Ανοικοδόμηση και αντιπαροχή: Eως 50 χλμ. από το κέντρο της Αθήνας


Ανοικοδόμηση και αντιπαροχή

Ανοικοδόμηση και αντιπαροχή

γράφει ο ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Β. ΚΡΙΑΡΑΣ

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος επέφερε στην Ελλάδα μεγάλες ανθρώπινες απώλειες και σημαντικές υλικές καταστροφές, αναλογικά από τις βαρύτερες που υπέστη εμπόλεμο κράτος της Ευρώπης.

Οι ανθρώπινες απώλειες έφθασαν τους 558.000 νεκρούς. Αντιστοιχούσαν στο 7,65% του συνολικού πληθυσμού της χώρας το 1940. Ενώ υπήρξαν και 880.000 τραυματίες που αναλογούσαν στο 12,05% του πληθυσμού.

Οι υλικές καταστροφές υπολογίζονται σε 4,4 δισεκατομμύρια δολάρια, σε τιμές 1938 και αφορούν σε όλους τους τομείς δραστηριότητας. Ειδικότερα, στον τομέα της κατοικίας οι καταστροφές αφορούσαν στο 23% του στεγαστικού αποθέματος και ισοδυναμούσαν με αξία 6 τρισεκατομμυρίων δραχμών, σε τιμές 1946. Συνέπεια των παραπάνω εξελίξεων ήταν, αμέσως μετά τον πόλεμο, οι ανάγκες σε κατοικία στη χώρα να υπολογίζονται στις 840.000 μονάδες.

Στο κοινωνικό επίπεδο, ο πόλεμος και η εμφυλιακή κρίση που ακολούθησε, προκάλεσαν μαζική εσωτερική μετανάστευση των κατοίκων της χώρας. Ως αποτέλεσμα, ο αγροτικός πληθυσμός μειώθηκε κατά 4,9% μεταξύ των ετών 1940 και 1951 προς όφελος του αστικού. Ειδικότερα, στην κρίσιμη πενταετία 1946-1950 υπολογίζεται ότι μετακινήθηκαν περί τους 600.000 με 700.000 άνθρωποι. Στο οικονομικό επίπεδο, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια χαρακτηρίζονται από την πλήρη κατάρρευση της εθνικής οικονομίας.

Ηδη, στους πρώτους μήνες από την απελευθέρωση έγινε φανερό ότι βασική προϋπόθεση για την ενεργοποίηση των παραγωγικών δομών ήταν η εξασφάλιση της αναγκαίας ξένης βοήθειας. Η τελευταία θα συνέβαλε στην επιβίωση του πληθυσμού, στην κατασκευή των σημαντικότερων έργων υποδομής στην αποκατάσταση των νομισματικών και δημοσιονομικών μηχανισμών του κράτους και, τέλος, στην αναδιοργάνωση του συστήματος παραγωγής – διανομής των αγαθών.

Αναφορικά με το στεγαστικό ζήτημα, η εκρηκτικότητα των αναγκών και η απουσία ανταπόκρισης από το υπάρχον σύστημα παραγωγής κατοικίας συνέβαλαν στην έξαρση της αυθαίρετης δόμησης στη διάρκεια της δεκαετίας 1946-1955. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το 1946 το ποσοστό των αυθαίρετων κτισμάτων στο σύνολο της οικοδομικής δραστηριότητας της χώρας ανερχόταν στο 51,86%, το 1953 στο 44,49%, το 1954 στο 51,64% και το 1955 στο 47,69%.

Επικεφαλής της πολεοδομικής ανασυγκρότησης της χώρας τέθηκε ο αρχιτέκτων-πολεοδόμος Κωνσταντίνος Δοξιάδης. Ο τελευταίος διορίστηκε συντονιστής ανασυγκρότησης στο υπουργείο Συντονισμού για την περίοδο 1948-1949 και, ακολούθως, στο υφυπουργείο Ανοικοδομήσεως έως το 1951.

Ωστόσο, το μοντέλο χωροταξικής ανάπτυξης των αστικών κέντρων της χώρας βασίστηκε κυρίως στη βιομηχανική πολιτική που ακολουθήθηκε.

Ενα σύνολο νομοθετημάτων εκδόθηκε, που παρείχε διευκολύνσεις για την εγκατάσταση των βιομηχανικών συγκροτημάτων, χωρίς όμως να θέτει κριτήρια επιλογής κλάδων για τη χρηματοδότηση και τη χωροθετηση των βιομηχανιών.

Σημειώνεται ότι το κριτήριο για τον καθορισμό της «επαρχιακής βιομηχανίας» έως το 1955 ήταν η απόσταση των 50 χλμ. από το κέντρο της Αθήνας.

Αποτέλεσμα ήταν να ιδρυθούν πολλές βιομηχανικές μονάδες στις παρυφές του νομού Αττικής, που πληρούσαν μεν το «γράμμα» του νόμου, όχι όμως και το «πνεύμα» του.

Η ως άνω εγκατάσταση της βιομηχανίας στη χώρα διευκόλυνε σε μεγάλο βαθμό τη συγκέντρωση πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα και ειδικότερα στο πολεοδομικό συγκρότημα της πρωτεύουσας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο μέσος ετήσιος ρυθμός πληθυσμιακής αύξησης στο τελευταίο κατά την πενταετία 1951-1955 ήταν ο μεγαλύτερος που παρουσιάστηκε ποτέ εκεί μεταπολεμικά, φθάνοντας το 4,13%.

Κατά συνέπεια, η αχίλλειος πτέρνα της οικονομικής ανάπτυξης θα μπορούσε να εντοπιστεί στην ανισομερή χωροταξική κατανομή της.

Συγκεκριμένα, ενώ το κατά κεφαλήν εθνικό εισόδημα αυξήθηκε στην περιφέρεια της πρωτεύουσας από 10.576 δρχ. το 1956, σε 13.429 δρχ. το 1961, δηλαδή κατά 27% περίπου, στην υπόλοιπη χώρα το ίδιο χρονικό διάστημα αυξήθηκε από 7.554 δρχ. σε 8.948 δρχ., δηλαδή κατά 18%.

Ο ανισομερής χαρακτήρας της πληθυσμιακής συγκέντρωσης συνεχίστηκε και στα επόμενα μεταπολεμικά χρόνια. Ετσι, ενώ στην περίοδο 1955-1961 ο μέσος ετήσιος ρυθμός πληθυσμιακής αύξησης στο πολεοδομικό συγκρότημα της πρωτεύουσας ήταν 2,25%, την περίοδο 1961-1965 έγινε 3,58% και την περίοδο 1965-1971, 2,95%.

Ας σημειωθεί ότι σύμφωνα με δειγματοληπτική απογραφή του 1960 διαπιστώθηκε ότι το 55,7% του πληθυσμού της πρωτεύουσας είχε γεννηθεί σε άλλη περιοχή της χώρας.τους απασχολούμενους του από 2,64% το 1951, σε 4,6% το 1961.

Γίνεται, λοιπόν, φανερό ότι ο χώρος του λεκανοπεδίου της Αθήνας μετατράπηκε στον υποδοχέα του πληθυσμού της χώρας. Το γεγονός αυτό πυροδότησε την οικοδομική δραστηριότητα κατοικιών, που προσέλκυσε σημαντικότατο ποσοστό επενδύσεων.

Παρουσιάστηκε ένα boom ανοικοδόμησης, ιδιαίτερα εντυπωσιακό για τα δεδομένα της Ευρώπης. Ο τομέας της οικοδομής κατόρθωσε να αυξήσει δραστηριότητα στον τομέα της κατοικίας έφθασε να αντιστοιχεί μόλις στο 4,5% του συνόλου της οικοδομικής παραγωγής. Το υπόλοιπο 95,5% περιήλθε στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Η παραπάνω σχέση μεταξύ ιδιωτικής και δημόσιας παραγωγής κατοικίας παρέμεινε σχεδόν σταθερή για ολόκληρη την εξεταζόμενη περίοδο με μικρές μόνο αποκλίσεις.  Η κινητοποίηση του ιδιωτικού τομέα διευκολύνθηκε από τη γενικότερη στάση της πολιτείας. Μεταξύ των μέτρων που έλαβε ήταν η εισαγωγή ενός νέου, του δεύτερου, γενικού οικοδομικού κανονισμού

Ο μεταπολεμικός μηχανισμός ανοικοδόμησης της χώρας στηρίχθηκε κατά βάση στον ιδιωτικό τομέα. Ωστόσο, ιδρύθηκε ο Αυτόνομος Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας (ΑΟΕΚ) το 1954, με σκοπό την εξασφάλιση κατοικίας στους άστεγους εργατοϋπαλλήλους. Ο ΑΟΕΚ κατασκεύασε στις δύο πρώτες δεκαετίες της λειτουργίας του 18.500 κατοικίες και χορήγησε 36.000 δάνεια αυτοστέγασης σε ισάριθμους δικαιούχους. Την περίοδο 1960 – 1963, η κρατική(ΓΟΚ) του κράτους το 1955.

Τα συστήματα δόμησης, οι επιτρεπόμενες καλύψεις των, κατά κανόνα, μικρών αστικών οικοπέδων και οι κτιριακοί όγκοι από την εφαρμογή των αυξημένων συντελεστών δόμησης, που εν τω μεταξύ είχαν αποφασιστεί, προκάλεσαν το ενδιαφέρον για ανοικοδόμηση πολυκατοικιών.

Η τελευταία αυτή ανοικοδόμηση δημιούργησε «ασφυκτική» δομή πόλης, από την οποία απουσίαζαν οι ελεύθερες επιφάνειες, οι χώροι στάθμευσης και οι πολεοδομικές υποδομές. Το παραπάνω ευνοϊκό πλαίσιο διευκόλυνε το σχηματισμό μιας διαδικασίας παραγωγής του δομημένου χώρου στη βάση της «άκρατης» εμπορευματικοποίησης του τομέα των πολυκατοικιών. Τον κεντρικό ρόλο κατείχαν οι εργολάβοι, ενώ το κίνητρο για τη συμμετοχή των οικοπεδούχων στη διαδικασία της ανοικοδόμησης παρείχε το εφεύρημα της αντιπαροχής. Η τελευταία, στην πράξη, ισοδυναμούσε με τη μείωση του αναγκαίου κεφαλαίου για τη χρηματοδότηση της διαδικασίας παραγωγής. Ο οικιστής πλέον έπαιζε δευτερεύοντα ρόλο. Οι επιθυμίες του επηρέαζαν την ποιότητα του τελικού κτιριακού προϊόντος μόνο στο πλαίσιο της ζήτησης που δημιουργούσε η απρόσωπη αγορά κατοικίας, δηλαδή ελάχιστα.

Η δικτατορική διακυβέρνηση της χώρας από το 1967 έως το 1974 επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την κατάσταση στις πόλεις με τον αναγκαστικό νόμο 395 που εξέδωσε το 1968. Ο τελευταίος επέβαλε τη γενική αύξηση των συντελεστών δόμησης κατά 20% στις πόλεις. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την εισαγωγή ενός νέου ΓΟΚ το 1972, του τρίτου κατά σειρά, οδήγησε στη μεγαλύτερη πύκνωση του αστικού ιστού και υποβάθμιση του πολεοδομικού περιβάλλοντος.

Η κρατική απουσία

Η κυριαρχία του ιδιωτικού τομέα στην παραγωγή του κτισμένου περιβάλλοντος στην Ελλάδα, δυστυχώς συνοδεύτηκε από την έλλειψη αποτελεσματικού πολεοδομικού ελέγχου και σχεδιασμού. Για να γίνει ανάγλυφο το μέγεθος της κρατικής απουσίας, αρκεί να σημειωθεί ότι ουσιαστικά το μοναδικό σχετικό νομοθέτημα που ίσχυε ήταν το Ν.Δ. του 1923 «περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του κράτους και οικοδομής αυτών».

Η παρουσία της κεντρικής διοίκησης προς την κατεύθυνση της χωροταξικής και πολεοδομικής ανάπτυξης περιορίστηκε στην ανάθεση ορισμένων μελετών κυρίως μέσω του υπουργείου Συντονισμού. Τα ρυθμιστικά σχέδια που εκπονήθηκαν για πόλεις της χώρας και ειδικότερα για την πρωτεύουσα στη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 παρέμειναν στην πράξη ανενεργά. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η κυκλοφοριακή μελέτη για την Αθήνα του W. Smith (1964-1965), που παρουσίαζε την αδυναμία ότι δεν είχε βασιστεί σε κάποιο εγκεκριμένο ρυθμιστικό σχέδιο με καθορισμένες τις χρήσεις γης. Ενώ το ρυθμιστικό σχέδιο της Αθήνας, που άρχισε να εκπονεί ο αρχιτέκτων-πολεοδόμος Προκοπής Βασιλειάδης το 1962, ολοκληρώθηκε μόλις το 1978. Αποτέλεσμα της ως άνω κρατικής στάσης ήταν η ανάπτυξη μιας «παρα-πολεοδομίας», που τροφοδοτούσε τις ανάγκες ενός ακμαίου οικοπεδεμπορίου στα μεγάλα αστικά κέντρα. Η απουσία πολιτικής γης από το ένα μέρος και από το άλλο, το γεγονός ότι το Ν.Δ. του 1923 απαγόρευε τη σύνταξη ιδιωτικών ρυμοτομικών σχεδίων και τις πωλήσεις αγροτεμαχίων, οδήγησε στη δημιουργία ενός «μηχανισμού» που λειτουργούσε στην παρανομία με την ανοχή της πολιτείας. Την παραπάνω κατάσταση επιδείνωσε η ίδρυση μεγάλου αριθμού οικοδομικών συνεταιρισμών. Οι τελευταίοι στην πράξη, ανελάμβαναν να διεκπεραιώσουν μέσα από «νόμιμες» διαδικασίες, τη μετατροπή της αγροτικής γης σε αντίστοιχη οικοπεδική, χωρίς να βασίζονται σε κάποιο γενικότερο χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό. Προέκυψε, έτσι, ένα «παθογενές» αστικό περιβάλλον στο οποίο επικρατούσε παντελής σχεδόν έλλειψη επαρκούς οδικού δικτύου, επιφανειών στάθμευσης, ελεύθερων εκτάσεων (πλατειών, πρασίνου κ.λπ.) και κοινωφελών εξυπηρετήσων (επιφανειών για σχολικά κτίρια, παιδικών σταθμών και λοιπών εγκαταστάσεων συλλογικής κατανάλωσης). Η εισαγωγή των νομοθετικών διαταγμάτων 1003 «περί ενεργού πολεοδομίας» το 1971 και 1262 «περί ρυθμιστικών σχεδίων» το 1972, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως μια προσπάθεια συστηματικής παρέμβασης στην ανάπτυξη του δομημένου χώρου. Ομως, αφενός η ανεξέλεγκτη πολιτική κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα εκείνη την περίοδο, αφετέρου η εφαρμογή τους σε μεμονωμένες περιπτώσεις που εξυπηρετούσαν συγκεκριμένες σκοπιμότητες, δεν παρείχαν κανένα εχέγγυο για να θεωρηθούν ουσιαστικά τα πολεοδομικά αυτά μέτρα. Ωστόσο, στο περιθώριο αυτών των δυσμενών εξελίξεων δόθηκε η ευκαιρία να αναπτυχθεί γόνιμος πολεοδομικός λόγος και να διατυπωθούν ριζοσπαστικές προτάσεις στα μέσα της δεκαετίας του 1960.

Συγκροτημένες ομάδες, όπως το Γραφείο του Κ. Δοξιάδη, το Σπουδαστήριο Πολεοδομικών Ερευνών του ΕΜΠ, η Εταιρεία Μελετών Οικονομικής και Κοινωνικής Αναπτύξεως κ.ά., αλλά και μεμονωμένοι πολεοδόμοι προσπάθησαν να ανασκευάσουν το υφιστάμενο ανεπαρκές πλαίσιο και να εισαγάγουν νέες ιδέες, εκσυγχρονίζοντας τα πολεοδομικά πράγματα της χώρας.

Μεταξύ των προτάσεων που διατυπώθηκαν, ιδιαίτερη θέση κατέχει η πρωτοποριακή σύλληψη του Τάκη Χ. Ζανέτου για την «Ηλεκτρονική Πολεοδομία» (1959). Ο Ζενέτος προέβλεπε την κυριαρχία των ηλεκτρονικών καινοτομιών στην καθημερινή ζωή, ειδικότερα της αυτοματοποίησης και της τηλε-εργασίας, και πρότεινε την ανάλογη προετοιμασία των πολεοδομικών υποδομών.

Αρχιτεκτονική δημιουργία

Σε αντίθεση με τα πολεοδομικά πράγματα, η αρχιτεκτονική δημιουργία στη μεταπολεμική Ελλάδα έκανε σαφώς πιο αισθητή την παρουσία της. θα μπορούσε, μάλιστα, ως φαινόμενο να υπαχθεί στη γενικότερη άνθηση που σημειώθηκε στα πνευματικά πράγματα του τόπου κατά τη δεκαετία του 1960. Ενδιαφέρουσα εξέλιξη αποτελεί η ίδρυση του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών στην Πολυτεχνική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου θεσσαλονίκης το 1955. Δημιουργήθηκε, έτσι, ο δεύτερος πόλος στα ζητήματα καλλιέργειας της αρχιτεκτονικής δημιουργίας και προώθησης της πολεοδομικής έρευνας, ύστερα από αυτόν του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών στο ΕΜΠ, που άρχισε τη λειτουργία του το 1917. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι οι μορφές των: Δημήτρη Πικιώνη, Αρη Κωνσταντινίδη και Τάκη Χ. Ζενέτου σηματοδότησαν τις κύριες κατευθύνσεις, προς τις οποίες πορεύθηκε η ελληνική αρχιτεκτονική στη διάρκεια των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών. Ο Πικιώνης (1887-1968) προσπάθησε να μεταλαμπαδευσει το μεσοπολεμικό ποιητικό πνεύμα στη μεταπολεμική εποχή του ορθολογισμού. Το έργο του στη διαμόρφωση του λόφου Φιλοππάπου (1954-1957) (εικ. 1), δίπλα στο βράχο της Ακρόπολης, θεωρείται ως αντιπροσωπευτικό των θέσεων και της φιλοσοφικής του διάθεσης. Σύμφωνα με αυτές, η άποψη του Μοντερνισμού περί «ισότροπου» δηλαδή ισοδύναμου, αρχιτεκτονικού χώρου πρέπει να αντικατασταθεί με στοιχεία της τοπικής παράδοσης, με σεμνότητα και υποταγή στη φύση και τέλος, να γίνουν φορείς ιδεών και συμβολισμών. Ο Κωνσταντινίδης (1913-1993) κινούμενος μεταξύ του Μοντερνισμού και της διάθεσης για διακριτική ένταξη του κτίσματος στο φυσικό περιβάλλον, έθεσε ως επίκεντρο την άποψη ότι κάθε κτίριο θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «δοχείο» ζωής. Η λιτότητα της έκφρασης του, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «δωρική»η λειτουργικότητα στη διάρθρωση της κτιριακής κάτοψης και η χρήση απλών δομικών υλικών βγαλμένων, κατά το δυνατόν, από το ίδιο το περιβάλλον του κτιρίου, αποτελούσαν τους γνώμονες διαμόρφωσης των έργων του. Χαρακτηριστικά δείγματα της εργασίας του συνιστούν, τόσο η κατοικία διακοπών στην Ανάβυσσο Αττικής (1961-1962) όσο και το Αρχαιολογικό Μουσείο στα Ιωάννινα (1965-1966). Τέλος, ο Ζενέτος (1926-1977) με την ικανότητα του να αφομοιώνει δημιουργικά τις τεχνολογικές καινοτομίες, αποτελεί την κυρίαρχη φυσιογνωμία όσων ακολούθησαν τις διεθνείς αρχιτεκτονικές τάσεις της εποχής του. Το έργο του θα μπορούσε να καταταχθεί στον Υστερομοντερνισμό και συγγενεύει με αυτό των συγχρόνων του διάσημων αρχιτεκτόνων, του Γερμανού F. Otto, του Βρετανού Ν. Rogers και του Ιταλού R. Piano. Αξιόλογα δείγματα της εργασίας του αποτελούν το εργοστάσιο Φιξ την Αθήνα (1957-1963), το θέατρο του Λυκαβηττού στην Αθήνα (1964-1967) και το σχολείο στο Μπραχάμι επίσης στην Αθήνα (1970-1976). Οι Πικιώνης και Κωνσταντινίδης, αν και διαφέρουν σημαντικά σε επίπεδο προσωπικής έκφρασης, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως οι εισηγητές της τάσης του Κριτικού Τοπικισμού στη χώρα μας. Σύμφωνα με αυτόν, η μοντέρνα αντίληψη οφείλει να συνταιριαστεί με τα στοιχεία του τόπου (πολιτισμικά, οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά κ.λπ.) Ο Κριτικός Τοπικισμός προέρχεται, κατά κάποιο τρόπο, από τη μεσοπολεμική τάση «για επιστροφή στις ρίζες». Ο Ζενέτος, αν και πολλές φορές εμπνέεται από την τοπική παράδοση, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του Διεθνούς Ρυθμού στη χώρα μας, όχι όμως με την έννοια της μίμησης των τάσεων του εξωτερικού, αλλά ως γόνιμος συνδυασμός της εξέλιξης του μεσοπολεμικού Μοντερνισμού και των πλέον προηγμένων τεχνολογικών εξελίξεων. Οι σκαπανείς αυτοί της μεταπολεμικής ελληνικής αρχιτεκτονικής δεν ήταν μόνοι τους. Συμβάδισαν με άλλες σημαντικές προσωπικότητες, όπως οι: Δημήτρης Αντωνακάκης, Νίκος Βαλσαμάκης, Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας, Ιωάννης Δεσποτόπουλος, Ιωάννης Λιάπης, Παύλος Μυλωνάς, Αριστομένης Προβελέγγιος, Περικλής Σακελλάριος, Αναστασία Τζάκου και Δημήτρης Φατούρος. Την ίδια περίοδο αναδείχθηκαν και άλλοι νεότεροι αρχιτέκτονες, οι οποίοι είτε μέσω διαγωνισμών είτε με απ’ ευθείας αναθέσεις παρήγαγαν σπουδαίο αρχιτεκτονικό έργο. Το τελευταίο χαρακτηρίζεται από μια διάθεση για σύνθεση των κυρίαρχων τάσεων του Διεθνούς Ρυθμού και του Κριτικού Τοπικισμού, ως εάν επρόκειτο να αποτελούν τις όψεις του ίδιου νομίσματος. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε οτι συνέπεια της παραπάνω δημιουργικής διεργασίας ήταν η μόρφωση μιας ελληνικής σχολής στην αρχιτεκτονική. Ορισμένα σημαντικά παραδείγματα της εξεταζόμενης περιόδου είναι: η έπαυλη στην Ανάβυσσο Αττικής (Ν. Βαλσαμάκης, 1961-63), ο επιβατικός σταθμός του ΟΛΠ στον Πειραιά (Ι. Λιάπης – Η. Σκρούμπελος, 1964-69) (εικ. 7), η Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας (Δ. Φατούρος -Π. Μυλωνάς, 1966-75) (εικ. 8) και το Ωδείο της Αθήνας (Ι. Δεσποτόπουλος, 1969-76).

Επίλογος

Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να καταλήξουμε ότι η πολεοδομία της περιόδου 1945-74 δεν έμελλε να δώσει άμεσα αποτελέσματα σε νομοθετικό επίπεδο, σε θεωρητικό επίπεδο όμως έγινε σημαντική προεργασία και οι καρποί της προσπάθειας αυτής ωρίμασαν προς το τέλος του εικοστού αιώνα. Αντίθετα, στην αρχιτεκτονική τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Το έργο που δημιουργήθηκε κατά τη μεταπολεμική περίοδο μπορεί να θεωρηθεί ως ιδιαίτερα γόνιμο. Το γεγονός θα πρέπει να αποδοθεί τόσο στη σημαντική θεωρητική προεργασία που είχε παραχθεί κατά τη μεσοπολεμική περίοδο, στο κλίμα της ανασυγκρότησης και στην παρουσία ικανών αρχιτεκτόνων.

Δημοσιεύτηκε 12th March από τον χρήστη Γεώργιος Αργυρίου

https://koutalianossimos.wordpress.com/2013/09/30/%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%87%CE%AE/

Advertisements