Η πόλις, η civitas, και ο πατήρ πατρίδος


Η Anna Lazzarini στο εξαιρετικό κεφάλαιοpolis e civitas (πόλις και civitas) του βιβλίου της Polis in fabula: Metamorfosi della città contemporanea (Sellerio, 2012) επιχειρεί να εξηγήσει γιατί ήταν οι Ρωμαίοι και όχι οι Έλληνες ο αρχαίος λαός που δημιούργησε μια orbis (σφαίρα, οικουμένη) από μια urbs (πόλη) και, η πρώτη και βασικότερη αιτία που προσδιορίζει είναι μια παρατήρηση που έκανε το 1974 ο διάσημος γλωσσολόγος Émile Benveniste.

Ο Benveniste (Doux modèles linguistiques della cité, στο βιβλίο Problèmes della linguistique générale 2) παρατήρησε ότι, ενώ στην ελληνική γλώσσα ο πρωτεύων όρος είναι η πόλις (ετυμολογικά «κάστρο, οχυρό» εκ του IE *pelH- «οχυρό») και ο παράγωγος όρος είναι ο πολίτης (ετυμολογικά ο «καστρινός, κάτοικος του οχυρού»), στη λατινική ισχύει το αντίθετο: ο πρωτεύων όρος είναι ο cīvis = «πολίτης» (ετυμολογικά ο «εδραίος κάτοικος, αυτός που επέλεξε να συγκατοικήσει με άλλους σε εδραίο βίο», από την ΙΕ ρίζα *k’ey- «κείμαι») και ο παράγωγος όρος είναι η cīvitas = «πολιτεία, σώμα πολιτών, δήμος».

Μεταφράζω τα βασικά της παραπάνω περίληψης της άποψης του Beneveniste:

Όπως έδειξε ο Benveniste, ο όρος πόλις δεν μπορεί να μεταφραστεί ως civitas χωρίς σημαντική αλλοίωση της σημασίας της. Στην ελληνική νοοτροπία, η πόλις είναι μια προϋπάρχουσα έννοια που καθορίζει την (παράγωγη) έννοια του πολίτη. […] Στη λατινική νοοτροπία, ο όρος civisπροϋπάρχει της (παράγωγης) έννοιας civitas … στο λατινικό μοντέλο, ο όρος civitas κατανοείται ως αμοιβαιότητα (mutuality), μιας συλλογή αμοιβαίων υποχρεώσεων (a collection of reciprocal obligations).

Με άλλα λόγια, ενώ οι Έλληνες ξεκίνησαν την πολιτική τους ιστορία εστιάζοντας την προσοχή τους στο φυσικό σημείο (το οχυρό, λ.χ. πτολίπορθος = πορθητής οχυρών, όπως ο ινδοάριος θεός του πολέμου Indra ήταν pūrbhid = «καστροσπάστης»), οι Ρωμαίοι ξεκίνησαν την δική τους πολιτική ιστορία εστιάζοντας την προσοχή τους στην έννοια της αμοιβαιότητας υποχρεώσεων που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους που έχουν επιλέξει να συγκατοικήσουν στον ίδιο τόπο, δηλαδή εστίασαν την προσοχή τους στην έννοια του (συμ)πολίτη (η παλαιότερη σημασία του όρου cīvis είναι «συμπολίτης», λ.χ. η λατινική προσφώνηση cives meus ~ «καλέ μου συμπολίτη ~ καλέ μου άνθρωπε» [ορισμός ΙΙ], η corona civica διδόταν ως βραβείο σε όποιον Ρωμαίο έσωζε στη μάχη συμπολίτη του από βέβαιο θάνατο) και o ρωμαϊκός (συμ)πολίτης ήταν όχι ο «ομόφυλος/ομόγνιος» (σύμφωνα με τον ιδρυτικό μύθο της Ρώμης, η πόλη ιδρύθηκε από σύγκλυδες, εγκληματίες και εξόριστους άλλων περιοχών, οι οποίοι συμφώνησαν να συμβιώσουν βάσει κοινού ρωμαϊκού νόμου), αλλά αυτός που αποδεχόταν το κοινωνικό σύμφωνο (Lazzarini: non il legame di stirpe, ma il patto” = «όχι τον [αληθινό ή επινοημένο] δεσμό συγγένειας, αλλά το κοινωνικό σύμφωνο») που όριζε την rēspūblica: iūris consēnsus et utilitātis commūniō = κοινή αντίληψη περί δικαίου και συνεργασία στην κοινωφελία.

Παραθέτω μερικές σελίδες από τα κεφάλαια 1.1 & 1.2 της Lazzarini:

Οι αρχαίοι Έλληνες είναι στα βιβλία εθνολογίας το τυπικό παράδειγμα λαού που, παρά τον ανεπτυγμένο πολιτισμό τους και παρά το γεγονός ότι έφτασαν σε σημείο εθνοτικής αυτοσυνειδησίας, παρά ταύτα δεν κατάφεραν να συναρμοστούν σε έθνος (nation), επειδή δεν ενδιαφέρθηκαν ποτέ για την κοινωφελία μιας ευρύτερης ελληνικής συλλογικότητας και την λειτουργική απορρόφηση της πόλεως σε μια ευρύτερη, ενιαία πολιτική κοινότητα. Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Anthony D. Smith:

«Παρά τα στερεότυπα όλης αυτής της πανελληνικής προπαγάνδας (έχει προηγουμένως αναφέρει τον περίφημο ορισμό του «Ελληνικού» του Ηροδότου [8.144.2]), η πρωταρχική αφοσίωση του Έλληνα ήταν προς την πόλη-κράτος του. […]  Παρά το μεγάλο βαθμό γλωσσικής, πολιτισμικής και θρησκευτικής ενότητας, όλες οι προσπάθειες πολιτικής ενοποίησης των Ελλήνων απέτυχαν επειδή προσέκρουσαν στα βράχια ενός αποκλειστικά τοπικού πατριωτισμού εστιασμένου στην πόλη-κράτος».

Η ρωμαϊκή πολιτική ιστορία είναι ακριβώς το αντίθετο. Οι Ρωμαίοι ανέπτυξαν μια civitas Romana, βασισμένη σε ένα ρωμαϊκό νόμο, την οποία κατανοούσαν ως civitas augescens/amplianda = «αύξουσα/διευρυνόμενη πολιτεία» (οι όροι αυτοί επιβίωσαν μέχρι και τον Ιουστινιάνειο κώδικα) μέσα από την ενσωμάτωση «ξένων, εχθρών και κατεκτημένων» (peregrinos, hostes, victos).

Οι «συμπατριώτες» ενός Ρωμαίου ήταν οι συμπολίτες του, και αυτοί ήταν όσοι αποδέχονταν το κοινωνικό σύμφωνο της respublica. Οι Ρωμαίοι μπόρεσαν να κοιτάξουν πέρα από τον γενέλθιο τόπο τους, επειδή «ο εκτενής αλλά οριοθετημένος» γεωγραφικός χώρος με τον οποίο συνέδεαν την ταυτότητά τους ήταν το πεδίο εφαρμογής του ρωμαϊκού νόμου.

Κατά την περίοδο της δυναστείας των Φλαβίων ολοκληρώθηκε η συγκέντρωση των στρατευμάτων στις όχθες του Δούναβη και του Ίστρου. Από αυτό το σημείο και έπειτα,  οι κοινωνίες της Μυσίας, Παννονίας και της παραρρήνιας Γαλατίας «στρατιωτικοποιήθηκαν τριχοειδώς» (capillary militarization, η φράση είναι του Chris Wickham) και εξελίχθηκαν στον φυσικό στρατώνα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα, οι κοινωνίες αυτές αναμφίβολα εκρωμαΐστηκαν σε σημαντικό βαθμό. Από αυτό το σημείο και έπειτα, η μακρά πλειοψηφία των Ρωμαίων στρατιωτών δεν είχε ως γενέθλια πατρίδα τη Ρώμη, το Λάτιο ή την Ιταλία, αλλά ορκιζόταν να υπηρετήσει την respublica Romana, έννοια που περιελάμβανε όλη τη ρωμαϊκή οικουμένη.

Κατά την κρίση του 3ου αιώνα, τα επαρχιακά αυτά στρατεύματα άρχισαν να προκηρύσσουν αυτοκράτορες τους επίσης επαρχιώτες διοικητές τους (ο Γαλλιηνός ήταν ουσιαστικά ο τελευταίος Ρωμαίος αυτοκράτορας από την Ιταλία, γιατί οι βασιλείες του Τακίτου και του Φλωριανού ήταν βραχύβιες), οι οποίοι έπρεπε να ταξιδεύουν συνεχώς στις ρωμαϊκές επαρχίες για την αντιμετώπιση των «πανταχόθεν ἐπιόντων βαρβάρων». Σ΄αυτή την περίοδο γεννήθηκε η ιδέα της «κινητής Ρώμης» (Roma mobilis) ή, όπως το θέτει πολύ ωραία ο Ηρωδιανός, «η Ρώμη πλέον είναι εκεί που βρίσκεται ο αυτοκράτορας» (1.14: ἐκεῖ τε ἡ Ῥώμη, ὅπου ποτ’ ἂν ὁ βασιλεὺς ᾖ). Όπως εξηγεί στο παρακάτω βίντεο ο Αντώνης Καλδέλλης [00:38-01:10], πολύ πριν εδραιωθεί στην Κωνσταντινούπολη, ο όρος «Νέα Ρώμη» χρησιμοποιήθηκε για όλες τις τετραρχικές πρωτεύουσες του 3ου αιώνα (Αυγούστα των Τρεβήρων, Μεδιόλανα, Σίρμιον, Σερδική, Θεσσαλονίκη, Νικομήδεια, Αντιόχεια).

Στα χρόνια του Αυγούστου, οι ελληνικές πόλεις αναγνώριζαν το Ρωμαίο αυτοκράτορα ως «πατέρα της πατρίδος ΤΟΥ ΚΑΙ όλης της οικουμένης», αναγνωρίζοντας με αυτή την φράση ότι οι Έλληνες και οι λοιποί κατεκτημένοι λαοί της οικουμένης δεν είχαν την ίδια πατρίδα (Ρώμη, Λάτιο, κεντρική Ιταλία) με το Ρωμαίο αυτοκράτορα. Ήδη από την εποχή του Τιβερίου, οι ελληνικές επιγραφές αρχίζουν πλέον να γράφουν μόνο «πατήρ πατρίδος» (pater patriaενώ, τέσσερις αιώνες αργότερα, όταν ο Ιουλιανός μετακινήθηκε από τη Γαλατία στο Σίρμιον με σκοπό να κινηθεί κατά του ξαδέλφου του Κωνσταντίου Β΄, οι κάτοικοι της Σερδικής (Σόφια) του αφιέρωσαν μια επιγραφή στην οποία τον προσδιορίζουν ως «πατέρα της πατρίδος» (pater patriae) και «αποκαταστάτη της πολιτείας». Ούτε ο Θρακο-Ρωμαίος Ιουλιανός ούτε οι Θρακο-Ρωμαίοι κάτοικοι της Σερδικής κατάγονταν από τη Ρώμη, το Λάτιο ή την Ιταλία και η «πατρίδα» που είχαν κατά νου ήταν πια όλη η ρωμαϊκή οικουμένη η οποία, κατά την ίδια περίοδο, αρχίζει να προσδιορίζεται «σε αμφότερες τις γλώσσες μας» ως Ρωμανία = χώρα των Ρωμαίων. Ο τελευταίος Ρωμαίος αυτοκράτορας που χρησιμοποίησε τον τίτλο pater patriae σε επιστολή του προς τη σύγκλητο της Ρώμης ήταν ο Αναστάσιος Α΄ το 516, ο οποίος είχε γεννηθεί στο Δυρράχιο και βασίλευε από την Κωνσταντινούπολη, που είχε πια εδώ και έναν αιώνα εξελιχθεί στην αποκλειστική «Νέα Ρώμη».

Οι πρώτες ελληνικές επιγραφικές αφιερώσεις στον Αύγουστο, οι οποίες διακρίνουν μεταξύ της κατεκτημένης οικουμένης και της πατρίδος του Ρωμαίου αυτοκράτορα (πατήρ πατρίδος καὶ τοῦ σύμπαντος τῶν ἀνθρώπων γένους):

Δίγλωσσες επιγραφές της περιόδου 80-205 μ.Χ. που πλέον χαρακτηρίζουν το Ρωμαίο αυτοκράτορα με τον «σκέτο» χαρακτηρισμό «pater patriaeπατὴρ πατρίδος», χωρίς την προσθήκη «καῖ τοῦ σύμπαντος τῶν ἀνθρώπων γένους» και η λατινική επιγραφή από την Σερδική του 361 μ.X. που χαρακτηρίζει τον Ιουλιανό ως pater patriae” και αποκαταστάτη της respublica:

Η επιστολή του Αναστασίου Α΄ προς τη Σύγκλητο της Ρώμης το 516 μ.Χ. ως η τελευταία απάντηση του τίτλου pater patriae του Ρωμαίου αυτοκράτορα:

Οι επαρχιακοί πληθυσμοί των περιοχών που συνέχιζαν να βρίσκονται εντός των ορίων της Ρωμανίας γύρω στο 500 μ.Χ., για 500 περίπου χρόνια (μισή χιλιετία!) έβλεπαν συνεχώς επιγραφές σε «αμφότερες τις γλώσσες μας», στις οποίες ο Ρωμαίος αυτοκράτορας χαρακτηριζόταν ως «pater patriae = πατὴρ πατρίδος» και ακολουθούσε ένα μακαρόνι με χαρακτηρισμούς του τύπου Germanicus maximus, Alemannicus maximus, Francicus maximus, Gothicus maximus κλπ” (μέγιστος νικητής των Γερμανών, των Αλαμανών, των Φράγκων, των Γότθων κλπ), οι οποίοι ουσιαστικά έδειχναν στους επαρχιώτες Ρωμαίους πολίτες ποιοι γειτονικοί λαοί δεν ήταν Ρωμαίοι, αλλά ήταν εχθροί των Ρωμαίων.

Για να στοχαστούμε λίγο αυτές τις επιγραφές για τον «πατέρα της πατρίδος» αυτοκράτορα και τη λίστα όλων αυτών των μη Ρωμαίων «εχθρών μας», οι οποίες βρίσκονταν στους δημόσιους χώρους όλων των ρωμαϊκών επαρχιών για μισή χιλιετία.

Σύμφωνα με το εξαιρετικό βιβλίο του Michael Billig «Τετριμμένος Εθνικισμός» (Banal Nationalism, Sage 1995), τα σύγχρονα έθνη αναπαράγουν την εθνική ταυτότητά τους μέσα από την επανάληψη ρουτίνας«τετριμμένου εθνικισμού», όπως η εθνική σημαία έξω από μια δημόσια υπηρεσία ή οι εθνικές γιορτές κατά τις οποίες, 1-2 φορές το χρόνο, κάθε χρόνοόλοι οι μαθητές κάνουν παρέλαση και συμμετέχουν σε δεξιώσεις στο σχολείο.

Αναρωτιέμαι, λοιπόν, πόσο διαφορετική από τον «τετριμμένο εθνικισμό» του Billig ήταν η επανάληψη ρουτίνας στις ρωμαϊκές επαρχίες για μισή χιλιετία (ή, αν προτιμάτε, για 300 χρόνια από το 212 μ.Χ. που όλοι οι ελεύθεροι κάτοικοι απέκτησαν τη ρωμαϊκή υπηκοότητα) του χαρακτηρισμού «pater patriae = πατήρ πατρίδος» για το Ρωμαίο αυτοκράτορα και της λίστας των μη Ρωμαίων εχθρών «μας» που ο εκάστοτε αυτοκράτορας (υποτίθεται ότι) είχε νικήσει;

https://smerdaleos.wordpress.com/2017/12/05/%CE%B7-%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CF%82-%CE%B7-civitas-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF-%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AE%CF%81-%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%82/

Advertisements