ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΚΛΑΔΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΛΥΣΕΙΣ (Π.Ε.Δ. 2017)


ΒΑΣΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΚΛΑΔΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΕΣ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΛΥΣΕΙΣ (Πανελλήνια Ένωση Δικηγόρων 2017)

αρχείο λήψης

Ο κλάδος των δικηγόρων αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια σοβαρά προβλήματα, τα περισσότερα εκ των οποίων αφορούν στο σύνολο των ελευθέρων επαγγελματιών.

Στην πλειοψηφία τους αφορούν σε υπέρμετρες φορολογικές και
ασφαλιστικές επιβαρύνσεις, οι οποίες επιβλήθηκαν κατά την περίοδο της κρίσης και
οδήγησαν σε αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που επεδίωκαν (έξοδο πολλών
δικηγόρων από το επάγγελμα και μείωση κρατικών -φορολογικών και ασφαλιστικών-
εσόδων.

Η μεν αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών οδήγησε σε αδυναμία
καταβολής τους από μεγάλη μερίδα δικηγόρων και ως εκ τούτου σε μείωση των
εσόδων των ασφαλιστικών φορέων.

Η δε αύξηση της φορολογίας δεν επέφερε αντίστοιχη αύξηση των κρατικών εσόδων, αλλά οδήγησε πολλούς δικηγόρους εκτός δικηγορικού επαγγέλματος.

Παρακάτω καταγράφονται ορισμένα από τα σημαντικότερα προβλήματα του
κλάδου των δικηγόρων και προτείνονται ρεαλιστικές λύσεις για την αντιμετώπισή
τους, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν και στην αύξηση των κρατικών εσόδων, στα
πλαίσια της παραδοχής ότι η καθιέρωση ρεαλιστικών ασφαλιστικών και
φορολογικών υποχρεώσεων οδηγεί σε αύξηση της εισπραξιμότητάς τους:

Α] ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

1. Αλλαγή του συστήματος φορολόγησης των ελευθέρων επαγγελματιών

Το σύστημα φορολόγησης από το φορολογικό έτος 2013 και μετά αποτελεί το
μεγαλύτερο πρόβλημα των δικηγόρων, αλλά και των ελευθέρων επαγγελματιών
γενικότερα. Με την επιβολή ΦΠΑ 24% και φόρου εισοδήματος που ξεκινά από 22%
(χωρίς αφορολόγητο), το ήμισυ των εισπράξεων μας πηγαίνει απευθείας στο Κράτος.
Αν προσθέσουμε και το τέλος επιτηδεύματος (το οποίο μπορεί να αυξάνεται κατά το
δοκούν κάθε φορά που λείπουν έσοδα από τον κρατικό προϋπολογισμό), την εισφορά
αλληλεγγύης (η οποία αν και αρχικώς ορίσθηκε ως έκτακτη, έχει πλέον ενσωματωθεί
στη φορολογική κλίμακα) και την προκαταβολή φόρου 100% για το επόμενος έτος,
γίνεται αντιληπτό ότι το φορολογικό βάρος είναι δυσβάστακτο.

Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία που εφαρμόζεται από
το φορολογικό έτος 2013, φορολογούμαστε από το 1ο ευρώ, με συντελεστές που
ξεκινούν από 22%. Αυτό που δεν έχει γίνει ευρέως αντιληπτό είναι, όμως, ότι τα
ποσά αυτά τα καταβάλλουμε ως φόρο και επί τεκμαρτών εισοδημάτων. Δηλαδή, ένας
δικηγόρος, ακόμα και αν είχε 5.000 ευρώ πραγματικό εισόδημα, αλλά έχει στην
κατοχή του ένα σπίτι και ένα αυτοκίνητο (στα οποία προστίθεται και το τεκμαρτό
ατομικό εισόδημα των 3.000 ευρώ), θα του προσδιοριστεί ένα τεκμαρτό εισόδημα
τουλάχιστον 12.000 ευρώ, επί του οποίου θα πληρώσει φόρο 2.640 ευρώ + 650 ευρώ
τέλος επιτηδεύματος + 2,2% εισφορά αλληλεγγύης, πλέον την προκαταβολή φόρου
100% του επόμενου έτους.

Προτείνεται:

(α) Να προστεθεί ένας ακόμα κατώτατος συντελεστής στη φορολογία εισοδήματος
των ελευθέρων επαγγελματιών π.χ. 10%. Με τον τρόπο αυτό αποκαθίσταται εν μέρει
η παραβιασθείσα σήμερα αρχή της ισότητας συμμετοχής στα δημόσια βάρη.

(β) Να θεσπιστεί αφορολόγητο όριο και για τους ελεύθερους επαγγελματίες, καθώς οχαρακτηρισμός μας ως «φυσικών προσώπων που ασκούν επιχειρηματική
δραστηριότητα» και η εξομοίωσή μας ουσιαστικά με επιχειρήσεις συνιστά προφανώς αντισυνταγματική διάκριση από τους υπόλοιπους φορολογούμενους.

(γ) Να καταργηθούν ή να μειωθούν σε ρεαλιστική βάση τα τεκμήρια φορολόγησης.

2. Εξαίρεση των δικηγορικών υπηρεσιών από το ΦΠΑ

Η επιβολή ΦΠΑ στις δικηγορικές υπηρεσίες δεν επιβαρύνει το δικηγόρο,
όπως εσφαλμένα θεωρείται, αλλά τον εντολέα (πελάτη) του. Καθιστά δηλαδή
ακριβότερο το κόστος πρόσβασης στη δικαιοσύνη, αποτρέποντας ιδίως τους
ασθενέστερους οικονομικά πολίτες από την προσφυγή στη δικαιοσύνη.

Προτείνεται:

Να εξαιρεθούν οι δικηγορικές υπηρεσίες από τον ΦΠΑ 24%, καθώς η επιβολή του τις
καθιστά είδος πολυτελείας, απρόσιτο στο μέσο πολίτη.

Εναλλακτικά, προτείνεται:
Να αυξηθεί το όριο του τζίρου για την απαλλαγή από τον ΦΠΑ, από το ποσό των
10.000 ευρώ που ισχύει σήμερα, σε αυτό του κοινοτικού μέσου όρου που είναι
περίπου στις 25.000 ευρώ. Η συζήτηση για την απαλλαγή από το ΦΠΑ των μικρών
επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών με τζίρους κάτω των 25.000 ευρώ είχε
ξεκινήσει στο Υπουργείο Οικονομικών το 2013, μετά από σχετική πρόταση του ΔΝΤ,
αλλά δεν έχει ληφθεί σχετική απόφαση μέχρι σήμερα.

3. Τέλος επιτηδεύματος

Το τέλος επιτηδεύματος αποτελεί πολύ σοβαρό ζήτημα, καθώς, πέρα από το
ότι αποτελεί ήδη ένα σοβαρό βάρος για κάθε δικηγόρο, μελλοντικά το ύψος του θα
μπορούσε να προσαυξάνεται κατά το δοκούν, ανάλογα με τα κενά του κρατικού
προϋπολογισμού. Ήδη η πρώτη προσαύξηση έγινε από τα 500 ευρώ στα 650 ευρώ
και οροφή δεν υπάρχει.
Σημειώνεται, ότι με σειρά αποφάσεων του Συμβουλίου Επικρατείας (2527,
2528, 2529, 2530/2013) το τέλος επιτηδεύματος κρίθηκε μεν ως συνταγματικό, πλην
όμως έχουν μεταβληθεί οι συνθήκες και τα οικονομικά δεδομένα επί τη βάσει των
οποίων εκδόθηκαν αυτές οι αποφάσεις του ΣτΕ. Στην αιτιολογική έκθεση του ν.
3986/2011, με τον οποίο θεσμοθετήθηκε το τέλος επιτηδεύματος, αναφερόταν ότι η
επιβολή του έγινε μετά τη διαπίστωση «ότι πολύ μεγάλος αριθμός των εν λόγω
κατηγοριών φορολογουμένων δηλώνουν καθαρά κέρδη κάτω του αφορολογήτου
ορίου». Το σκεπτικό αυτό υιοθετείται και από το ΣτΕ. Σήμερα, όμως, οι συνθήκες
είναι διαφορετικές. Καταρχήν το αφορολόγητο των 5.000 ευρώ έχει καταργηθεί και
πλέον φορολογούμαστε από το 1ο ευρώ και μάλιστα με 22% κατώτατο συντελεστή
και στο πραγματικό και στο τεκμαρτό εισόδημα. Επίσης, το ύψος του τέλους
επιτηδεύματος έχει αυξηθεί από τα 500 στα 650 ευρώ. Και, τέλος, οι οικονομικές και
επαγγελματικές συνθήκες έχουν επιδεινωθεί σε σχέση με το χρόνο έκδοσης των
αποφάσεων του ΣτΕ.

Προτείνεται:

Να καταργηθεί το τέλος επιτηδεύματος, άλλως να αφαιρείται από τον οφειλόμενο
φόρο και να μην προστίθεται σε αυτόν.

4. Θέσπιση απλούστερης φορολογικής νομοθεσίας

Η αύξηση της φορολογικής γραφειοκρατίας τα τελευταία έτη είναι
κατακόρυφη και εξοντωτική, ειδικά για δικηγόρους που δεν έχουν την οικονομική
δυνατότητα να απευθυνθούν σε λογιστή. Πέρα από τις δηλώσεις φορολογίας
εισοδήματος, υποχρεούμαστε να υποβάλουμε 4 περιοδικές δηλώσεις ΦΠΑ, 7
δηλώσεις παρακρατούμενων φόρων (προσωρινές και οριστική), ετήσιες
συγκεντρωτικές καταστάσεις (ΜΥΦ) και 4 καταστάσεις με τις έγγραφες συμφωνίες
αμοιβών με τους εντολείς (πελάτες) μας.

Οι περισσότεροι νέοι (αλλά και παλαιότεροι) δικηγόροι προσπαθούν να
τηρούν από μόνοι τους τις φορολογικές τους υποχρεώσεις (χωρίς λογιστή), άλλοι
διότι αδυνατούν οικονομικά να προσφύγουν σε λογιστή και άλλοι διότι βλέπουν ότι
ακόμη και οι λογιστές αδυνατούν να παρακολουθούν τις αλλαγές που γίνονται στη
φορολογία, με αποτέλεσμα να γίνονται συχνά λάθη. Όμως, η φορολογική
γραφειοκρατία συνεχώς αυξάνεται, σε σημείο που οι δικηγόροι, οι οποίοι
προσπαθούν από μόνοι τους να τηρούν τις φορολογικές – λογιστικές τους
υποχρεώσεις, να αναλώνουν ένα μεγάλο μέρος του παραγωγικού τους χρόνου για την
παρακολούθηση της φορολογικής νομοθεσίας και την τήρηση των υποχρεώσεων που
απορρέουν από αυτή.

Είναι προφανές, ότι καθίσταται απολύτως αναγκαία η θέσπιση μιας
απλούστερης φορολογικής διαδικασίας για μικρές επιχειρήσεις και
επαγγελματίες με χαμηλούς τζίρους (π.χ. κάτω από 25.000 ευρώ). Με απλές
διατάξεις για την τήρηση των βιβλίων μας, χωρίς έντυπο Ε3 (ή έστω με ένα
απλοποιημένο μονοσέλιδο Ε3), με εξαίρεση από το ΦΠΑ (ή έστω με την υποχρέωση
υποβολής μίας μόνο ετήσιας δήλωσης ΦΠΑ και όχι περιοδικών δηλώσεων), με την
κατάργηση της υποχρέωσης υποβολής συγκεντρωτικών καταστάσεων (ΜΥΦ), με την
κατάργηση της υποχρέωσης υποβολής τριμηνιαίων καταστάσεων εγγράφων
συμφωνιών με τους εντολείς (πελάτες) μας κλπ. Μία απλή φορολογική διαδικασία
«de minimis».

Προτείνεται:
Να θεσπιστεί νομοθετικά ένα απλούστερο καθεστώς φορολογικών διαδικασιών για
ελεύθερους επαγγελματίες και μικρές επιχειρήσεις με χαμηλούς τζίρους.

5. Ηλεκτρονικές συναλλαγές και POS

Η καθιέρωση της υποχρεωτικής εγκατάστασης POS ή της υποχρεωτικής
αποδοχής καρτών πληρωμής από όλους τους δικηγόρους έως το τέλος Ιουλίου
συνιστά μία ακόμα άσκοπη και υπέρμετρη επιβάρυνση του κλάδου των δικηγόρων, η
οποία επιβλήθηκε χωρίς κανένα προηγούμενο σχεδιασμό.

Άσκοπη, διότι ο υποτιθέμενος σκοπός της πάταξης της φοροδιαφυγής μέσω
των ηλεκτρονικών πληρωμών μπορεί να επιτευχθεί εξίσου με άλλα μέσα, τα οποία
δεν συνεπάγονται οικονομική και γραφειοκρατική επιβάρυνση για το δικηγόρο, όπως
λ.χ. η κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό του δικηγόρου.

Υπέρμετρη, διότι ο δικηγόρος επιβαρύνεται με το κόστος αγοράς του POS, με
το ετήσιο κόστος χρήσης του (κατοχής, συντήρησης ή όπως αλλιώς ονομάζεται),
καθώς και με τις τραπεζικές προμήθειες στην ήδη χαμηλή εναπομείνασα (μετά την
αφαίρεση φορολογικών και ασφαλιστικών κρατήσεων) αμοιβή του.

Χωρίς σχεδιασμό, διότι η επιβολή της υποχρέωσης εγκατάστασης POS έγινε
οριζόντια, χωρίς όριο τζίρου, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι περιπτώσεις δικηγόρων με
έδρα την οικία τους, οι περιπτώσεις περισσότερων συνεργαζόμενων στο ίδιο γραφείο
δικηγόρων, οι περιπτώσεις δικηγόρων που απασχολούνται σε γραφεία ή δικηγορικές
εταιρίες κλπ.

Προτείνεται:
Να εξαιρεθούν οι δικηγόροι από την υποχρέωση εγκατάστασης POS, καθώς ο σκοπός
του νόμου (πάταξη της φοροδιαφυγής μέσω ηλεκτρονικών συναλλαγών)
επιτυγχάνεται εξίσου με την πρόβλεψη της κατάθεσης των δικηγορικών αμοιβών σε
τραπεζικό λογαριασμό του δικηγόρου.

Εναλλακτικά, προτείνεται:
Να τεθεί ένα όριο τζίρου π.χ. άνω των 25.000 ευρώ, πάνω από το οποίο θα υπάρχει
υποχρέωση εγκατάστασης POS από τους δικηγόρους. Επιπλέον, να αντιμετωπιστούν
ειδικές περιπτώσεις όπως η οικία ως επαγγελματική έδρα, οι περισσότεροι δικηγόροι
στο ίδιο δικηγορικό γραφείο και οι συνεργάτες δικηγόροι σε δικηγορικά γραφεία ή
εταιρίες. Τέλος, να μειωθούν στο ελάχιστο οι τραπεζικές προμήθειες, σύμφωνα και
με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2015/751 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του
Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2015, σχετικά με τις διατραπεζικές προμήθειες για
πράξεις πληρωμών με κάρτες, που προβλέπει διατραπεζική προμήθεια ανά
συναλλαγή που δεν μπορεί να υπερβαίνει το 0,2% της αξίας της συναλλαγής για
οποιαδήποτε συναλλαγή με χρεωστική κάρτα ή τα 0,05 ευρώ ανά συναλλαγή (άρθρο
3 παρ. 1 και 2).

6. Θέσπιση ενιαίου ανώτατου ορίου δημοσιονομικής (φορολογικής και
ασφαλιστικής) επιβάρυνσης

Όπως προαναφέρθηκε, η συνολική δημοσιονομική (φορολογική και
ασφαλιστική) επιβάρυνση των ελευθέρων επαγγελματιών κυμαίνεται σήμερα από
60% (σύμφωνα με τα «αισιόδοξα» στοιχεία της κυβέρνησης) έως και άνω του 100%
(σύμφωνα με τεκμηριωμένα στοιχεία των φορέων των ελευθέρων επαγγελματιών).
Είναι προφανές, ότι μια τέτοια υπέρμετρη επιβάρυνση συνιστά αντικίνητρο εργασίας
και κίνητρο απόκρυψης εισοδημάτων.

Προτείνεται:
Να θεσπιστεί ένα ανώτατο όριο δημοσιονομικής (φορολογικής και ασφαλιστικής)
επιβάρυνσης, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 45% του
φορολογητέου εισοδήματος ή τον εκάστοτε προβλεπόμενο ανώτατο φορολογικό
συντελεστή φορολόγησης του εισοδήματος. Στο ανώτατο αυτό όριο δημοσιονομικής
επιβάρυνσης θα πρέπει να περιλαμβάνονται όλες οι φορολογικές επιβαρύνσεις που
συνδέονται με το εισόδημα (φόρος εισοδήματος, προκαταβολή φόρου εισοδήματος,
εισφορά αλληλεγγύης, τέλος επιτηδεύματος κλπ.) και όλες οι ασφαλιστικές
επιβαρύνσεις που προσδιορίζονται με βάση το εισόδημα (ασφαλιστικές εισφορές
κλπ.).

Β] ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

Με τον πρόσφατο νόμο 4387/2016 για το ασφαλιστικό υιοθετείται πλέον η
αρχή της σύνδεσης των ασφαλιστικών εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών με το
φορολογητέο εισόδημα. Η πρόβλεψη αυτή κινείται καταρχήν στη σωστή κατεύθυνση,
υιοθετώντας αντίστοιχες ρυθμίσεις άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(ενδεικτικά, Μεγάλη Βρετανία, Αυστρία, Γαλλία, Ιταλία, Σουηδία, Κύπρος,
Λουξεμβούργο κ.ά.).

Πλην, όμως, οι εισφορές των ελευθέρων επαγγελματιών καθορίζονται σε
ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό και, συγκεκριμένα, σε 20% για την κύρια σύνταξη, 7% για
την επικουρική και 6,95% για την υγειονομική περίθαλψη. Προκύπτει δηλαδή μια
συνολική επιβάρυνση σε ποσοστό 33,95% επί του φορολογητέου εισοδήματος, η
οποία συνδυάζεται με την αντίστοιχη φορολόγηση των εισοδημάτων μας (22% από
το πρώτο ευρώ και μάλιστα στο τεκμαρτό εισόδημα), την προκαταβολή φόρου
εισοδήματος (100%), το τέλος επιτηδεύματος, την εισφορά αλληλεγγύης και τις
λοιπές φορολογικές υποχρεώσεις, όπως ΕΝΦΙΑ, τέλη κυκλοφορίας κ.ά.

Έτσι, το
συνολικό οφειλόμενο στο Κράτος ποσό υπερβαίνει το 100% του φορολογητέου
εισοδήματός μας, γεγονός που καθιστά οικονομικά ασύμφορη την άσκηση των
επαγγελματικών μας δραστηριοτήτων, προκαλώντας δικαιολογημένα τις σφοδρές
αντιδράσεις όλων των κλάδων των ελευθέρων επαγγελματιών.

Για την αντιμετώπιση
του ζητήματος αυτού προτείνονται τα ακόλουθα:

1. Θέσπιση ατομικής εισφοράς 6,77% και για τους ελεύθερους επαγγελματίες
Προκειμένου να τηρηθεί η αρχή της ισότιμης μεταχείρισης όλων των
ασφαλισμένων, μισθωτών και ελευθέρων επαγγελματιών, θα πρέπει και οι τελευταίοι
να επιβαρυνθούν ατομικά μόνο με τα ποσά που αντιστοιχούν στις εργατικές εισφορές
των μισθωτών (άρθρο 38 παρ. 1). Θα πρέπει, δηλαδή, και οι εισφορές των ελευθέρων
επαγγελματιών να καθοριστούν σε ποσοστό 6,67% επί του φορολογητέου
εισοδήματός τους και όχι σε 20%, που προβλέπει το άρθρο 39 παρ. 1 του νόμου,
όπως ήδη έχει επισημάνει και η έκθεση της επιστημονικής επιτροπής της Βουλής, η
οποία έχει χαρακτηρίζει τη σχετική διάκριση στο ύψος των εισφορών των ελευθέρων
επαγγελματιών και των μισθωτών ως αντισυνταγματική.

Απομένει να καλυφθεί το ποσό που αντιστοιχεί στην εργοδοτική εισφορά των
μισθωτών, το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό 13,33% (άρθρο 38 παρ. 1). Η κάλυψη
του ποσού αυτού θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ανά επαγγελματικό κλάδο και ανάλογα
με τις ειδικότερες ρυθμίσεις που ισχύουν σε αυτόν.
Αντίστοιχος προσδιορισμός θα πρέπει να γίνει και με τις εισφορές για
επικουρική ασφάλιση και υγειονομική περίθαλψη, οι οποίες ομοίως θα πρέπει να
διαμορφωθούν στο ύψος των αντίστοιχων εισφορών των μισθωτών. Συνολικά,
δηλαδή, η ατομική εισφορά των δικηγόρων και γενικότερα των ελευθέρων
επαγγελματιών θα πρέπει να διαμορφωθεί σε ποσοστό 16,05% (6,77% για κύρια,
2,33% για επικουρική και 6,95% για υγειονομική περίθαλψη), έναντι 33,95% που
προβλέπεται σήμερα (+ 4% για εφάπαξ).

2. Κλιμακωτό κατώτατο όριο ασφαλιστικών εισφορών

Ο νόμος 4387/2016 προβλέπει ένα μόνο κατώτατο όριο εισφορών (άρθρο 39
παρ. 3), παίρνοντας ως βάση υπολογισμού τον εκάστοτε προβλεπόμενο βασικό μισθό
άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών (σήμερα 586,08 ευρώ).

Έτσι, τη στιγμή που η
συνολική επιβάρυνση για τις ασφαλιστικές εισφορές των ελευθέρων επαγγελματιών
ανέρχεται στο 33,95% του φορολογητέου εισοδήματός τους, προκύπτει ένα ελάχιστο
ποσό εισφορών ύψους περίπου 2.400 ευρώ + 120 ευρώ για τον ΟΑΕΔ.

Το κατώτατο
αυτό όριο πλήττει σημαντικά όσους ελεύθερους επαγγελματίες έχουν ζημιά, μηδενικό
εισόδημα ή χαμηλό εισόδημα (κάτω του ορίου της φτώχειας).

Για την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού προτείνεται η θέσπιση
κλιμακωτού κατώτατου ορίου εισφορών, ως ακολούθως:

α) Να προβλεφθεί «ανεισφορολόγητο» για όσους έχουν ζημιά ή μηδενικό
εισόδημα.

β) Να προβλεφθεί ως βάση υπολογισμού το ήμισυ του βασικού μισθού για όσους
έχουν εισόδημα έως 7.000 ευρώ, δηλαδή κατώτατο όριο εισφορών 1.193,80 ευρώ.

γ) Να προβλεφθεί ως βάση υπολογισμού ο βασικός μισθός για όσους έχουν
εισόδημα από 7.000 έως 14.000 ευρώ, δηλαδή κατώτατο όριο εισφορών 2.387,61
ευρώ. Και

δ) Να προβλεφθεί ως βάση υπολογισμού το διπλάσιο του βασικού μισθού για
όσους έχουν εισόδημα από 14.000 έως 25.000 ευρώ, δηλαδή κατώτατο όριο
εισφορών 4.775,22 ευρώ. Από κει και πάνω, οι εισφορές να καταβάλλονται ανάλογα
με το φορολογητέο εισόδημα.

3. Κλιμακωτό ανώτατο όριο ασφαλιστικών εισφορών

Ο νόμος 4387/2016 προβλέπει ένα μόνο ανώτατο όριο εισφορών (άρθρο 38
παρ. 2), παίρνοντας ως βάση υπολογισμού το δεκαπλάσιο του βασικού μισθού. Έτσι,
τη στιγμή που η συνολική επιβάρυνση για τις ασφαλιστικές εισφορές των ελευθέρων
επαγγελματιών ανέρχεται στο 33,95% του εισοδήματός τους, προκύπτει ένα ανώτατο
ποσό εισφορών ύψους περίπου 24.000 ευρώ + 120 ευρώ για τον ΟΑΕΔ, το οποίο
είναι υπέρογκο για φορολογητέο εισόδημα περίπου 70.000 ευρώ.

Για την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού προτείνεται η θέσπιση
κλιμακωτού ανώτατου ορίου εισφορών, ως ακολούθως:

α) Να προβλεφθεί ως βάση υπολογισμού το πενταπλάσιο του βασικού μισθού για
όσους έχουν εισόδημα έως 100.000 ευρώ, δηλαδή ανώτατο όριο εισφορών 11.938,05
ευρώ. Και
β) Να προβλεφθεί ως βάση υπολογισμού το δεκαπλάσιο του βασικού μισθού για
όσους έχουν εισόδημα άνω των 100.000 ευρώ, δηλαδή ανώτατο όριο εισφορών
23.876,10 ευρώ.

4. Υπολογισμός με βάση τον καθαρό και όχι το μικτό βασικό μισθό

Στο νόμο 4387/2016 δεν εξειδικεύεται αν λαμβάνεται υπόψη ο μικτός ή ο
καθαρός βασικός μισθός. Ο υπολογισμός με βάση το μικτό μισθό θεωρείται
εσφαλμένος, καθώς αυτός εμπεριέχει και τις ασφαλιστικές εισφορές του μισθωτού
(εργατικές). Εφόσον, όμως, ο βασικός μισθός αυτού λαμβάνεται ως βάση
υπολογισμού των κατώτατων και ανώτατων εισφορών των ελευθέρων
επαγγελματιών, είναι ορθότερο να ληφθεί ως βάση ο καθαρός μισθός (σήμερα
507,42 ευρώ), που δεν περιλαμβάνει τις ασφαλιστικές εισφορές του. Έτσι, η
κατώτατη ετήσια εισφορά των ελευθέρων επαγγελματιών θα διαμορφωθεί σε
2.067,23 ευρώ και η ανώτατη σε 20.672,30 ευρώ. (με βάση πάντα όσα προβλέπονται
στον ισχύοντα ασφαλιστικό νόμο).

5. Αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών από το φορολογητέο εισόδημα

Με το άρθρο 58 παρ. 1 του πρόσφατου νόμου 4472/2017 τροποποιήθηκε, κατ’
απαίτηση των «θεσμών» η μηνιαία βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών
των ελευθέρων επαγγελματιών και προβλέφθηκε, ότι στο καθαρό φορολογητέο
εισόδημα, το οποίο αποτελεί τη βάση για τον υπολογισμό των ασφαλιστικών
εισφορών μας, συμπεριλαμβάνονται και οι ασφαλιστικές εισφορές του προηγούμενου
έτους (οι οποίες, στη φορολογία εισοδήματος θεωρούνται ως επαγγελματικές δαπάνες
και αφαιρούνται από τα ακαθάριστα έσοδα).
Η διάταξη αυτή, παρά τις σφοδρές αντιδράσεις όλων των ελευθέρων
επαγγελματιών, φαίνεται καταρχήν ορθή, καθώς σε καμία ευρωπαϊκή χώρα οι
ασφαλιστικές εισφορές δεν θεωρούνται ως επαγγελματική δαπάνη και δεν
αφαιρούνται από τα ακαθάριστα έσοδα, προκειμένου να καθοριστεί το καθαρό
φορολογητέο εισόδημα. Πράγματι, οι ασφαλιστικές εισφορές αποτελούν προσωπική
δαπάνη του ελεύθερου επαγγελματία, η οποία αφορά στη συνταξιοδοτική του
κάλυψη και στην υγειονομική του περίθαλψη και όχι επαγγελματική δαπάνη, η οποία
αφορά στην άσκηση του επαγγέλματός του.
Πλην, όμως, η θέσπιση της (καταρχήν ορθής αυτής) διάταξης έχει ως
αποτέλεσμα την έμμεση αύξηση των ήδη υπέρμετρων ασφαλιστικών εισφορών των
ελευθέρων επαγγελματιών. Ως αντιστάθμισμα της αύξησης αυτής προτείνεται ο
αποχαρακτηρισμός των ασφαλιστικών εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών ως
επαγγελματικών δαπανών και η αφαίρεσή τους από το φορολογητέο εισόδημα,
όπως ακριβώς γινόταν μέχρι το έτος 2010. Με τον τρόπο αυτό, αντισταθμίζεται εν
μέρει η νέα αυτή αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών των ελευθέρων
επαγγελματιών, ειδικά στις περιπτώσεις που αυτοί φορολογούνται με βάση το
τεκμαρτό εισόδημά τους, καθώς στην τελευταία αυτή περίπτωση η αφαίρεση των
ασφαλιστικών εισφορών από τα ακαθάριστα έσοδά τους δεν είχε κανένα απολύτως
όφελος (καθώς αφορούσε μόνο στο, μικρότερο του τεκμαρτού, πραγματικό εισόδημά
τους). Αντιθέτως, η αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών και από το πραγματικό,
αλλά και από το τεκμαρτό εισόδημα, έχει προφανές όφελος για τους ελεύθερους
επαγγελματίες, οδηγώντας (δικαίως) σε αντίστοιχη μείωση του φόρου εισοδήματος.

Η πρόταση αυτή, αφενός είναι φοροτεχνικά ορθή και σύμφωνη με την
ευρωπαϊκή πρακτική, και αφετέρου μπορεί να αντισταθμίσει μερικώς τη νέα αύξηση
των ήδη υπέρμετρων ασφαλιστικών εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών.

Γ] ΚΟΣΤΟΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Τα τελευταία έτη έχει θεσπιστεί πλήθος διατάξεων που αυξάνουν υπέρμετρα
το κόστος πρόσβασης των πολιτών στη δικαιοσύνη. Πέρα από την επιβολή του ΦΠΑ
στις δικηγορικές υπηρεσίες, είχαμε την αύξηση του δικαστικού ενσήμου, τη θέσπιση
παραβόλων σε όλες τις διαδικασίες και μάλιστα σε υπερβολικά υψηλά ποσά (όπως
λ.χ. από 5 ευρώ σε 150 ευρώ ή αναλογικό παράβολο 1% στις φορολογικές διαφορές).
Στις διατάξεις αυτές ήρθε να προστεθεί και το άρθρο 61 παρ. 4 του νέου κώδικα
δικηγόρων (ν. 4194/2013), το οποίο προέβλεψε το απαράδεκτο της διαδικαστικής
πράξης σε περίπτωση που δεν κατατεθεί από το δικηγόρο το αντίστοιχο γραμμάτιο
προκαταβολής εισφορών.
Όλες οι παραπάνω διατάξεις είχαν ως αποτέλεσμα την υπέρμετρη αύξηση
τους κόστους πρόσβασης του πολίτη στη δικαιοσύνη, η οποία προσβάλει το δικαίωμα
εννόμου προστασίας, όπως κατοχυρώνεται στο ελληνικό Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ.
Για δε το άρθρο 61 παρ. 4 του κώδικα δικηγόρων, η έκθεση της επιστημονικής
επιτροπής της Βουλής επισημαίνει την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως αυτής,
επικαλούμενη την απόφαση 33/1995 του ΑΕΔ, με την οποία κρίθηκε
αντισυνταγματική αντίστοιχη διάταξη του προηγούμενου κώδικα δικηγόρων.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης του ΑΕΔ, «δεν συνάπτεται με την κατά το
Σύνταγμα λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή από αυτά της δικαιοσύνης η
είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών των ασφαλιστικών ταμείων των δικηγόρων ή η
περιστολή της φοροδιαφυγής των δικηγόρων. Επομένως, η διάταξη της παρ. 6 του
άρθρου 96 ν.δ. 3026/1954 αντίκειται στην παρ. 1 του άρθρου 20 του Συντάγματος». Το
σκεπτικό της απόφασης του ΑΕΔ δεν έχει εφαρμογή μόνο στις επιβαρύνσεις του
άρθρου 61 παρ. 4 του κώδικα δικηγόρων, αλλά και σε κάθε οικονομικό βάρος που
δεν συνδέεται με την απονομή της δικαιοσύνης και επιβαρύνει την πρόσβαση του
πολίτη σε αυτή, προσβάλλοντας το δικαίωμα εννόμου προστασίας.
Περιττό βέβαια να σημειωθεί, ότι οι υπέρογκες αυτές επιβαρύνσεις στο
κόστος πρόσβασης στη δικαιοσύνη έχουν περιορίσει κατά πολύ τη δικηγορική ύλη,
καθώς οι πολίτες δεν δύνανται πλέον να προσφεύγουν στα δικαστήρια λόγω υψηλού
κόστους, αλλά και τις αμοιβές των δικηγόρων για τις παρεχόμενες υπηρεσίες προς
τους εντολείς (πελάτες) μας, καθώς ένα μεγάλο ποσοστό των χρημάτων που
λαμβάνουμε από αυτούς αφορά σε ΦΠΑ, παράβολα, εισφορές κλπ.
Προτείνεται:
(α) Να μειωθούν στα αρχικά ποσά, προ των αυξήσεων που επιβλήθηκαν από το 2011
και εντεύθεν, όλα τα οικονομικά βάρη που αυξάνουν υπέρμετρα το κόστος
πρόσβασης στη δικαιοσύνη, (ιδίως παράβολα, δικαστικά ένσημα, γραμμάτια
εισφορών κλπ.).
(β) Να τροποποιηθεί το άρθρο 61 του κώδικα δικηγόρων, ως ακολούθως: (i) Να
καταργηθεί το προβλεπόμενο απαράδεκτο της παραγράφου 4 και (ii) να αποσυνδεθεί
η υποχρέωση προκαταβολής των εισφορών, κρατήσεων κλπ. από το πρόσωπο του
δικηγόρου και να συνδεθεί με το πρόσωπο του διαδίκου. Ειδικότερα, θα πρέπει η
καταβολή των παραπάνω οικονομικών βαρών να μην αποτελεί πλέον υποχρέωση του
δικηγόρου (με την επιβολή σε βάρος του όλων των πειθαρχικών και καταδιωκτικών
μέτρων), αλλά υποχρέωση του διαδίκου, ο οποίος θα είναι υπεύθυνος για την
καταβολή των οικονομικών αυτών βαρών, είτε ως προκαταβολή (μέσω ενός ειδικού
ηλεκτρονικού παραβόλου που θα έχει την υποχρέωση να εκδώσει) είτε ως δικαστικά
έξοδα.
Δ] ΘΕΣΜΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
1. Επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης, μέσω της εξωδικαστικής
επίλυσης διαφορών από τους ίδιους τους δικηγόρους
Η επιτάχυνση της δικαιοσύνης αποτελεί μόνιμο πρόβλημα της ελληνικής
δικαιοσύνης, μόνιμη επιδίωξη κάθε κυβέρνησης και μόνιμη απαίτηση κάθε επίδοξου
επενδυτή στη χώρα. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος έχουν ψηφιστεί δεκάδες
νόμοι που απέτυχαν να το αντιμετωπίσουν και έχουν προταθεί δεκάδες λύσεις, οι
οποίες όμως κινούνται αποκλειστικά και μόνο στην κατεύθυνση της επιβάρυνσης του
κρατικού προϋπολογισμού (όπως λ.χ. προσλήψεις δικαστών και δικαστικών
υπαλλήλων). Η μόνη πρόταση που δεν έχει εξεταστεί και δεν έχει υλοποιηθεί είναι η
ανάθεση της επίλυσης μέρους των ιδιωτικών διαφορών από τους ίδιους τους
δικηγόρους.
Προτείνεται:
Να δημιουργηθεί ένας κατάλογος με τις ιδιωτικές διαφορές (αστικές, εμπορικές κλπ.),
οι οποίες είναι δυνατόν να επιλύονται εξωδικαστικά από τους ίδιους τους δικηγόρους.
Για τις διαφορές που θα περιλαμβάνονται στον κατάλογο αυτό, θα προβλέπεται ρητά
η δυνατότητα της εξωδικαστικής τους επίλυσης, παράλληλα με αυτή της δικαστικής
τους επίλυσης. Εφόσον οι εντολείς (πελάτες) συμφωνήσουν στην επιλογή της
εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς, θα υπογράφουν ένα συμφωνητικό για την
επίλυση της υπόθεσής τους εξωδικαστικά από τους δικηγόρους τους, αποδεχόμενοι
(οι εντολείς) και το αποτέλεσμα της εξωδικαστικής αυτής επίλυσης. Με τον τρόπο
αυτό, οι δικηγόροι των δύο πλευρών μπορούν να επιλύσουν την υπόθεση
εξωδικαστικά, όπως γίνεται σε χώρες όπου ισχύει το αγγλοσαξονικό δίκαιο, και η
σχετική κοινή τους πράξη να έχει αποτέλεσμα αντίστοιχο της διαιτητικής απόφασης.
Παράλληλα, για τις κατηγορίες των διαφορών που θα περιλαμβάνονται στον
κατάλογο αυτό, θα πρέπει να θεσπιστούν και αντικίνητρα για την επιλογή της
δικαστικής τους επίλυσης, όπως λ.χ. αυξημένα παράβολα ή δικαστικά έξοδα. Έτσι
μπορεί να δημιουργηθεί σταδιακά μία «κουλτούρα» εξωδικαστικής επίλυσης των
διαφορών από τους ίδιους τους δικηγόρους, η οποία, σε συνδυασμό με άλλες μορφές
εξωδικαστικής επίλυσης, όπως η διαμεσολάβηση, μπορούν να περιορίσουν δραστικά
τον αριθμό των υποθέσεων που οδηγούνται προς δικαστική επίλυση. Αυτό βεβαίως
δεν θα έχει ως αποτέλεσμα μόνο την επιτάχυνση της δικαιοσύνης ή τη διευκόλυνση
της προσέλκυσης επενδύσεων, αλλά και τη μείωση των κρατικών δαπανών, καθώς θα
μπορεί να μειωθεί τόσο ο αριθμός των δικαστών, όσο και ο αριθμός των δικαστικών
υπαλλήλων, αλλά και γενικότερα το λειτουργικό κόστος απονομής της δικαιοσύνης.
2. Ίδρυση ενός Πανελλήνιου Δικηγορικού Συλλόγου
Σε αντίθεση με άλλους κλάδους ελευθέρων επαγγελματιών, όπως λ.χ. των
μηχανικών, ο κλάδος των δικηγόρων χαρακτηρίζεται από πολυδιάσπαση, λόγω της
ύπαρξης 64 διαφορετικών δικηγορικών συλλόγων σε όλη τη χώρα. Η πολυδιάσπαση
αυτή, η οποία αποτελεί ιστορικό κατάλοιπο του παρελθόντος, δεν έχει σήμερα κανένα
λόγο ύπαρξης, καθώς, λόγω της απελευθέρωσης του επαγγέλματος, οι δικηγόροι
μπορούν πλέον να παρίστανται στα δικαστήρια όλης της χώρας, ανεξαρτήτως του
συλλόγου στον οποίο είναι εγγεγραμμένοι.
Η πολυδιάσπαση αυτή έχει καταρχήν ως αποτέλεσμα την ύπαρξη
διαφορετικών συνθηκών άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος ανά σύλλογο σε
μία σειρά ζητημάτων, όπως λ.χ. η ετήσια συνδρομή στους συλλόγους (που
κυμαίνεται από μηδέν σε κάποιους συλλόγους έως ποσά που συνιστούν σημαντική
οικονομική επιβάρυνση σε άλλους συλλόγους), οι διαφορετικές «εισφορές»
προαγωγής, οι οποίες ποικίλουν ανά σύλλογο, το ύψος των μερισμάτων και γενικώς η
εντελώς διαφορετική «μεταχείριση» δικηγόρων που ανήκουν σε διαφορετικούς
συλλόγους χωρίς κανένα δικαιολογητικό λόγο.
Η πολυδιάσπαση αυτή συνεπάγεται επίσης και τη σημαντική οικονομική
επιβάρυνση των δικηγόρων, οι οποίοι, μέσω της ετήσιας εισφοράς τους και των
παρακρατήσεων υπέρ των δικηγορικών συλλόγων στα γραμμάτια προκαταβολής
εισφορών, χρηματοδοτούν τις ανάγκες 64 προέδρων και 64 Διοικητικών Συμβουλίων,
καθώς και του αναγκαίου υπαλληλικού προσωπικού για την υποστήριξη της
λειτουργίας των συλλόγων αυτών.
Τέλος, η πολυδιάσπαση αυτή έχει και ως αποτέλεσμα τη δυσκαμψία της
συνδικαλιστικής εκπροσώπησης των δικηγόρων, καθώς για τη λήψη μίας απόφασης
για ένα ζήτημα που αφορά στον κλάδο είναι αναγκαίο να κινηθούν 64 Γενικές
Συνελεύσεις ή Διοικητικά Συμβούλια και 64 Πρόεδροι, οι οποίοι τελικώς
αποφασίζουν από κοινού στα πλαίσια μιας Ολομέλειας.
Προτείνεται:
Να ιδρυθεί ένας Πανελλήνιος Δικηγορικός Σύλλογος, με τα αναγκαία τοπικά του
παραρτήματα, στα πρότυπα του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΤΕΕ), ούτως
ώστε να αντιμετωπίζονται ενιαία όλα τα ζητήματα που αφορούν το δικηγόρο ως
συλλειτουργό της δικαιοσύνης, ανεξαρτήτως του συλλόγου στον οποίο ανήκει
σήμερα, να μειωθούν οι λειτουργικές δαπάνες των σημερινών συλλόγων και οι
συνδεόμενες προς αυτές δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού, να βελτιωθεί η
ποιότητα της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης του κλάδου και να αποκτήσει η
εκάστοτε κυβέρνηση έναν αξιόπιστο συνομιλητή ή συνεργάτη σε ζητήματα που
αφορούν τη δικαιοσύνη, με ενιαία φωνή και ενιαίες προτάσεις που θα καλύπτουν
όλους τους δικηγόρους ανεξαρτήτως του συλλόγου στον οποίο ανήκουν σήμερα.
3. Διαφάνεια αναφορικά με τη λειτουργία και τις δαπάνες των δικηγορικών
συλλόγων
Η διαδικασία αναθέσεως πάσης φύσεως μελετών, έργων, προμηθειών,
υπηρεσιών κλπ. εκ μέρους των δικηγορικών συλλόγων διαπνέεται από ένα ασαφές
πλαίσιο, το οποίο είναι άγνωστο εάν τηρείται. Αντίστοιχο είναι και το ζήτημα των
προσλήψεων και της μισθοδοσίας του προσωπικού των δικηγορικών συλλόγων, το
οποίο επίσης είναι ασαφές.
Δεδομένου ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι αποτελούν ΝΠΔΔ, θα έπρεπε να
ακολουθούν όλε τις προβλεπόμενες στη νομοθεσία διαδικασίες για την ανάθεση
συμβάσεων σε τρίτους, την πρόσληψη του προσωπικού, τη μισθοδοσία του
προσωπικού, τη δημοσίευση των αποφάσεων τους με οικονομικό περιεχόμενο κλπ.
Προτείνεται:
α) Η ανάθεση των συμβάσεων μελετών, έργων, προμηθειών και υπηρεσιών εκ
μέρους των δικηγορικών συλλόγων να γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.
4412/2016.
β) Οι προσλήψεις προσωπικού εκ μέρους των δικηγορικών συλλόγων να γίνονται
μέσω ΑΣΕΠ και κατ’ εφαρμογή των διαδικασιών για τις προσλήψεις των υπαλλήλων
των ΝΠΔΔ.
γ) Το μισθολόγιο του προσωπικού των δικηγορικών συλλόγων να είναι σύμφωνο με
το ενιαίο μισθολόγιο των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ.
δ) Οι αποφάσεις των δικηγορικών συλλόγων να δημοσιεύονται στη Διαύγεια,
σύμφωνα με τις προβλέψεις του ν. 3861/2010.
Τα προβλήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω σίγουρα δεν αποτελούν τα
μοναδικά προβλήματα του κλάδου των δικηγόρων. Αποτελούν όμως ορισμένα από τα
σημαντικότερα θεσμικά και οικονομικά ζητήματα που απασχολούν όχι μόνο τους
δικηγόρους αλλά και το σύνολο των ελευθέρων επαγγελματιών. Οι λύσεις που
προτείνονται, σίγουρα δεν αποτελούν τις μοναδικές λύσεις, πλην όμως είναι λογικές,
ρεαλιστικές, εφαρμόσιμες και έχουν το ελάχιστο δυνατό δημοσιονομικό κόστος και
το μέγιστο δυνατό ανταποδοτικό όφελος για τον κλάδο των δικηγόρων.

Πολλές από τις προτεινόμενες λύσεις έχουν διατυπωθεί ή συνδιαμορφωθεί
εδώ και τρία χρόνια, κατόπιν σειράς συζητήσεων και ανταλλαγής απόψεων και
επιχειρημάτων, στα πλαίσια της λειτουργίας της διαδικτυακής ομάδας Πανελλήνια
Ένωση Δικηγόρων (Π.Ε.Δ.), της οποίας τυγχάνω ιδρυτικό μέλος και
συνδιαχειριστής και η οποία αριθμεί σήμερα περισσότερα από 6.800 μέλη –
δικηγόρους από ολόκληρη τη χώρα.
Θεσσαλονίκη, 21 Μαΐου 2017

https://panhelleniclawyersassociation.wordpress.com/

 

Advertisements