Οικογένεια Κασόλα


Η Οικογένεια Κασόλα αποτελεί ιστορική οικογένεια καλλιτεχνών της Ιεράς Πόλης του Μεσολογγίου. Ο πιο γνωστός εκπρόσωπός της, ήταν ο αρχιδιάκονος Δημήτριος Ζ. Κασόλας, που προσέφερε τα μέγιστα στη συνέχιση της πλούσιας πολιτιστικής παράδοσης του Μεσολογγίου, που αποτελεί έδρα της περιφερειακής ενότητας Αιτωλοακαρνανίας.

Εκθέματα εκπροσώπων της ιστορικής οικογένειας, φιλοξενούνται στο Μουσείο Ιστορίας και Τέχνης στην πλατεία Μάρκου Μπότσαρη στο κέντρο της πόλης. Οι επισκέπτες του μουσείου, μπορούν να διαπιστώσουν ότι μεγάλο μέρος της μουσειακής συλλογής, ανήκει σε μέλη της οικογένειας Δημητρίου Ζ. Κασόλα. Επίσης, στις εκκλησίες της πόλης, μπορεί να παρατηρήσει κανείς ότι μεγάλο μέρος των έργων όπως φορητές εικόνες και αγιογραφίες είναι επίσης έργα της ίδιας οικογένειας.

Ο πιο γνωστός εκπρόσωπός της και πατριάρχης της οικογένειας Δημήτριος Ζ. Κασόλας, που είχε το προσωνύμιο «Διάκος», δημιούργησε το 1900 στο Μεσολόγγι εργαστήρι αγιογραφίας και ζωγραφικής, που εξελίχθηκε σε σχολή πιστή στη βυζαντινή τεχνοτροπία. Στη σχολή μαθήτευσαν αξιόλογοι ζωγράφοι, πολλοί από τους οποίους έγιναν αγιογράφοι. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι τα παιδιά του Γεράσιμος, Άγγελος και Γιάννης Κασόλας ακολούθησαν την οικογενειακή παράδοση, ενώ μαθητές και εργάτες της τέχνης, ήταν ο Δήμος Μπραέσσας, καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών από το Αιτωλικό, Κώστας Καραγατσίδης, ζωγράφος της Σχολής του Μονάχου, Τάσος Μαντάς, αγιογράφος και προσωπογράφος γνωστός και ως «Ο ζωγράφος της γειτονιάς», Κώστας Κοντός, Χρήστος Καπράλος, ονομαστός ζωγράφος και γλύπτης, Γιάννης Ιωαννίδης και άλλοι.

Μέλη της οικογένειας Κασόλα

Δημήτριος Ζ. Κασόλας (1875-1964)

Ο Δημήτριος Ζ. Κασόλας υπήρξε ο πρώτος αξιόλογος της ιστορικής οικογένειας του Μεσολογγίου. Γεννήθηκε στις 5 Ιουλίου 1875 στη Βόνιτσα του πρώην επαρχίας Ξηρομέρου. Ίδρυσε στο Μεσολόγγι το 1900 αγιογραφικό εργαστήρι, στο οποίο μαθήτευσαν πολλοί σημαντικοί ζωγράφοι και αγιογράφοι.

Η οικογένεια Κασόλα ή Κασολέων της Βόνιτσας, σύμφωνα με έγγραφο των Γενικών Αρχείων του Κράτους, φαίνεται να υπήρξε οικογένεια κύρους και προσφοράς στον απελευθερωτικό αγώνα, διότι στο φάκελο του Οργανισμού της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος που λειτούργησε τα έτη 1822 με 1826, υπάρχει επιστολή με την οποία πιστοποιείται η προσφορά του προεστού Δημητρίου Κασόλα στο Αγώνα.

Η επιστολή είχε αποσταλεί από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο προς τον Χρηστάκη Μοναστηριώτη και καταλήγει ως εξής:

«Διό του δίδεται το παρόν υπογραμμένον παρ’ ημών δι’ αίσθημα ευγνωμοσύνης και διά να γνωρίζεται παρά παντός αγαθού και φιλογενούς πατριώτου, αγαθός φιλογενής πατριώτης. Εδόθη το παρόν εκ του Ξηρομέρου,

1822: τη…Σεπτεμβρίου: Γεώργιος Τζόγκας, Αλέξανδρος Βλαχόπουλος, Θεοδωράκης Γρίβας, Ιάκωβος, ηγούμενος Ζαβέρδας, Δημήτριος Κασόλας, προεστός. Εθεωρήθη το παρόν και επικυρούται καθ’ όλην αυτού την έκτασιν διά να χρησιμεύσει εις τον επιφέροντα αυτό εν πάσει περιστάσει.

22 Οκτωβρίου 1822, από Μεσολόγγιον,

Α. Μαυροκορδάτος»

Ο Δημήτριος Ζ. Κασόλας είχε αναπτύξει από μικρή ηλικία την αγάπη του για την ζωγραφική και είχε έντονο το θρησκευτικό του συναίσθημα προς την Ορθόδοξη Εκκλησία. Όταν ήταν μαθητής του δημοτικού σχολείου, παρακολούθησε με ζήλο τον καλεσμένο από τη Λευκάδα σπουδαίο ζωγράφο και αγιογράφο Σπυρίδων Γαζή, που φιλοτεχνούσε τότε στην Βόνιτσα τον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνα. Αργότερα μαθήτευσε δίπλα στον Γαζή και στον επίσης Λευκαδίτη αγιογράφο, Βασίλη Σιδέρη, που κι αυτός αγιογράφησε τον ίδιο ναό, καθώς και άλλους ναούς της Βόνιτσας.

Τελειώνοντας το σχολείο και εφοδιασμένος με τις γνώσεις που αποκόμισε από τους δασκάλους του, ταξίδεψε αρχικά στην Κέρκυρα και έπειτα στην Κεφαλλονιά, που οι περισσότεροι ζωγράφοι των νησιών αυτών, ήταν σπουδαγμένοι στην Ιταλία. Επισκέφτηκε πολλές εκκλησίες και μοναστήρια προκειμένου να μελετήσει τη βυζαντινή αγιογραφία και τις τεχνικές της. Στη συνέχεια επισκέφτηκε εκκλησίες της Αιτωλοακαρνανίας και ταξίδεψε στην Αθήνα, στην Πάτρα και στο Αίγιο, όπου οι εκκλησίες συγκέντρωναν αξιόλογα βυζαντινά έργα ονομαστών αγιογράφων. Εντυπωσιάστηκε από τις δεσποτικές εικόνες του Μητροπολιτικού Ναού της Αθήνας, που ήταν έργα του διάσημου Γερμανού αγιογράφου Αλέξανδρου Σάιτζ, ο οποίος τις φιλοτέχνησε στη Ρώμη το 1862 στα πρότυπα της βυζαντινής τεχνοτροπίας.

Επισκεπτόταν συχνά το Ρωσικό παρεκκλήσιο του Αγίου Νικοδήμου της οδού Φιλελλήνων, που είναι κατάμεστος από τοιχογραφίες βυζαντινής τεχνικής του διάσημου Βαυαρού βυζαντινογράφου Λουδοβίκου Θειρσίου. Οι τοιχογραφίες αυτές έγιναν στα έτη 1852 με 1855 και είχαν σαν πρότυπα τα ψηφοθετήματα της Μονής του Δαφνίου. Τον Θείρσιο κάλεσε από το Μόναχο ο Όθωνας, που του ανάθεσε πολλές εκκλησιαστικές εργασίες. Αργότερα ο ίδιος αγιογράφησε πολλές ορθόδοξες εκκλησίες στη Μόσχα. Αντίγραφα των σχεδίων του αγιογράφου απόκτησε από μία σειρά φωτογραφικών πλακών που αγόρασε από γνωστό φωτογράφο της Αθήνας. Η σειρά αυτή, είναι από τα πολλά οικογενειακά κειμήλια, που βρίσκονταν στη κυριότητα των παιδιών του και της εγγονής του, Φαντίνας Γ. Κασόλα. Μελέτησε επίσης τις αγιογραφίες της Μονής του Οσίου Λουκά, καθώς και τις αξιόλογες τοιχογραφίες εκκλησιών του Μυστρά, που χρονολογούνται από την εποχή της δυναστείας των Παλαιολόγων.

Ήρθε σε επαφή με σημαντικούς ακαδημαϊκούς και εκπροσώπους της νεότερης ελληνικής αγιογραφικής τέχνης, όπως ο Γεώργιος Λαμπάκης, ιδρυτή της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας και ιδιαίτερο γραμματέα της Βασίλισσας Όλγας, τον Αδαμάντιο Αδαμαντίου, το Γεώργιο Σωτηρίου, τον Αλέξανδρο Φιλαδελφέα και πολλούς άλλους ειδικούς της τέχνης. Συνδέθηκε με αξιόλογους αγιογράφους της Αθήνας, όπως με τον, τον Νικηφόρο Λύτρα, τον ιερομόναχο Γεννάδιο Παπαδόπουλο, τον Δημήτριο Γεωργαντά, τον Φώτη Κόντογλου, τον Σπύρο Παπαλουκά, τον Αιτωλικιώτη Δήμο Μπραέσσα και άλλους.

Το 1900, άνοιξε στο Μεσολόγγι το εργαστήρι του και αφοσιώθηκε να εκτελέσει τις παραγγελίες που είχε για την αγιογράφηση εκκλησιών της Αιτωλοακαρνανίας. Έγινε αργότερα γνωστός και σεβαστός, ενώ ήταν αγαπητός στους γείτονές του. Ο μητροπολίτης Αιτωλοακαρνανίας Παρθένιος Ακύλας, όταν πληροφορήθηκε για το ταλέντο στην τέχνη και την θεοσέβειά του, τον κάλεσε και του πρότεινε να χειροτονηθεί σε διάκο. Πριν χειροτονηθεί σε ιερέα, νυμφεύθηκε τη Φάντω ή Φανή Μονοκρούσου – Λιβαδά, με καταγωγή της οικογενείας της από την περιοχή της Λιβαθούς της Κεφαλλονιάς. Απέκτησαν έξι παιδιά, τρία αγόρια, τον Γεράσιμο, τον Άγγελο και τον Ιωάννη, και τρία κορίτσια, τη Δώρα, την Κούλα, την Κασσιανή.

Όταν το 1929, καταστράφηκε από πυρκαγιά το παλιό Δημαρχείο, κάηκαν και τα ευρισκόμενα μέσα σε αυτό κειμήλια και έργα τέχνης. Μεταξύ αυτών των έργων, ήταν ο πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη «Η Έξοδος του Μεσολογγίου», που περιφερόταν κατά τον εορτασμό της επετείου της Εξόδου του Μεσολογγίου. Ο τότε Δήμαρχος Μεσολογγίου, Χρήστος Ευαγγελάτος, γεμάτος απόγνωση από την απώλεια των σημαντικών έργων τέχνης, κατευθύνθηκε στο εργαστήρι του Κασόλα και του ζήτησε επίμονα να αναλάβει την αντικατάσταση των πινάκων.α[›]

Πέθανε σε βαθιά γεράματα στη 1η Σεπτεμβρίου 1964. Μεγάλο μέρος των κατοίκων παρευρέθηκε την κηδεία του, χωροστατούντος του μητροπολίτη Άρτας Ιγνάτιο, τότε τοποτηρητή Αιτωλοακαρνανίας και ιερείς της αρχιερατικής περιφέρειας. Τάφηκε στον οικογενειακό του τάφο στο κοιμητήριο του Αγίου Λαζάρου στο Μεσολόγγι, όπου υπάρχει επιτύμβιο με το όνομά του.

Γεράσιμος Δ. Κασόλας (1902 – 1991)

Gerasimos1.jpg

Ο Γεράσιμος Δ. Κασόλας υπήρξε λογοτέχνης και ζωγράφος, καθώς και αρθρογράφος και εκδότης. Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1902 και ήταν γιος του αγιογράφου Δημητρίου Ζ. Κασόλα. Από μικρή ηλικία μαθήτευσε δίπλα στον πατέρα του, όπου πήρε μαθήματα εικαστικών τεχνών από γνωστούς τότε ζωγράφους και αγιογράφους, Δήμο Μπραέσσα και Σπύρο Παπαλουκά, οι οποίοι μαθήτευσαν και εργάστηκαν στο εργαστήριο του πατέρα του. Ήταν έμπειρος προσωπογράφος και γι`αυτό τον λόγο του είχε ανατεθεί από το Δήμο Μεσολογγίου της πόλης να φιλοτεχνήσει αρκετά πορτρέτα των πρώην δημάρχων της πόλης, που σήμερα είναι τοποθετημένα στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου. Άλλα έργα ζωγραφικής του, υπάρχουν και στο Μουσείο Ιστορίας και Τέχνης Μεσολογγίου, στο Ιστορικό Μουσείο της Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων και σε ιδιωτικές συλλογές. Πίνακάς του που αναπαριστά τον Θρύλο της Αγίας Λαύρας με την ορκωμοσία των αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης στην Μονή Αγίας Λαύρας από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, φυλάσσεται στο Ιστορικό Μουσείο της Αγίας Λαύρας.β[›] Φιλοτέχνησε επίσης προσωπογραφίες των ποιητών Μίνου Ζώτου, Βασίλη Γκλόβανου, Νίτσας Λιβαδά, Θανάση Κυριαζή, με τους οποίους διατηρούσε φιλικές σχέσεις, καθώς και της μητέρας του. Διακρίθηκε στην αποτύπωση τοπίων και πηγές έμπνευσής του αποτέλεσαν η λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, φτωχικές γειτονιές, ειδυλλιακά εξοχικά και χαρακτηριστικά περίχωρα της πόλης. Ασχολήθηκε επίσης και με την αγιογραφία, συνεχίζοντας την καλλιτεχνική παράδοση του πατέρα του, και φιλοτέχνησε εκκλησίες της Αιτωλοακαρνανίας, στο Μεσολόγγι, στον Γαλατά και στο Αιτωλικό, καθώς και στην Αθήνα.

Εκτός από την ζωγραφική, ασχολήθηκε πιο πολύ με τον ποιητικό λόγο. Έργα ποίησής του δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά το 1918 και σε ηλικία 16 ετών στο περιοδικό «Ελληνική Επιθεώρηση». Το 1923, μαζί με τον Μπάμπη Χρέλια εξέδωσε το φιλολογικό περιοδικό «Βίγλα». Αξιόλογα ονόματα της εποχής έγραψαν στις σελίδες του και δημοσίευσαν αποσπάσματα από τα έργα τους, όπως οι Μίνως Ζώτος, Στάθης Ζαρκιάς, Θεόδωρος Σκουρλής και ο Ελληνοεβραίος ποιητής Γιοσέφ Ελιγιά, που υπέγραφε με το ψευδώνυμο Ιούλιος Σιγκουλιέρος. Την δεκαετία του 1930, υπήρξε ιδιοκτήτης και διευθυντής της εβδομαδιαίας τοπικής εφημερίδας «Ελληνικά Χρονικά», που κυκλοφορούσε στη βορειοδυτική Ελλάδα με 10.000 φύλλα. Στην εφημερίδα αυτή έγραφε και ο αδελφός του Γιάννης Κασόλας. Δημοσίευσε έπειτα και άλλα ποιήματα του σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά και το 1926 τύπωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή «Για την Ειρήνη». Κατά την διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, υπήρξε ο πρώτος Έλληνας πολεμικός ανταποκριτής και λειτουργούσε για λογαριασμό της αθηναϊκής απογευματινής εφημερίδας «Ασύρματος«, ενώ έστελνε τακτικά ανταποκρίσεις με τηλεγραφήματα και με τηλεφωνήματα από το αλβανικό μέτωπο. Η δημοσιογραφική του αποκάλυψη για την μυστική επιστράτευση μέσω ατομικών προσκλήσεων στην Ολλανδία, αναδημοσιεύτηκε από πολλά διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία. Με την κατάρρευση του αλβανικού μετώπου στην γερμανική εισβολή, επιστρέφει στο Μεσολόγγι και σταματά να αρθρογραφεί στην εφημερίδα λόγω της έντονης λογοκρισίας των κατοχικών δυνάμεων και αποφασίζει να ασχοληθεί με την ζωγραφική και ιδιαίτερα με την αγιογραφία. Όλες του οι δημοσιογραφικές εντυπώσεις από το μέτωπο της Αλβανίας, αποτέλεσαν την ανέκδοτη εργασία του «Με τον Τσολάκογλου στην δόξα του ’40». Η εργασία αυτή δεν είδε το φως της δημοσιότητας, παρά μόνο σε φύλλο της εφημερίδας «Μεσολογγίτικα Χρονικά» στις 27 Οκτωβρίου 1977, όπου αναφέρεται στις αναμνήσεις του από τη συνάντηση του στο μέτωπο με έναν απλό στρατιώτη, τον μετέπειτα λογοτέχνη και πολιτικό Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Το 1950, εκδίδει το πρώτο του πεζογράφημα με τον τίτλο «Ταξιδεύοντας με τον θάνατο», όπου εξιστορούσε σε 78 σελίδες τις εμπειρίες του από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κατά την περίοδο από τις 27 Οκτωβρίου 1939 έως το τέλος του έτους. Ένα από τα γεγονότα της περιόδου που εξιστορεί στο βιβλίο του, αναφέρει την μετάβασή του στο ελληνικό εμπορικό πλοίο «Σαλαμινία» που μετέφερε μεταλλευτικό φορτίο από το λιμάνι του Πειραιά μέχρι το λιμάνι του Ρότερνταμ. Η αποκάλυψή του ότι το φορτίο είχε τελικό προορισμό την ναζιστική Γερμανία και όχι την Ολλανδία, καλύφθηκε δημοσιογραφικά από πολλές ξένες εφημερίδες και έφερε στο προσκήνιο τις εμπορικές σχέσεις επιχειρήσεων των δυτικών χωρών που πολεμούσαν τις δυνάμεις του Άξονα με την γερμανική πολεμική βιομηχανία. Το 1972, εξέδωσε την δεύτερη ποιητική του συλλογή, «Χαμένοι Δρόμοι», όπου συγκέντρωνε το απάνθισμα της ποιητικής του έμπνευσης.

Τα ποιητικά του έργα χαρακτηρίζονται από μια λυρικότητα στον στίχο με έντονες περιγραφικές και συναισθηματικές εξάρσεις. Ο Ιωάννης Γρυπάρης, σε μια κριτική του για την πρώτη του ποιητική συλλογή «Για την Ειρήνη», είχε δηλώσει ότι «»…Μ’ άρεσαν πολύ. Αναδίνουν όλο τη γνώριμη ανάσα και φρεσκάδα της Λιμνοθάλασσας, που με κάνουν να περιμένω πως γρήγορα θα μας δώσετε κι άλλα με τέλεια χειραφετημένη και καθαρά δική σας τεχνοτροπία», ενώ ο Ρήγας Γκόλφης είχε γράψει ««…Μ’ άρεσαν πολύ. Αναδίνουν όλο τη γνώριμη ανάσα και φρεσκάδα της Λιμνοθάλασσας, που με κάνουν να περιμένω πως γρήγορα θα (…) δώσετε κι άλλα με τέλεια χειραφετημένη και καθαρά δική (…) [του] τεχνοτροπία». Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης είχε εντυπωσιαστεί από το έργο του, και σημείωσε ότι «…Μες στη συλλογή (…) υπάρχουν τραγούδια εντελώς συμπαθητικά και άξια κάθε επαίνου…», ενώ ο ελληνιστής Λουί Ρουσέλ δήλωσε ότι «Στίχοι ωραίοι. Στα τραγούδια αυτά βρίσκει κανείς μία σχέση, ίσως άθελη, με τον θελκτικό Μαλακάση…». Για την δεύτερη ποιητική του συλλογή «Χαμένοι Δρόμοι», είχε δηλώσει ο συντοπίτης του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος«…Οι στίχοι [του] ανήκουν στην καλύτερη Μεσολογγίτικη παράδοση…», ενώ ο Γεώργιος Αθάνας είχε αναφέρει ότι ο στίχος του Γεράσιμου Κασόλς είναι «…Πάντα μελωδικός ο στίχος (…) και νόστιμος από μεσολογγίτικο αλάτι…«.

Υπήρξε τακτικός συνεργάτης των αθηναϊκών εφημερίδων «Καθημερινή«, «Ακρόπολις«, «Βραδυνή«, «Χρόνος» και άλλων. Υπήρξε κριτικός λογοτεχνίας σε εφημερίδες και σε λογοτεχνικά περιοδικά της Αθήνας, της Πάτρας και του Μεσολογγίου, όπου ανέπτυσσε τις εντυπώσεις του για έργα άλλων λογοτεχνών, όπως του Μιλτιάδη Μαλακάση και του Κωστή Παλαμά, του Διαμαντή Σούστα και του Στάμου Μπράνια, του Ρήγα Γκόλφη και του Αντώνη Τραυλαντώνη. Ίδρυσε στο Μεσολόγγι τον Φιλολογικό Σύλλογο «Κωστής Παλαμάς», του οποίου αργότερα ήταν επίτιμος πρόεδρος, και ήταν μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ) από το 1939. Τιμήθηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση και το Υπουργείο Πολιτισμού, που του απέμεινε τιμητική ισόβια σύνταξη για τις σημαντικές υπηρεσίες που προσέφερε στην τέχνη. Ήταν επίσης μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος για πολλά χρόνια. Διατηρούσε φιλικές σχέσεις με σημαίνουσες προσωπικότητες της εποχής του, όπως οι Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Αλέξανδρος Παπαναστασίου, Σοφοκλής Βενιζέλος, Γεώργιο Μαύρο και πολλούς άλλους.

Ο Γεράσιμος Κασόλας παντρεύτηκε με την Ασημούλα Γιαννοπούλου και απέκτησαν μία κόρη, την Φαντίνα, η οποία απέκτησε δύο παιδιά, την Ουρανία και τον Γεράσιμο.

Άγγελος Δ. Κασόλας (1906 – 1984)

Ο Άγγελος Κασόλας ήταν ο κύριος συνεχιστής της καλλιτεχνικής παράδοσης του πατέρα του Δημητρίου Κασόλα, από τον οποίο ανέλαβε αργότερα το εργαστήριό του. Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι στις 25 Μαρτίου του 1906 και από μικρή ηλικία ασχολήθηκε με την ζωγραφική στο εργαστήριο του πατέρα του όπου και μαθήτευσε κοντά στον πατέρα του και στους ζωγράφους Δήμο Μπραέσσα και Σπύρο Παπαλουκά. Ασχολήθηκε κυρίως με την αγιογράφηση ναών του νομού Αιτωλοακαρνανίας. Ανάμεσα στα έργα του που ανέλαβε μαζί με τον πατέρα του και τον αδελφό του Γεράσιμο, ήταν η τοιχογραφία νεοβυζαντινού ρυθμού στην κόγχη της εκκλησίας του Αγίου Παντελεήμονος στο Μεσολόγγι.[1] που απεικονίζει την «Πλατυτέρα των Ουρανών». Το γνωστότερο έργο του Άγγελου Κασόλα, είναι «Εικόνα της Εξόδου» όπου απεικονίζεται τη Έξοδος του Μεσολογγίου. Τον πίνακα φιλοτέχνησε έπειτα ο Άγγελος Κασόλας, έπειτα από τις ενέργειες του τότε δημάρχου της πόλης Χρήστου Ευαγγελάτου, που θέλησε να αντικαταστήσει παλαιότερο πίνακα του Θεόδωρου Βρυζάκη με το ίδιο όνομα.α[›] Ο πίνακας που φυλάσσεται στο Δημαρχείο της Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου, χρησιμοποιείται στην λιτανεία που γίνεται κάθε χρόνο το Σάββατο του Λαζάρου και Κυριακή των Βαΐων από το μητροπολιτικό ναό του Αγίου Σπυρίδωνος προς τον Κήπο των Ηρώων.[2] Αγιογραφίες του σήμερα βρίσκονται σε εκκλησίες, εκτός του Μεσολογγίου και της Αιτωλοακαρνανίας, στην Ευρυτανία, στην Άρτα, στη Κεφαλλονιά, στην Πάτρα, στην Αθήνα και σε ιδιωτικές συλλογές. Στην πινακοθήκη της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας, υπάρχουν αρκετά έργα όπως «Το Μοναστήρι του Αγγελόκαστρου», «Το Μοναστήρι της Κατερινούς», «Το Μοναστήρι της Αγίας Ελεούσας», «Η Αγία Τριάδα στην Κλείσοβα«, «Πελάδα στη λιμνοθάλασσα», «Καρνάγιο σ’ αμπολιά της λιμνοθάλασσας» και «Ηλιοβασιλέματα στη λιμνοθάλασσα».

Τιμήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού για την προσφορά του στη τέχνη με την καταβολή ισόβιας σύνταξης, ενώ στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τιμήθηκε με το χρυσό μετάλλιο του Δήμου Μεσολογγίου και με πολλούς επαίνους για τη γενικότερη καλλιτεχνική του προσφορά. Πέθανε στις 2 Μαΐου του 1984, χωρίς να παντρευτεί ποτέ και να αφήσει απογόνους. Στην επιμνημόσυνη τελετή παρέστησαν πολλοί κάτοικοι του Μεσολογγίου, ενώ επικήδειο λόγο εκφώνησε ο θεολόγος Ιωάννης Λούβρος. Η εφημερίδα «Πρωτοπορία» τον Μάιο του 1984 ανέφερε ότι «Η ζωγραφική, η αγιογραφία και το Μεσολόγγι έμειναν φτωχότερα με το θάνατο του Άγγελου Κασόλα. Είναι από τους τρεις αδελφούς που αποτέλεσαν Σχολή και άφησαν έργο λαμπρό στη χώρα μας. Τίμησαν την Ιερή Πόλη, όσο ελάχιστοι».

Γιάννης Δ. Κασόλας (1910 – 1993)

Ο Γιάννης Κασόλας συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους αγιογράφους του Μεσολογγίου. Γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1910 στο Μεσολόγγι και ήταν ο μικρότερος γιος της οικογένειας του Δημητρίου Κασόλα με πλούσια καλλιτεχνική παράδοση. Σε ηλικία μόλις 12 ετών, ο νεαρός Γιάννης εξέλιξε τις γνώσεις του πάνω στην ζωγραφική και ιδιαίτερα στην αγιογραφία, καθώς κατάφερε να καταδείξει τις ικανότητές του παρά το νεαρό της ηλικίας του. Ανέλαβε την εικονογράφηση και ήταν μέλος της συγγραφικής ομάδας που εξέδιδε στο Μεσολόγγι το εβδομαδιαίο περιοδικό «Φλόγα». Το περιοδικό αυτό ήταν χειρόγραφο και διευθυντές του ήταν ο Πύρρος Κατσούλης και ο Μέμος Γιαίτσης. Οι ζωγραφιές και τα σκίτσα του Γιάννη Κασόλα έδιναν μία ξεχωριστή νότα στο χειρόγραφο αυτό περιοδικό. Μετά την ολοκλήρωση των εγκύκλιων σπουδών του, επιδίωξή του ήταν να εγγραφεί στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών. Γι’ αυτό το λόγο και με την υποστήριξη των γονέων του πήγε στην Αθήνα, όπου κατόπιν εξετάσεων κατέλαβε την πρώτη θέση. Κατά την διάρκεια των σπουδών του που διήρκεσαν έξι χρόνια, απέσπασε το πρώτο έπαινο του «Αβερώφειου Βραβείου» στο διαγωνισμό της σχολής του στο φυσικό γυναικείο γυμνό, έπαινο του «Χρυσοβέργειου Βραβείου» στο ημίγυμνο και δυο επαίνους στις σπουδές της υπαίθρου. Παράλληλα, παρακολούθησε μαθήματα στο μορφωτικό και παιδαγωγικό τμήμα της σχολής. Αμέσως μετά την απόκτηση του πτυχίου του, διορίστηκε ως καθηγητής σχεδίου και της ζωγραφικής στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Πολέμησε στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο και υπηρέτησε ως αρχηγός στοιχείου όλμων σε τμήμα που έφτασε κοντά στο Τεπελένι. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στο σχολείο και στην μέση εκπαίδευση γενικότερα, προσπάθησε να εντρυφήσει στους μαθητές του την αγάπη για την τέχνη. Οι τάξεις του έλαβαν αρκετές επιβραβεύσεις σε διεθνείς καλλιτεχνικές εκθέσεις όπως στην Αμερική, στη Γερμανία και στην Ινδία. Κατά την διάρκεια της πολύχρονης παραμονής του στη Βόρεια Ελλάδα, αποτύπωσε τοπία από τις πόλεις και της περιοχές που συναντούσε, όπως τη Σιάτιστα, τα Γρεβενά, την Κοζάνη και την Καστοριά, και σε ορεινούς οικισμούς στους πρόποδες του Βοΐου και του Γράμμου, όπως το Επταχώρι και ο Πεντάλοφος, και τοπία του Ολύμπου και του Πηλίου.

Οργάνωσε έξι ατομικές εκθέσεις όπου παρουσίασε τα έργα του, με την πρώτη του να την κάνει το 1944. Το 1951, εξέθεσε τα έργα του στην αίθουσα του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου με εκατό περίπου έργα, όπου ένας κριτικός τέχνης είχε γράψει ότι «η έκθεση του Κασόλα μεταβλήθηκε σε λαϊκό προσκύνημα». Έπειτα το 1953, το 1954 και το 1955 στη μεγάλη αίθουσα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, ενώ η τελευταία του ήταν το 1968 στην αίθουσα της «Λέσχης Ρουμελιωτών Βόρειας Ελλάδας». Έλαβε μέρος με έργα του στην επίσημη κρατική έκθεση της Α’ Πανελλήνιας Γεωργικής Έκθεσης το 1937 στον χώρο του Ζαππείου, όπως και τον επόμενο στην ίδια έκθεση, όπου το έργο του «Η μικρή Κατερινούλα» αγοράστηκε από το διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και αργότερα Πρωθυπουργό Εμμανουήλ Τσουδερό. Συμμετείχε επίσης με έργα του στις πανελλήνιες εκθέσεις του 1935, του 1939, του 1960, του 1971 και του 1973. Συμμετοχές είχε και σε ομαδικές εκθέσεις της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών Αθηνών το 1939, των Μακεδόνων Ζωγράφων το 1951, Α’ Έκθεση Δήμου Θεσσαλονίκης το 1956, Έκθεση Βορειοελλαδιτών ζωγράφων του Υπουργείου Παιδείας το 1957, Έκθεση Θεσσαλονικέων Ζωγράφων και Γλυπτών στην αίθουσα του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης το 1962, στην έκθεση του Παρισιού το 1969, στην Α’ Πανελλήνια Καλλιτεχνική Έκθεση Ρουμελιωτών στην αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων το 1974, στην Β’ Πανελλήνια Έκθεση της Εταιρείας Πολιτισμού, Γραμμάτων και Τεχνών στην αίθουσα της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Θεσσαλονίκης και Θράκης το 1980, στην Α’ Έκθεση Θρησκευτικής Τέχνης στην αίθουσα του Ελληνικού Κέντρου Τέχνης και Πολιτισμού στην Αθήνα το 1981 και σε άλλες.

Παράλληλα ασχολήθηκε με τη βυζαντινή εικονογραφία και τοιχογραφία. Αγιογράφησε εκκλησίες και φορητές εικόνες στις αρχιερατικές περιφέρειες μητροπόλεων της Ελλάδας, όπως στις μητροπόλεις Ελευθερουπόλεως, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης, Εδέσσης, Δράμας, Μαρωνείας και Κομοτηνής, Αιτωλίας και Ακαρνανίας, Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως τον προσκαλούσαν και του ανάθεταν την τοιχογράφηση εκκλησιών και μεγάλο αριθμό εικόνων φορητών. Εργαζόταν συνήθως μόνος του, σπανιότερα με τον αδελφό του Άγγελο με τον οποίο εργάστηκε για την τοιχογράφηση της κόγχης του μητροπολιτικού ναού του Αγίου Σπυρίδωνα στο Μεσολόγγι, του Αγίου Χριστοφόρου στο Αγρίνιο και των Αγίων Αναργύρων στην Καλλίπολη του Πειραιά.

Μεταξύ των σχεδόν αποκλειστικά τοιχογραφημένων εκκλησιών περιλαμβάνονται οι εκκλησίες της Αγίας Βαρβάρας στην Τούμπα Θεσσαλονίκης, του Αγίου Σπυρίδωνα στην Τριανδρία Θεσσαλονίκης, στην Αγία Τριάδα Θεσσαλονίκης, στον Άγιο Δημήτριο στις Συκιές, στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Γεωργίου στη Σταυρούπολη, στον Άγιο Νικόλαο της Ελευθερούπολης και στους Αγίους Αναργύρους στη Καλλίπολη Πειραιά. Επίσης αγιογράφησε τους τρούλους και τις αψίδες στις εκκλησίες του Αγίου Μηνά στη Θεσσαλονίκη, στους Αγίους Αναργύρους στο Επταπύργιο, στον Άγιο Νικόλαο της Νεοχωρούδας, στον Άγιο Ελευθέριο της Ελευθερούπολης, στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου στη Σιάτιστα, στη Κοίμηση της Θεοτόκου στα Γιαννιτσά, στον Άγιο Παύλο της Καβάλας και στην Αγία Σοφία της Κομοτηνής.

Αξιόλογα δείγματα της αγιογραφικής του τέχνης, είναι επίσης δύο εικόνες, του Αγίου Δημητρίου και του Αγίου Νέστορος, στο τέμπλο του ναού του Αγίου Δημητρίου της Θεσσαλονίκης. Ο Γιάννης Κασόλας υπήρξε μέλος του άλλοτε Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών και ήταν από τα πρώτα μέλη του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας, καθώς και μέλος της Πανελλήνιας Εταιρείας Πολιτισμού και Γραμμάτων. Του απονεμήθηκε το «Χρυσό Μετάλλιο της Ιερής Πόλης του Μεσολογγίου», βραβείο σε καλλιτεχνικό διαγωνισμό του Γ’ Σώματος Στρατού, δίπλωμα με ανάγλυφη τιμητική περγαμηνή του Συλλόγου Ελλήνων Λογοτεχνών και πολλές άλλες ευαρέσκειες. Έργα του έχουν αγοραστεί κατά καιρούς από το Υπουργείο Παιδείας, την Τράπεζα της Ελλάδας, τους δήμους Αθηναίων, Μεσολογγίου και Θεσσαλονίκης, το Γ’ Σώμα Στρατού, το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και από ιδιώτες φιλότεχνους της Ελλάδας και του εξωτερικού.

Ο Γιάννης Κασόλας ήταν μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (ΕΕΤΕ) Συνεργάστηκε με τα λογοτεχνικά περιοδικά «Νέα Εστία« μαζί με τον Κ. Κώνστα, «Ελληνική Δημιουργία» του Σπύρου Μελά, «Μορφές» του Βασίλη Δεδούση, «Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο» του Δημήτρη Σταμέλου, «Μακεδονικό Ημερολόγιο« του Νικολάου Σφενδόνη, «Θεσσαλική Εστία» του Μιχάλη Σταφυλά, «Πνευματική Ζωή» του ίδιου και άλλα. Πολλοί τεχνοκριτικοί ασχολήθηκαν κατά καιρούς, με το έργο του και διατύπωσαν πολύ επαινετικά σχόλια, όπως οι Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Αλέξανδρος Φιλαδελφέας, Αχιλλέας Κύρου, Διονύσης Κόκκινος, Δημήτρης Ζαφειρόπουλος, Σταύρος Σπύρογλου, Κ. Κώνστας, Βασίλης Δεδούσης, Κ. Κεφαλάς, Γιώργος Κατσαμπής, Πέτρος Αξιώτης, Βασίλης Καλογεράς και Χρύσανθος Χρήστου.

Ο Γιάννης Κασόλας απεβίωσε το 1984 και απέκτησε δύο παιδιά, την Φανή και την Ευαγγελία, που έχουν από δύο παιδιά η κάθε μία.

Απόδοση τιμών

Από Στις 8 Δεκεμβρίου 2001 έως τις 16 Δεκεμβρίου 2001, πραγματοποιήθηκε στο Κέντρο Λόγου και Τέχνης «Διέξοδος» στο Μεσολόγγι εκδήλωση με παρουσίαση κειμηλίων όπως έργων και προσωπικών αντικειμένων της οικογένειας του Δημητρίου Ζ. Κασόλα. Για τη ζωή και το έργο των ζωγράφων και αγιογράφων, μίλησε ο αντιδήμαρχος Μεσολογγίου Αριστείδης Καβάγιας. Η εκδήλωση συμπληρώθηκε με την κυκλοφορία της μονογραφίας «Οκτώ γράμματα του Φώτη Κόντογλου στον Δημήτριο Κασόλα» της συγγραφέως Ακακίας Κορδόση στη σειρά των εκδόσεων της «Διεξόδου».

Στις 9 Δεκεμβρίου 2001, δόθηκε το όνομα της οικογένειας ως «Οδός Κασολαίων» στο Μεσολόγγι στη συνοικία Πλώσταινα.

Αρχείο εικόνων

Παρακάτω παρουσιάζεται επιλεγμένο φωτογραφικό υλικό έργων και προσωπικών αντικειμένων των καλλιτεχνών Δημητρίου, Γεράσιμου, Άγγελου και Γιάννη Κασόλα.

Σημειώσεις

^ α:  Το βράδυ της 15 Φεβρουαρίου 1929, μια μεγάλη πυρκαγιά αποτεφρώνει το παλιό κτίριο του δημαρχείου, η πινακοθήκη του δήμου, την οικία της Ιουλίας Δεσποτοπούλου και απειλεί κάποια γειτονικά σπίτι όπως την οικία του Χαρίλαου Τρικούπη και τις οικίες Γαζή, Νεζερίτη και Τζίντζου. Η πυρκαγιά σβήστηκε από μια ραγδαία βροχή, εξαφάνισε όμως ιστορικά κειμήλια και διοικητικά έγραφα όπως το αρχείο του δήμου, τις ληξιαρχικές πράξεις, το δημοτολόγιο και τα αναμνηστικά λευκώματα, τα παράσημα και τα διπλώματα της πόλης, οι ιστορικές σημαίες, οι πολύτιμοι φάκελοι με ιστορικά αυτόγραφα και έγγραφα, όπως της ιστορικής αλληλογραφίας του πολιορκημένου Μεσολογγίου με την επαναστατική κυβέρνηση του Ναυπλίου, την βιβλιοθήκη του δήμου, τη μεγάλη νομική βιβλιοθήκη του Χρήστου Καψάλη, καθώς και έργα τέχνης όπως οι ελαιογραφίες των ηρώων και των φιλελλήνων της Επανάστασης, μαζί με τους πρωτότυπους μεγάλους πίνακες του Θεόδωρου Βρυζάκη «Η Έξοδος του Μεσολογγίου», «Η ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης από το Χρ. Καψάλη» και «Της ορκωμοσίας του Βύρωνα». Ο ένας πίνακας ήταν αυτός που είχε δωρίσει ο ίδιος στον δήμο Μεσολογγίου και ο άλλος ήταν δανεισμένος από την Εθνική Πινακοθήκη. Ο τότε Δήμαρχος Μεσολογγίου, Χρήστος Ευαγγελάτος, γεμάτος απόγνωση από την απώλεια των σημαντικών έργων τέχνης, κατευθύνθηκε στο εργαστήρι του Κασόλα και του ζήτησε επίμονα να αναλάβει την αντικατάσταση των πινάκων. Ο Δημήτριος Κασόλας δίστασε να αναλάβει το δύσκολο και απαιτητικό αυτό έργο και μετά από πολλές συζητήσεις, αμφιταλαντεύσεις και δισταγμούς, τελικώς δέχθηκε. Με προτροπή του ιδίου, ανέλαβε το έργο ο γιος του Άγγελος, γιατί ήταν πολύ πιο υπομονετικός, λεπτολόγος και φιλόπονος το δύσκολο αυτό έργο. Οι τρεις αυτοί πίνακες, όπως και πάρα πολλά έργα των αδελφών Κασόλα, στολίζουν σήμερα το Μουσείο Τέχνης και Ιστορίας της πόλης, που βρίσκεται στην πλατεία Μάρκου Μπότσαρη. Ο νέος πίνακας φιλοτεχνήθηκε με πρότυπο μία μικρή λιθογραφική έκδοση του πίνακα του ζωγράφου, που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1856 με δίγλωσση αφιέρωση του Όθωνα και με τα στοιχεία «Θ. Βρυζάκης εποίει». Ο ίδιος ο Άγγελος Κασόλας είχε πει για τον πίνακά του ότι «Τα χρώματα είναι βγαλμένα από το νου μου, όπως τα αισθανόμουνα». Ο πίνακας αποτελεί ελαιογραφία σε μουσαμά με διαστάσεις 1,10 επί 0,80 μέτρα και διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση. Στα αριστερά φέρει την υπογραφή Άγγελος Κασόλας και στα δεξιά την ένδειξη «Εκ του εργαστηρίου Δημ. Ζ. Κασόλα και υιών 1929». Το 1934, με εντολή του δημάρχου Χρήστου Ευαγγελάτου, ο Άγγελος Κασόλας φιλοτέχνησε μια άλλη ελαιογραφία με το ίδιο θέμα σε μουσαμά διαστάσεων 3,00 επί 2,00 μέτρα, που σήμερα δεσπόζει στο κλιμακοστάσιο του Μουσείου Ιστορίας και Τέχνης στο Μεσολόγγι.

^ β: Ο τότε ηγούμενος Βαρθολομαίος Βουρλούμης έστειλε συγχαρητήριο έγγραφο στον ζωγράφο:
«Διά του παρόντος ημών εγγράφου γνωρίζομεν Υμίν ότι ελήφθη η αποσταλείσα εικών της ορκοδοσίας, την οποίαν σεις καλλιτεχνήσατε και εφιλοτεχνήσατε με την φαντασία Σας, προσδώσαντες αυτή ό,τι πρέπει διά μίαν τοιαύτην παράστασιν, οία είναι η εν τη καθ’ ημάς Ιερά και Ιστορική μονή της Αγίας Λαύρας αναπαράστασης της ορκοδοσίας του Ιερού Αγώνος κατά την 25ην Μαρτίου 1821, την οποίαν επευλογεί ο σεπτός Ιεράρχης Παλαιών Πατρών Γερμανός. Είναι δε κατά πάντα πρώτης τάξεως, διότι παρουσιάζει το ώντι αληθές νόημα της εν λόγω αναπαραστάσεως και έτσι κάθε επισκέπτης θ’ αντλή εθνικά διδάγματα, διότι παρουσιάζει ζωντανή την εικόνα της τότε πραγματοποιηθείσας ορκοδοσίας, ήτις εγένετο απαρχή εις ημάς πρόξενος ελευθερίας και αποτινάξεως του τουρκικού ζυγού και ούτω εορτάζομεν τα ελευθέρια κατ’ έτος αναμιμνησκόμενοι τα σκληρά έτη της δουλείας. Επομένως, τοιαύτα καλλιτεχνικά έργα, όπως είναι η ανωτέρω περιγραφόμενη εικών, είναι ταύτα παραδειγματίζονται προς τα ιδανικά του γένους και της πατρίδος μας. Όθεν σπεύδουμε διά του παρόντος ημών εγγράφου να σας εκφράσουμε τα θερμά μας συγχαρητήρια διά την καλλιτεχνίαν σας και αρτιωτάτην επιτυχίαν της ορκοδοσίας και ούτω το όνομά σας θα διαλαλήται ανά τα πέρατα του κόσμου, λόγω των επισκεπτομένων την Μονήν κατ’ έτος, από πανταχόθεν. Διατελούμε μετ’ ευχών και εξαιρέτου εκτιμήσεως. Ο Ηγούμενος Βαρθολομαίος Βουρλούμης».

Πηγές

  • Μέλη της οικογένειας Κασόλα.
  • Βιβλίο «Μία Ταλαντούχα Οικογένεια από το Μεσολόγγι» του δασκάλου Αριστείδη Ξ. Καβάγια, που εκδόθηκε στο Μεσολόγγι το 1990 και αποτελεί έκδοση της εφημερίδας «Μεσολογγίτικα Χρονικά».

Παραπομπές

  1. Άλμα πάνω Αριστείδης Καβάγιας. «Ιερός Ναός Αγίου Παντελεήμονος Ι. Π. Μεσολογγίου». Ναός Αγ. Παντελεήμονος Ι. Π. Μεσολογγίου. Ανακτήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 2013.
  2. Άλμα πάνω «Ο Κήπος των Ηρώων». mesologgi.info. Ανακτήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 2013.

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1_%CE%9A%CE%B1%CF%83%CF%8C%CE%BB%CE%B1