αιώνα οι συγκροτημένοι σε πόλεις (=πολιτικές κοινότητες) αγρότες και τεχνίτες, αποτελούν όχι απλώς την συντριπτική κοινωνική πλειοψηφία, αλλά την κυρίαρχη κοινωνική και οικονομική δύναμη της Ελλάδας. Πρόκειται για ένα, ουσιαστικά, νέο είδος ανθρώπου, που δεν είναι αναγκασμένος ούτε να εξουσιάζει ούτε να εξουσιάζεται, είναι δηλαδή αυτεξούσιος και αυτάρκης.  Είναι οι ίδιοι άνθρωποι, οι  οποίοι με την ίδια φυσικότητα που έπιαναν π.χ. το άροτρό τους,  έπιασαν και τα όπλα με τα οποία κουρέλιασαν την περσική υπεροψία στον Μαραθώνα, στην Σαλαμίνα και στις Πλαταιές: για πρώτη φορά στην ιστορία συναντούμε ένα στρατό, που δεν αποτελείται από σκλάβους, ή υπήκοους, ή μισθοφόρους αλλά, από κάθε άποψη ελεύθερους ανθρώπους, οι οποίοι διεξάγουν συνειδητοποιημένα έναν πόλεμο για αποκλειστικά δικό τους λογαριασμό.

 

 Η οπλιτική φάλαγγα, το απόλυτο όπλο του αρχαίου κόσμου, είναι μια ελληνική εφεύρεση και  αποτελείτο κατά κύριο λόγο από  την (κατά την έκφραση του Ευριπίδη) «μεσαία μερίδα» των αρχαίων ελληνικών πόλεων.

      
Είναι επίσης οι ίδιοι, που εγκαθίδρυσαν την δημοκρατία, όπως μάλλον δεν την ξαναγνώρισαν έκτοτε οι ανθρώπινες κοινωνίες. Οι ίδιοι, που επέβαλαν την παρουσία τους, ως πολίτες και όχι ως υπήκοοι, στις πρώτες μή ποδηγετούμενες ανθρώπινες συναθροίσεις (Εκκλησίες του Δήμου) που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Οι ίδιοι, που ασκούσαν την πνευματική τους αναζήτηση (π.χ.  συρρέοντας  στο θέατρο), με συνήθεια ανάλογη, που ασκούσαν τίς καθημερινές τους επαγγελματικές συναλλαγές. Οι ίδιοι, που κατέστησαν την φτώχεια μια περιορισμένη και προσωρινή κατάσταση, από την οποία μπορούσε εύκολα να ξεφύγει κάποιος και όχι μια διαιωνιζόμενη μαζική κατάρα. Αλλά και οι ίδιοι, που επίσης αφόπλισαν τον υψηλό ατομικό πλούτο κάποιων, από κάθε ασυδοσία και από κάθε επιρροή, που θα αντέβαινε στο συλλογικό συμφέρον, κατά τον ίδιο τρόπο που εξάγεται από ένα φίδι τό δηλητήριό του. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για την πρώτη εμφάνιση της μεσαίας τάξης στην ιστορία των ανθρωπίνων κοινωνιών.

Τα νέα ζητήματα, που ανέκυψαν από την αστική ζωή αποτέλεσαν την αιτία δημιουργίας και το  αντικείμενο τού επιστημονικού πολιτικού στοχασμού. Είναι κοινός τόπος για όλους τους αρχαίους έλληνες συγγραφείς, που ασχολήθηκαν σχετικά (Πλάτων, Ξενοφών, Αριστοτέλης κ.α.), ότι η προηγμένη ανθρώπινη κοινωνία και η πόλις ταυτίζονται. Αλλά η πόλις ταυτίζεται επίσης με τους πολίτες της και όχι με τα κοντόφθαλμα συμφέροντα τών οικονομικά ισχυροτέρων από αυτούς, ούτε και με τούς ευκόλως και παντοειδώς χειραγωγούμενους ενδεείς (οι οποίοι επιπλέον είναι τόσο επιρρεπείς στην διαφθορά, όσο και οι πλούσιοι). Έτσι η ζωτική σημασία της μεσαίας τάξης για την κοινωνική συνοχή και την ευνομία, περνάει στο κοινό αίσθημα: π.χ. όπως λέει ο ουσιαστικός ιδρυτής της Αθήνας  Θησέας στις Ικέτιδες του Ευρυπίδη, «οι πλούσιοι δεν ωφελούν και γυρεύουν πάντα περισσότερα. Οι φτωχοί, που δεν έχουν καν το καθημερινό τους, φέρνουν φόβο, καθώς, ξεγελασμένοι από τον φθόνο και τους δημαγωγούς, βέλη ρίχνουν πικρά στους πλούσιους. Η μεσαία μερίδα από τις τρείς σώζει τις πόλεις, φυλάσσοντας της πολιτείας τον νόμο» (στίχοι, 238-245).

Η μεσαία τάξη δεν νιώθει, ότι απειλείται από την εισροή νέων μελών από την κατώτερη τάξη σε αυτήν (όπως τα συνάφια τών πλουσίων, που βλέπουν με καχυποψία κάθε νέα προσωπική κοινωνική άνοδο), αντιθέτως τήν θεωρεί ευπρόσδεκτη και ισχυροποιείται με την πληθυσμιακή αύξησή της. Στην μεσαία τάξη υπάρχει χώρος για όλους. Έτσι, για κάποιον, που βρίσκεται στη μεσαία τάξη, το προσωπικό του συμφέρον είναι εκ των πραγμάτων ταυτισμένο με το συλλογικό.
Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε, ότι ο κλασικός ελληνικός πολιτισμός είναι δημιούργημα της μεσαίας τάξης των αρχαίων ελληνικών πολιτειών. Σε αυτόν τον πολιτισμό η ανώτερη τάξη προσέφερε ελάχιστα (αν δεν τον υπονόμευσε κιόλας) ενώ η κατώτερη επωφελήθηκε.
Ο Επιτάφιος του Περικλή, ένα από τα συναρπαστικότερα κείμενα όλων των εποχών, δεν είναι απλώς ένα εγκώμιο  στην αθηναϊκή δημοκρατία, αλλά στον μέσο αθηναίο, που τήν ανέδειξε. Μέσα από τον Επιτάφιο προσδιορίζονται με αρχαιοελληνική ακρίβεια όλα όσα αποτέλεσαν έκτοτε τα διαχρονικά κοινωνιολογικά χαρακτηριστικά τής μεσαίας τάξης: οικονομική ευκαταστασία, πνευματική κατάρτιση, πολιτική συνειδητοποίηση.

Η υποβάθμιση της μεσαίας τάξης στη Ρώμη

Και η εξαφάνισή της στο χριστιανικό μεσαίωνα

  Ο μετασχηματισμός τής ελληνικής πόλεως σε κοσμόπολη, ο οποίος άρχισε λίγο πριν τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, επιταχύνθηκε στην ελληνιστική και ολοκληρώθηκε στη ρωμαϊκή εποχή, μείωσε την οικονομική, κοινωνική και πολιτική  σημασία, που αποδιδόταν στην μεσαία τάξη. Η ρωμαϊκή «πόλη» δεν στηρίζεται, όπως η ελληνική, στην δημιουργικότητα των κατοίκων της, αλλά εξαρτάται από το εισαγωγικό εμπόριο, οι όροι τού οποίου εξασφαλίζονται με την επιβολή του «δικαίου» τού ισχυρότερου (δηλαδή, τής Ρώμης επί των κτήσεών της). Ταυτόχρονα εκατοντάδες χιλιάδες εισαγόμενοι δούλοι υποκαθιστούν ολοένα και περισσότερο την εργασία των ελευθέρων, ειδικά στην αγροτική παραγωγή (π.χ. στα τεράστια latifundia).  Η άφθονη δουλική εργασία καταργεί  κάθε ανάγκη για διοικητική επινοητικότητα και τεχνική πρωτοτυπία. Η μεσαία τάξη στην αυτοκρατορία συρρικνώνεται και χάνει πλέον την οικονομική, κοινωνική και πολιτική σημασία, που είχε στην Ελλάδα.
Οι πνευματικώς καταρτισμένοι  είναι πλέον ισχνή  μειοψηφία και  στην καλύτερη περίπτωση προορίζονται για υπάλληλοι και υμνητές της αυτοκρατορικής γραφειοκρατίας. Η Ρώμη είναι η Βαρβαρότητα με ένα διάτρητο ελληνοφανές πολιτισμικό επίχρισμα. Οι ίδιοι οι κάτοικοι τής Ρώμης δεν είναι πολίτες αλλά, πνευματικά εξαθλιωμένος, ψυχικά διεστραμμένος, αιμοδιψής και παρασιτικός όχλος, που άγεται και φέρεται από αναλόγου φυράματος γαιοκτήμονες «αριστοκράτες», πραξικοπηματίες, «καίσαρες»,  «αυτοκράτορες – θεούς» και άλλους, που έστρωσαν τον δρόμο για την φεουδαρχική παλινδρόμηση της οικονομίας και για  τον χριστιανικό Μεσαίωνα.

     Η διαδικασία συρρίκνωσης και σχεδόν εξαφάνισης τής μεσαίας τάξης ολοκληρώνεται στην διάδοχη κατάσταση τής Ρώμης, δηλ. στο λεγόμενο «Βυζάντιο» (το όνομα είναι ιστοριογραφική κατάχρηση τής ονομασίας τής πανάρχαιας ελληνικής αποικιακής πόλης «Βυζάντιον» επάνω στην οποία χτίστηκε – οι ίδιοι οι «βυζαντινοί» αυτοαποκαλούντο ανέκαθεν «ρωμαίοι», ενώ σήμερα «ρωμηοί»).

      Στη βυζαντινή εποχή μπορούμε να πούμε, ότι η αστική ζωή βρίσκεται σε σχεδόν πλήρη κατάρρευση. Αυτό αντανακλάται στην κατάρρευση του πολιτισμού, των τεχνών, των επιστημών, τής οικονομικής δραστηριότητας, της χρηστής διοίκησης, και εν γένει τής προηγμένης κοινωνικής ζωής.  Τα ελάχιστα απομεινάρια των πόλεων δεν ήταν και δεν αποκαλούνταν ως τίποτε περισσότερο από κάστρα, που περιβάλλονταν από μεγάλες φεουδαρχικές ιδιοκτησίες.

    
Τo κάστρο γινόταν η έδρα οποιασδήποτε κρατικής, ή θρησκευτικής εξουσίας τής ευρύτερης περιοχής. Παρείχε καταφύγιο στους τοπικούς φεουδάρχες και στους κολλήγους τους σε καιρό επιδρομών, αλλά ήταν πολύ περιορισμένο σε χώρο, για να ευνοήσει την εκδήλωση οποιασδήποτε γνησίως αστικής ζωής. Εννοείται, ότι κάτω από τέτοιες συνθήκες, η μεσαία τάξη και ό,τι αυτή αντιπροσώπευε, ήταν σχεδόν ανύπαρκτη στην «βυζαντινή» επικράτεια. Υπήρχαν μόνο οι δύο βασικές κοινωνικές τάξεις, η ανώτερη, τών φεουδαρχών και η κατώτερη, τών κολλήγων / δούλων. (Στη φωτογραφία το Βυζαντινό κάστρο της Ρεντίνας).

     Το μόνο μέρος, όπου συνεχιζόταν κάποια υποτυπώδης αστική ζωή ήταν η πρωτεύουσα Νέα Ρώμη (αργότερα αποκληθείσα και «Κωνσταντινούπολη»). Στην πραγματικότητα δεν επρόκειτο για πόλη, ούτε με τη σημερινή, ούτε με την αρχαία έννοια, αλλά για ένα εκτεταμένο εμπορικό παζάρι. Εξ άλλου δεν διέθετε καν κέντρο: η «αστική» ζωή είχε διασπαστεί μεσαιωνικότατα σε συνοικίες ανάλογες με την διασπορά των  χριστιανικών ναών (ενορίες). Στη Νέα Ρώμη μπορούσε να συναντήσει κανείς εμπορικούς πράκτορες  και  κάποιους κλάδους τεχνικών  επαγγελμάτων, οι οποίοι αποτελούσαν τήν κατ΄ όνομα μόνο «μεσαία» τάξη της πόλης, αφού διέθεταν ελάχιστη έως καθόλου οικονομική, πνευματική, ή πολιτική σημασία. Οι προϋποθέσεις για την δημιουργία μιας μεσαίας τάξης (και κατ’ επέκταση μιας υγιούς κοινωνίας) στραγγαλίζονταν εν τη γενέσει τους από το φεουδαρχούμενο βυζαντινό καθεστώς, αφού ολόκληροι οικονομικοί τομείς παρέμεναν απαγορευμένοι για τους υπόδουλους πληθυσμούς:  π.χ. στους έλληνες απαγορευόταν να ασχολούνται με την ναυτιλία (κάτι που ξαναεπέτρεψαν οι οθωμανοί…). Φυσικά, όπως  από κάθε πρώην ρωμαϊκή πόλη, έτσι και εδώ δεν έλειπε η καθιερωμένη –καθαγιασμένη και από την χριστιανική εκκλησία- Αρένα (το μόνο ίσως «κέντρο» της πόλης…).

     Ωστόσο, στην δυτικοευρωπαϊκή εκδοχή του μεσαίωνα υπήρξε επανεμφάνιση της μεσαίας τάξης. Αυτό οφείλεται, στο ότι η δυτικοευρωπαϊκή φεουδαρχία, όντας κατακερματισμένη λόγω έλλειψης μιας κεντρικής κρατικής εξουσίας, ήταν σε συνεχή πόλεμο με τον εαυτό της. Με αυτόν τον τρόπο ακολουθήθηκε μια πορεία παρόμοια με της αρχαϊκής ελλάδας: η έλλειψη κεντρικής εξουσίας δεν απαγόρευσε την ανάπτυξη τής εμπορευματικής παραγωγής (από την οποία είχαν άλλωστε ανάγκη και οι συνεχώς εμπόλεμοι φεουδάρχες, π.χ. για την αγορά όπλων και άλλων αγαθών). Σιγά-σιγά δημιουργήθηκαν οι πρώτες μεσαιωνικές αστικές συγκροτήσεις, που συνυπήρχαν επί ίσοις όροις με τους φεουδάρχες. Σε αυτές ανέπνεε ελεύθερα μια ανερχόμενη μεσαία τάξη τεχνιτών και εμπόρων αλλά, συχνά  έβρισκαν εκεί καταφύγιο και εξεγερμένοι κολλήγοι.

Η  ανερχόμενη μεσαία τάξη του Ύστερου Μεσαίωνα κυοφόρησε την ανώτερη αστική τάξη της σύγχρονης εποχής και  άνοιξε τον δρόμο για την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό.      Οι πρώτες αυτές πόλεις συγκροτούσαν συχνά ομοσπονδίες εναντίον των τοπικών μεγαλογαιοκτημόνων. Άρχισαν έτσι να σχηματίζονται τα σπέρματα  των μετέπειτα ευρωπαϊκών εθνικών συνειδήσεων. Αλλά και μια  πολιτική παράδοση, που συνεχίζεται και σήμερα π.χ. σε χώρες όπως η υποδειγματικώς διοικούμενη Ελβετία. Η  ανερχόμενη μεσαία τάξη του ύστερου μεσαίωνα κυοφόρησε την ανώτερη αστική τάξη της σύγχρονης εποχής και  άνοιξε τον δρόμο για την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό.
     Θεσμοί των πολιτισμένων κοινωνιών, συγχρόνων και αρχαίων, όπως η δημόσια εκπαίδευση, το δημόσιο σύστημα περίθαλψης, το δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα, αλλά και η ίδια η έννοια των δημοσίων υπηρεσιών, είναι στην ουσία θεσμοί, που εισηγήθηκε και επέβαλε η μεσαία τάξη. Και ανεξάρτητα από τον γιγαντισμό των σημερινών (κοσμο)πόλεων, η ζωτική σημασία τής μεσαίας τάξης έχει περάσει, όπως και στην αρχαία Ελλάδα, στο κοινό αίσθημα. Σε όλη την ανθρώπινη ιστορία η ύπαρξη εύρωστης μεσαίας τάξης συμβαδίζει με την κοινωνική ευημερία, ενώ η έλλειψή της με την κοινωνική οπισθοδρόμηση.

Σήμερα οι περισσότεροι πολίτες των δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών έχουν το -δικαιολογημένο- αίσθημα, ότι ανήκουν στη μεσαία τάξη.

Νεώτερη Ελλάδα

Την ίδια περίοδο, στα τέλη δηλ. του μεσαίωνα, η θορυβημένη βυζαντινή φεουδαρχία, προκειμένου να διατηρήσει την ανώτερη θέση της στην κοινωνική ιεραρχία και να μην καταβροχθιστεί από το δυτικό εμπόριο και βιομηχανία, παρέδωσε (σε αγαστή συνεργασία με την Ορθόδοξη Εκκλησία) την Ελλάδα στους οθωμανούς. Τόσο οι βυζαντινοί φεουδάρχες, όσο και η Ορθόδοξη Εκκλησία ανταμείφθηκαν από τους οθωμανούς όχι απλώς με την διατήρηση, αλλά με την επέκταση των προνομίων τους:  Η Ορθόδοξη  Εκκλησία, για την αντίστασή της στην θρησκευτική ένωση με το Βατικανό αναγορεύτηκε σε… εθνάρχη του υπότουρκου έθνους (με όλα τα οικονομικά οφέλη, που αυτό σημαίνει), ενώ οι βυζαντινοί φεουδάρχες μετεξελίχθηκαν πρόθυμα και ταχύτατα στην τάξη των φοροεισπρακτόρων των τούρκων (οι γνωστοί κοτσαμπασήδες, ή οι «βρωμεροί και χυδαιότατοι», όπως τούς αποκαλούσε το 1806 ο Ανώνυμος της «Ελληνικής Νομαρχίας»). Έτσι, μέσω της Τουρκοκρατίας, ο Βυζαντινός Μεσαίωνας συνεχίστηκε και γνώρισε την ακμαιότερη περίοδο της ιστορίας του. Μέσω της Τουρκο- κρατίας

ο Βυζαντινός Μεσαίωνας συνεχίστηκε και γνώρισε την ακμαιότερη περίοδο της ιστορίας του.

     Αλλά η Οθωμανική κατάκτηση παραδόξως ενθάρρυνε την δημιουργία μεσαίας τάξης: επέτρεψε την ενασχόληση με την ναυτιλία και το εμπόριο, που επί αιώνες είχαν απαγορεύσει οι βυζαντινοί αλλά και, αργότερα, τη δημιουργία σχολείων.

    Σταδιακά σχηματίστηκε μια μεσαία τάξη, εμπορικού αρχικώς χαρακτήρα, που αποκατέστησε όχι μόνο οικονομική αλλά και πολιτιστική επαφή με την ακμάζουσα Δύση. Οι άνθρωποι αυτοί δημιούργησαν και τα πρώτα σχολεία στην νεώτερη Ελλάδα. Εκεί μορφώθηκαν αρκετοί Έλληνες (και όχι στα μυθολογούμενα «κρυφά σχολειά» της Εκκλησίας), οι οποίοι συχνά  συνέχιζαν τη σταδιοδρομία τους στην Ευρώπη. Ο γιατρός και φιλόλογος Αδαμάντιος Κοραής, ή ο καθηγητής φιλοσοφίας τού πανεπιστημίου της Λειψίας Χριστόδουλος-Ευστάθιος Παμπλέκης είναι ενδεικτικά κάποιοι από αυτούς. Η νεοδημιουργηθείσα ολιγάριθμη νεοελληνική μεσαία τάξη διέδωσε τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό στην Ελλάδα και συμπαρέσυρε συνειδησιακά (όπως συμβαίνει συνήθως με κάθε μεσαία τάξη) τήν κατώτερη τάξη («ραγιάδες»). Η επανάσταση του 1821 έγινε όχι μόνο εναντίον των τούρκων αλλά και εναντίον της οπισθοδρομικής ανώτερης τάξης των βυζαντινοτουρκοφρόνων κοτσαμπασήδων.

     Δυστυχώς, η επανάσταση δεν κατόρθωσε να χτυπήσει καίρια το σκοτεινό συνειδησιακό κέντρο του βυζαντινισμού, την Ορθόδοξη Εκκλησία. Έτσι η μετεπαναστατική κοινωνία απόκτησε ένα εξωτερικό επίχρισμα ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού,  αλλά στην ουσία της παραμένει βαθύτατα μεσαιωνική και βυζαντινή. Η ανώτερη τάξη των κοτσαμπασήδων πέτυχε να επιβιώσει μετασχηματιζόμενη σε μια, εικονικώς μόνον, «αστική» τάξη (στην πραγματικότητα πρόκειται απλώς για  μεταπράττες εισαγωγείς-«αντιπροσώπους» βιομηχανικών προϊόντων, κρατικοδίαιτους εργολάβους-«κοράκια» δημοσίων έργων, ή εξίσου κρατικοδίαιτους «προμηθευτές» του δημοσίου τομέα κλπ.). Η ανώτερη αυτή τάξη των υποτιθέμενων μεγαλο»αστών» είναι, με τον πιο χαρακτηριστικό φεουδαρχικό τρόπο, αντιπαραγωγική και παρασιτική. Ενώ οι αληθινά δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνίας εδώ και 180 έτη «ελεύθερου» βίου καταπνίγονται συστηματικά.

    Η αναξιοκρατία / βλακοκρατία, η έντεχνη αποπομπή / εξορία των ικανών και ταλαντούχων στο εξωτερικό, οι πελατειακές σχέσεις, το μεθοδικό «στήσιμο» της αγοράς, οι κρατικοδίατοι μεγαλοεπιχειρηματίες – λαμόγια, οι υφαρπαγές του δημοσίου χρήματος, οι «μίζες», οι απροκάλυπτες εκκλησιαστικές «μπίζνες», η βυζαντινότατη συμπαιγνία πολιτικάντηδων και ορθόδοξου κλήρου είναι φαινόμενα που δεν οφείλονται (όπως έντεχνα καλλιεργείται από την προπαγάνδα) στην τουρκοκρατία αλλά, στις πανίσχυρες βυζαντινές καταβολές και δομές της νεοελληνικής κοινωνίας.
Η νεοελληνική κοινωνία είναι ουσιαστικά μια νεοφεουδαρχική κοινωνία δύο τάξεων, ανώτερης και κατώτερης. Η επιδιωχθείσα έλλειψη πραγματικής μεσαίας τάξης έκανε πιο εύκολη την ανοχή, τον προσεταιρισμό και την εξάρτηση τού υπόλοιπου λαού από τη διαφθορά, η οποία χαρακτηρίζει ιστορικώς αυτούς, που τόν εξουσιάζουν υλικά και πνευματικά: δηλ. τους νεοκοτσαμπασήδες και την Ορθόδοξη Εκκλησία.      Ενώ στην αρχαία Ελλάδα συνέβη για πρώτη φορά στην Ιστορία η ανάδυση μιας μεσαίας τάξης, που αποτέλεσε την βασικότερη αιτία της δημιουργίας  τού Πολιτικού Ανθρώπου, το αντίστοιχο που δημιουργήθηκε τελικά στην μετεπαναστατική Ελλάδα είναι μιά μόνο κατ’ όνομα μεσαία τάξη, τα μέλη της οποίας σπανιότατα εκπληρούν και τα τρία κριτήρια τα οποία είχαν θέσει οι ιδρυτές της αρχαίοι έλληνες: οικονομική ευκαταστασία, πνευματική κατάρτιση και πολιτική συνειδητοποίηση. Συνήθως το μοναδικό κριτήριο που εκπληρώνει αυτή η ψευδομεσαία τάξη-καρικατούρα της ανώτερης, είναι  το  οικονομικό (και αυτό λόγω κυρίως φοροδιαφυγής, ή άλλων παραοικονομικών δραστηριοτήτων). Επιπλέον τα ελάχιστα μέλη αυτής της τάξης που εκπληρώνουν τις    δύο συνειδησιακές αρχαιοελληνικές προδιαγραφές της, συνήθως δεν εκπληρώνουν την οικονομική, αφού εδώ και εκατόν ογδόντα χρόνια «ελεύθερου» βίου, καταβάλλουν μια συνεχή αγωνιώδη προσπάθεια για την απλή επιβίωσή τους.  Η νεοελληνική κοινωνία είναι ουσιαστικά μια νεοφεουδαρχική κοινωνία δύο τάξεων, ανώτερης (κρατικοδίαιτοι μεγαλοαστοί  μεταπράττες που παριστάνουν τους αξιοσέβαστους επιχειρηματίες,   «επιτηδευματίες» και αεριτζήδες κάθε είδους και λοιποί  φοροφυγάδες) και κατώτερης (συνήθως μισθωτοί). Η επιδιωχθείσα έλλειψη πραγματικής μεσαίας τάξης έκανε πιο εύκολη την ανοχή, τον προσεταιρισμό και την εξάρτηση τού υπόλοιπου λαού από τη διαφθορά, η οποία χαρακτηρίζει ιστορικώς αυτούς που τόν εξουσιάζουν υλικά και πνευματικά: δηλ. τους νεοκοτσαμπασήδες και την Ορθόδοξη Εκκλησία.

  Στη νεώτερη Ελλάδα, όπου η ισχνή πραγματική μεσαία τάξη βάλλεται όσο ποτέ άλλοτε, είναι αναγκαίο να κατανοηθεί ότι η επιδιωκόμενη περαιτέρω  αποδυνάμωσή της, εξυπηρετεί μόνο εκείνους, που τούς συμφέρει μια οριστική επιστροφή στον «ολιγαρκή» και «βολικό» μεσαιωνικό, βυζαντινό, τύπο ανθρώπου. Εξυπηρετεί εκείνους που  στέρεψαν και ρήμαξαν κάθε πόρο αυτής της χώρας, που τόσα χρόνια ροκάνιζαν το δέντρο, που πάνω του παρασιτοζωούσαν και που τώρα κινδυνεύουν να καταβροχθιστούν από την δυτική οικονομία (όπως οι βυζαντινοί φεουδάρχες από το δυτικό εμπόριο και βιομηχανία). Τους σημερινούς απογόνους των ανθενωτικών του Βυζαντίου και των κοτσαμπασήδων, που θέλουν να εκχωρήσουν την χώρα στους διάφορους «επενδυτές», ώστε να «ξαναπαχύνει» και να  την ξαναλεηλατήσουν στο μέλλον. Το ότι αυτή τη φορά οι «σωτήρες» αναζητώνται κυρίως στη Δύση και όχι στην Ανατολή, δεν οφείλεται φυσικά σε… «προοδευτική» στροφή τών δουλοπρεπών αυτών ζητιάνων, αλλά στον ιστορικώς διαπιστωμένο καιροσκοπισμό τους.

Bιβλιογραφία

(1) Μάρραιϋ Μπούκτσιν, Τα όρια της πόλης, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1979.

(2) Μ. Μ Αustin και  P. Vidal-Naquet , Οικονομία και Κοινωνία στην αρχαία Ελλάδα, εκδόσεις    Δαίδαλος – Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1998.

(3) Συρίλ Μανγκό, Βυζάντιο, η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης, εκδόσεις Μ. Ι. Ε. Τ.  Αθήνα  2002.

(4) Άρνολντ Τόυνμπη, Οι Έλληνες και οι κληρονομιές τους, εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1992.

(5) Κώστας Παπαδημητρίου, Στα πρόθυρα της διάσπασης η μεσαία τάξη, άρθρο στην Καθημερινή,  21/10/2007.

http://hypnovatis.blogspot.gr/2012/09/blog-post_7524.html

Advertisements