Λυκίσκος και Αγέλαος


Λυκίσκος

    Προς τα τέλη του 2ου αι. π.Χ. πραγματοποιείται στη Σπάρτη ένα συνέδριο με εκπροσώπους από πολλές ελληνικές πόλεις. Εκείνη την περίοδο, δεν ήταν το μόνο που έλαβε χώρα, αλλά συχνά συγκεντρώνονταν οι Έλληνες σε διάφορες πόλεις, προκειμένου να συζητηθούν αλλά και να βρεθούν λύσεις στις εμφύλιες διαμάχες τους. Αιτωλοί, Ακαρνάνες, Μακεδόνες, Σπαρτιάτες, Θεσσαλοί, Ηπειρώτες, όλοι έπαιρναν μέρος σε σφοδρές συγκρούσεις μεταξύ τους, παραβλέποντας την ρωμαϊκή απειλή που ερχόταν από τη Δύση.

    Κάποιοι Έλληνες, ανάμεσά τους και οι Αιτωλοί, πίστεψαν πως οι Ρωμαίοι θα τους βοηθούσαν να εξολοθρέψουν τον ισχυρό τους αντίπαλο, τους Μακεδόνες, και γι’αυτό συνήψαν μαζί τους συμμαχία. Αυτό αναστάτωσε όλο το πανελλήνιο και οι συναντήσεις εκπροσώπων των ελληνικών πόλεων, ήταν ένα σύνηθες φαινόμενο.

    Βέβαια, λίγα χρόνια πριν (το 217 π.Χ), οι Αιτωλοί ήταν εκείνοι που είχαν εκθέσει τον σημαντικό κίνδυνο των Ρωμαίων, σε συνάντηση των ελληνικών πόλεων στη Ναύπακτο, όπου μνημειώδης ήταν η ομιλία του Αιτωλού Αγέλαου, υπέρ μιας κοινής πανελλήνιας προσπάθειας. Αλλά από τότε πέρασαν κάμποσα χρόνια και την εξουσία της Αιτωλίας πήραν φιλορωμαίοι πολιτικοί, που ήρθαν σε συνεννοήσεις με τους μελλοντικούς κατακτητές της Ελλάδας.

    Το 211 π.Χ., στη Σπάρτη συγκεντρώνονται αντιπροσωπείες απ’όλη την Ελλάδα, και στην Απέλλα, τίθενται όλες οι απόψεις. Το κλίμα αναστάτωσης ήταν διάχυτο. Εκείνη την περίοδο στη Σπάρτη, ηγέτης ήταν ή ο Λυκούργος (σύμμαχος των Αιτωλών εναντίον των Μακεδόνων) ή ο τύραννος Μαχανίδας (σύμμαχος των Αχαιών εναντίον των Μακεδόνων).
Οι αντιπαραθέσεις ήταν έντονες και οι περισσότερες απόψεις χαρακτηρίζονταν από αλαζονεία. Όλοι οι αντιπρόσωποι, επεδίωκαν να εκθειάσουν τα δίκαιά τους, χωρίς να παρουσιάζουν λύσεις. Όλοι, εκτός από τον Λυκίσκο, έναν Ακαρνάνα πολιτικό, που ήταν ήδη γνωστός για το ήθος και τη σωφροσύνη του. Επικεφαλής της ακαρνανικής πρεσβείας στην Σπάρτη, ήταν η πιο σπουδαία πολιτική προσωπικότητα της εποχής εκείνης. Είχε έρθει από την πατρίδα του

με εντολές από το Κοινό των Ακαρνάνων για να βοηθήσει εκείνες τις δύσκολες στιγμές, κι όχι να προκαλέσει. Η πατρίδα του, η Ακαρνανία, ήταν η άμεσα συνδεδεμένη με το γενικότερο πρόβλημα της ρωμαϊκής εμφάνισης, αφού οι αιώνιοι αντίπαλοί τους οι γειτονικοί Αιτωλοί, είχαν ήδη προχωρήσει σε συμφωνία με τους Λατίνους.

    Ο Λυκίσκος, προσπαθεί να πείσει, όχι μόνο τους Λακεδαιμόνιους, αλλά και τους υπόλοιπους πρέσβεις, να προσχωρήσουν σε μια πανελλήνια συμμαχία, στην οποία περιλαμβάνονται και οι Μακεδόνες, για να μην υποδουλώσουν οι Ρωμαίοι την Ελλάδα. Δεν ήταν ο μόνος Έλληνας φυσικά που προέβλεπε την παρουσία των Ρωμαίων, αλλά ήταν εκείνος που εξέθεσε με τα πιο ισχυρά τεκμήρια την δραματικότητα της κατάστασης. Έτσι λοιπόν, αφού άκουσε τους προηγούμενους από αυτόν ομιλητές, και ιδιαίτερα τον Αιτωλό Χλαινέα, πήρε τον λόγο στο βήμα της Απέλλας. Ο λόγος του ήταν συνετός, αλλά σε μερικά σημεία επιθετικός προς τις αιτωλικές τοποθετήσεις. Το κυριότερο χαρακτηριστικό όμως της ομιλίας του ήταν η ενωτική πνοή που τη διέπνεε. Ο ιστορικός Πολύβιος, διασώζει από τα αρχεία  εκείνης της συνέλευσης, την αγόρευση του Λυκίσκου.
Κάποια από τα πιο σημαντικά αποσπάσματα της ομιλίας του σπουδαίου αυτού Ακαρνάνα:

  

 Ξεκινώντας, ενημερώνει αμέσως τους παρευρισκομένους πως το κοινό των Ακαρνάνων, του έδωσε εντολή να δηλώσει την πίστη τους στους Μακεδόνες:

Ημείς άνδρες Λακεδαιμόνιοι, παρεγενόμεθα μεν, υπό του κοινού των Ακαρνάνων, απεσταλμένοι προς υμάς, μετέχοντες δε σχεδόν αεί ποτε Μακεδόσι των αυτών ελπίδων, και την πρεσβείαν ταύτην κοινήν υπολαμβάνομεν ημίν υπάρχειν και Μακεδόσιν…

 

    Απευθυνόμενος στον Αιτωλό Χλαινέα, του υπενθυμίζει ότι οι Αιτωλοί, είναι πλέον σύμμαχοι αλλόφυλων βαρβάρων (των

Ρωμαίων),που προσπαθούν να υποδουλώσουν όλους τους Έλληνες, ξεχνώντας ότι στο παρελθόν ρύθμιζαν τις υποθέσεις τους με ομόφυλους:
«…σας ρωτώ λοιπόν, Κλεόνικε και Χλαινέα, ποιούς είχατε συμμάχους τότε, όταν καλούσατε αυτούς εδώ να συμπράξουν μαζί σας; Δεν ήταν τάχα όλοι οι ΄Ελληνες; Με ποιούς όμως τώρα μοιράζεστε τις ελπίδες σας, ή σε ποιά συμμαχία καλείτε αυτούς εδώ;   Δεν είναι τάχα βαρβαρική; Φαντάζομαι πως η τωρινή κατάσταση σας φαίνεται όμοια με την προηγούμενη, καθόλου αντίθετη! Τότε όμως διεκδικούσατε την υπεροχή και τη δόξα από τους ομόφυλους Αχαιούς και Μακεδόνες και τον βασιλιά τους Φίλιππο· τώρα όμως ξεκινά πόλεμος με αλλοφύλους, οι οποίοι θέλουν να υποδουλώσουν τους Έλληνες….«

(…τότε μεν γάρ υπέρ ηγεμονίας και δόξης εφιλοτιμείσθε προς Αχαιούς και Μακεδόνας ομοφύλους… νυν περί δουλείας ενίσταται πόλεμος τοις Ελλησι προς αλλοφύλους ανθρώπους…)

 

 Στη συνέχεια, χρησιμοποιεί στην αγόρευσή του τον Μέγα Αλέξανδρο, αντικρούοντας μια προηγούμενη αναφορά του Χλαινέα εναντίον του:
«…Τον Αλέξανδρο που τιμώρησε τους Θηβαίους, επειδή πίστεψε ότι αδικείται, τον κατηγόρησες αυστηρά. Το ότι όμως πήρε εκδίκηση από τους Πέρσες για την προσβολή που έκαναν σε όλους τους Έλληνες, δεν το ανέφερες, ούτε το ότι μας απάλλαξε όλους από κοινές και μεγάλες συμφορές, υποδουλώνοντας τους βαρβάρους και αφαιρώντας τους τα μέσα με τα οποία κατέστρεφαν την Ελλάδα … και τελικά υπέταξε (ο Αλέξανδρος) την Ασία στους Έλληνες…»

(Πάλιν Αλεξάνδρω, διότι μεν, αδικείσθαι δόξας, των Θηβαίων πόλιν εκόλασε, τούτο πικρώς ωνίδεισας, ότι δε τιμωρίαν έλαβε παρα των Περσών υπέρ της εις άπαντας τους Έλληνας ύβρεως, ουκ εποιήσω μνήμην…)

 


Και αφού εξυμνεί τους Αιτωλούς, που πριν λίγα χρόνια ηγήθηκαν των Ελλήνων και πολέμησαν τους Γαλάτες για το ελληνικό κοινό καλό, παρουσιάζει τους Μακεδόνες ως τη μοναδική ελπίδα για να ενώσουν το πανελλήνιο, εναντίον του κοινού εχθρού:
«…ποιας και πόσο μεγάλης τιμής πρέπει να είναι άξιοι οι Μακεδόνες, οι οποίοι κατά το μεγαλύτερο μέρος τής ζωής τους δεν σταματούν ν’ αγωνίζονται εναντίον των βαρβάρων για χάρη τής ασφαλείας των Ελλήνων; Διότι πάντα σε μεγάλο κίνδυνο θα ήταν τα πράγματα των Ελλήνων, εάν δεν είχαμε τούς Μακεδόνες σαν προμαχώνα και την φιλότιμη συμπεριφορά των βασιλέων τους…»

(.. . Τίνος και πηλίκης δει τιμής αξιούσθαι Μακεδόνας, ο τον πλείω του βίου χρόνον ου παύονται διαγωνιζόμενοι προς τούς βαρβάρους υπέρ τής των Ελλήνων ασφαλείας; Ότι γάρ αιεί ποτ’ αν εν μεγάλοις ν κινδύνοις τα κατά τούς Έλληνας, ει μη Μακεδόνας είχομεν πρόφραγμα και τας των παρά τούτοις βασιλέων φιλοτιμίας…)

 

Ο λόγος του Ακαρνάνα Λυκίσκου κατά των Αιτωλών προς τη σπαρτιατική απέλλα στα 211/0 π.Χ. αποτελεί χαρακτηριστική ένδειξη των ανησυχιών που είχαν, όσοι θεωρούσαν τη συμμαχία των Αιτωλών με τους Ρωμαίους μία σοβαρή απειλή. Ο ίδιος ο Ακαρνάνας πολιτικός, με συγκεκριμένες οδηγίες από τους ηγέτες της πατρίδας του, ήρθε στη Σπάρτη, αφενώς μεν για να πείσει τους Σπαρτιάτες να μη συμμαχήσουν με τους Αιτωλούς, αφετέρου δε για να προβάλλει με τον πιο πειθήνιο τρόπο, την ανάγκη ενιαίας στάσης από όλους τους Έλληνες, και ότι κάτι διαφορετικό θα οδηγούσε τελικά στον εξανδραποδισμό και την καταφθορά της Ελλάδας.
 Ο λόγος του τελικά επηρέασε κάπως θετικά τις εξελίξεις; Εν μέρει ναι. Οι μεν Αιτωλοί συνέχισαν τις διαβουλεύσεις τους με τους Ρωμαίους, οι δε Σπαρτιάτες διατήρησαν τη συμμαχία τους με τους Αιτωλούς, χωρίς όμως να πολεμήσουν εναντίον των Μακεδόνων.

Λίγα χρόνια αργότερα, τα προφητικά λόγια του Λυκίσκου, επαληθεύτηκαν. Η Ελλάδα κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους, αδύναμη να μπορέσει να ορθώσει το ανάστημά της ξανά.

Αγέλαος

«Ος έφη δείν μάλιστα μεν μηδέποτε πολεμείν τούς Έλληνας αλλήλοις, αλλά μεγάλην χάριν έχειν τοις θεοίς, ει λέγοντες εν και ταυτό πάντες, και συμπλέκοντες τας χείρας, καθάπερ οι τούς ποταμούς διαβαίνοντες, δύναιντο τας των βαρβάρων εφόδους αποτριβόμενοι συσσώζειν σφας αυτούς και τας πόλεις…».

«Αυτός είπε ότι κατ’ εξοχήν οι Έλληνες σε καμμιά περίπτωση πια δεν πρέπει να πολεμούν μεταξύ τους, αλλά να χρεωστούν μεγάλη χάρη στο θεό, εάν με το να λένε όλοι να και το αυτό, δηλαδή να ομονοήσουν, και με το να συμπλέξουν τα χέρια, όπως κάνουν αυτοί πού διαβαίνουν τούς ποταμούς, θα μπορέσουν, αποκρούοντας τις εφόδους των βαρβάρων, να σώσουν, μαζί με τον εαυτό τους, και τις πόλεις τους…»

    Ένας ακόμη σπουδαίος στρατηγός της Αιτωλικής Συμπολιτείας, ήταν ο Αγέλαος, Ναυπάκτιος στην καταγωγή. Η θητεία του ως

στρατηγός ή Αιτωλάρχης, συνέπεσε με τις δραματικές εξελίξεις της περιόδου του 3ου-2ου αιώνα π.Χ., όπου η Ελλάδα αλληλοσπαραζόταν από εμφύλιες συγκρούσεις και οι Ρωμαίοι από τα δυτικά, ορέγονταν τα ελληνικά εδάφη. Ελάχιστοι ήταν αυτοί όπου μπορούσαν να προβλέψουν τις μελλοντικές κινήσεις των Ρωμαίων, που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά να εκμεταλλευτούν τις εσωτερικές διαμάχες και αδυναμίες των Ελλήνων.

    Ο Αγέλαος αποτελούσε μια τέτοια προσωπικότητα και με το κύρος που τον χαρακτήριζε ως ηγέτη των Αιτωλών, πρωτοστάτησε να πραγματοποιηθεί μια συνάντηση μεταξύ εκπροσώπων των ελληνικών πόλεων, προκειμένου να ληφθούν μέτρα και να συζητηθούν τα πάντα που είχαν σχέση με το μέλλον της Ελλάδας. Πίστευε – κι αυτή ήταν η πραγματικότητα – ότι Μακεδόνες, Αιτωλοί και Αχαιοί, ήταν οι μοναδικοί που μπορούσαν να προβάλλουν αντίσταση στον ρωμαϊκό επεκτατισμό.

 

   Η διάσκεψη πραγματοποιήθηκε το 217 π.Χ. κοντά στην πόλη της Ναυπάκτου, αφού πρώτα είχε απελευθερωθεί ο Αιτωλός Κλεόνικος από τους Αχαιούς (σημ. υπήρχαν ήδη συγκρούσεις Αιτωλών και Αχαιών). Είναι άγνωστο εάν ο Αγέλαος ήταν ήδη στρατηγός της Αιτωλικής Συμπολιτείας κατά τη διάρκεια της διάσκεψης ή είχε κάποιον τιμητικό τίτλο ως εκπρόσωπος των Αιτωλών.

    Οι μόνες πληροφορίες που έχουμε για την ύστατη συνάντηση αυτή των ελληνικών αντιπροσώπων στη Ναύπακτο, προέρχονται από τον φιλορωμαίο ιστορικό Πολύβιο, ο οποίος απορρίπτει σαν πληροφορία τις διάφορες απόψεις που εκτέθηκαν εκεί ως ανάξιες λόγου και αναφέρει την ομιλία του Αγέλαου, ως τη μόνη σπουδαία. Εξάλλου, η γενικότερη αρνητική τοποθέτηση του Πολύβιου προς τους Αιτωλούς, δικαιολογεί και την περιφρόνησή του σε αυτή τη συνάντηση.

Σύμφωνα με τον Πολύβιο λοιπόν, μέρος της ομιλίας του Αγέλαου ήταν και η κάτωθι:

 «Ποτέ δεν πρέπει να πολεμούν οι Έλληνες μεταξύ τους, αλλά να χρωστούν μεγάλη χάρη στους θεούς, αν μπορούσαν, με μια σκέψη και

δένοντας τα χέρια, όπως αυτοί που περνάνε ποτάμια, να αποκρούουν τις επιθέσεις των βαρβάρων σώζοντας τον εαυτό τους και τις πόλεις τους. Αν όμως αυτό είναι εντελώς αδύνατον, τουλάχιστον τώρα έπρεπε να συμφωνήσουν και να φυλάγονται λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρούς στρατούς και το μεγάλο πόλεμο που έχει αρχίσει στη Δύση. Γιατί είναι φανερό στον καθένα, που και λίγο ανακατεύεται με την πολιτική, ότι, είτε ο Καρχηδόνιοι νικήσουν τους Ρωμαίους είτε οι Ρωμαίοι τους Καρχηδόνιους, είναι φυσικό να μην περιοριστούν οι νικητές με κανέναν τρόπο στην κυριαρχία της Ιταλίας και της Σικελίας, αλλά να έρθουν στην Ελλάδα και να προσπαθήσουν να επεκτείνουν τα σχέδια τους και την εξουσία τους.  Γι’ αυτό λοιπόν, πρέπει όλοι να καιροφυλακτούν και ιδιαίτερα ο Φίλιππος. Αυτό σημαίνει, ότι πρέπει να σταματήσει να φθείρει τις δυνάμεις των άλλων Ελλήνων πολεμώντας εναντίον τους και κάνοντάς τους εύκολη λεία των επιτιθέμενων, αλλά αντίθετα να φροντίζει εξίσου για όλους, σαν να ανήκει όλη η Ελλάδα στον ίδιο. Γιατί μόνο έτσι θα έχει την εύνοια και ακόμα την υποστήριξή τους σε κάθε ξένη επιβουλή. Έπειτα εκείνος που θα θελήσει να επιτεθεί εναντίον του θα διστάσει να το πράξει, αν γνωρίζει ότι οι άλλοι Έλληνες είναι με το μέρος του. Ο βασιλιάς της Μακεδονίας  πρέπει να στρέψει τη δραστηριότητά του στη Δύση, γιατί δεν θα ήταν καθόλου απίθανο στην κατάλληλη περίσταση να επεκτείνει την κυριαρχία του και εκεί. Η παρούσα περίσταση, είναι κατάλληλη για την πραγματοποίηση αυτής της ελπίδας. Τυχόν διαφορές του με τους άλλους Έλληνες, να τις αναβάλει για αργότερα, όταν δηλαδή δεν θα υπήρχε εξωτερικός κίνδυνος. Γιατί αν ποτέ τα νέφη της Δύσης έρθουν στην Ελλάδα, πολύ φοβούμαι ότι, χωρίς να το θέλουμε, θα σταματήσουμε να φιλονικούμε μεταξύ μας, ή να συμβιβαζόμαστε όπως τώρα. Τότε θα παρακαλούμε τους Θεούς να μας δώσουν και πάλι την ελευθερία να ρυθμίζουμε τις διαφορές μας μόνοι μας, όποτε θέλουμε-αλλά θα είναι πολύ αργά. Δεν πρέπει να περιμένουμε να σταθούν πάνω από την Ελλάδα τα νέφη που συσσωρεύονται στη Δύση»

 

   Δυστυχώς, δεν έχουν διασωθεί ή ανευρεθεί τα πρακτικά της συνάντησης, κι έτσι δεν έχουμε πλήρη εικόνα των λόγων των υπόλοιπων συνέδρων, αλλά και ούτε ολόκληρη την ομιλία του Αγέλαου. Ωστόσο, μέσα από τα παραπάνω δραματικά αυτά λόγια του Αιτωλού εκπροσώπου, διαφαίνεται η διορατικότητα, η πολιτική του αντίληψη και το φιλειρηνικό του πνεύμα. Τα εμπνευσμένα λόγια του, προκάλεσαν βαθιά απήχηση, ώστε όλοι οι αντιπρόσωποι, μετέφεραν τα λόγια ειρήνης στις πόλεις τους, ενισχύοντας την ελπίδα για μια ένωση των ελληνικών πόλεων απέναντι στους Ρωμαίους. Μάλιστα, οι Αθηναίοι τίμησαν τον Αγέλαο, ανακηρύσσοντάς τον στρατηγό της πόλης τους. Δυστυχώς, η καχυποψία σε συνδυασμό με τη ρωμαϊκή προπαγάνδα, έθεσαν τον Αγέλαο στο περιθώριο, δεχόμενος μάλιστα κατηγορίες πως ο σκοπός του ήταν να ωφελήσει την Αιτωλική Συμπολιτεία. Έτσι, λίγο καιρό μετά, ξανάρχισαν οι εμφύλιες διαμάχες και οι φόβοι του Αγέλαου επαληθεύτηκαν. Ήταν ζήτημα χρόνου να εισέλθουν οι Ρωμαίοι στην Ελλάδα ως «απελευθερωτές», γεγονός το οποίο συνέβη μετά από 20 χρόνια.

    Η διάσκεψη της Ναυπάκτου και ο βαρυσήμαντος λόγος του Αγέλαου, είναι μια μεγάλη στιγμή του Ελληνισμού της αρχαιότητας. Λίγα χρόνια αργότερα, ένας Ακαρνάνας, ο Λυκίσκος, εξέθετε τις ίδιες ανησυχίες για το μέλλον της Ελλάδας. Ήταν η τελευταία φορά, που ένας Αιτωλός κι ένας Ακαρνάνας, δύο Έλληνες μίλησαν για αλληλεγγύη, ενότητα και ομόνοια κι αυτό συγκλόνισε πολλούς, δυστυχώς όμως χωρίς αποτέλεσμα. Τα λόγια του Αγέλαου, αλλά και του Λυκίσκου, θα πρέπει να διδάσκονται σε όλους τους Έλληνες, αφού πάντοτε είναι επίκαιρα.

Advertisements