Οι αρχαίοι Μακεδόνες και η γλώσσα τους #4 & ο πολιτιστικός σωβινισμός στην Αρχαία Ελλάδα


(συνέχεια από μέρος #3)

Μένει μόνο ένα τελευταίο θέμα για ανάλυση πριν περάσω στην γλωσσολογική ανάλυση: αυτό των ταυτοτήτων.

Ήταν ή δεν ήταν εθνοτικά Έλληνες οι Μακεδόνες;

Για να απαντήσουμε στην παραπάνω ερώτηση πρέπει πρώτα να καταλάβουμε ποιος ήταν Έλληνας σε κάθε περίοδο. Ο Θουκυδίδης ήταν ο πρώτος που παρατήρησε ότι στα ομηρικά έπη η ελληνική εθνοτική ταυτότητα δεν είχε ακόμα δημιουργηθεί μιας και Έλληνες είναι μόνον ένα μέρος των Μυρμιδόνων, ενώ για το ευρύτερο εκστρατευτικό σώμα χρησιμοποιούνται οι όροι Αχαιοί, Δαναοί και Αργείοι. Και αφού δεν υπήρχαν Έλληνες, συνεχίζει το συλλογισμό του ο Θουκύδίδης, δεν υπήρχαν ούτε βάρβαροι που είναι όσοι δεν είναι Έλληνες. Η σκέψη του Θουκυδίδη είναι μαθηματική: εάν δεν γνωρίζεις το χ τότε δεν γνωρίζεις ούτε το συμπλήρωμα (1-χ). Ειδικότερα, η σκέψη του είναι αντιθετική(oppositional) και τέτοια ήταν σύμφωνα με τον J.M. Hall η ελληνική εθνοτική ταυτότητα μετά τους Περσικούς πολέμους, όταν οι Πέρσες αναδείχθηκαν στον κατεξοχήν Βάρβαρο, δηλαδή στον κατεξοχήν «άλλο». Στο ίδιο χωρίο βέβαια, ο Θουκυδίδης περιγράφει και τη φύση της ελληνικής εθνοτικής ταυτότητας πριν από τον πόλεμο, την οποία ο J.M. Hall ονομάζει aggregative (ελπίζω να το μεταφράζω σωστά ως συναθροιστική). Αυτή η πρώτη φάση ξεκινάει λίγο μετά το 600 π.Χ. όταν τα διάφορα ελληνόφωνα φύλα αρχίζουν να επινοούν γενεαλογικούς μύθους που τους προσδίδουν συγγένεια, δηλαδή καταγωγή από κοινό πρόγονο. Η κορυφή της γενεαλογίας είναι ο γενάρχης Ἕλλην. Σε αυτήν την συναθροιστική φάση, για να είσαι εθνοτικά Έλληνας έπρεπε ν΄«αποδείξεις» ότι κατάγεσαι από τον μυθικό Ἕλληνα που κάποτε βασίλευε στην Φθία. Χρειάστηκε πολύς καιρός, γράφει ο Θουκυδίδης, μέχρι να εξαπλωθεί το όνομα Ἕλληνες σε όλους.

[1.3] Δηλοῖ δέ μοι καὶ τόδε τῶν παλαιῶν ἀσθένειαν οὐχ ἥκιστα· πρὸ γὰρ τῶν Τρωικῶν οὐδὲν φαίνεται πρότερον κοινῇ ἐργασαμένη ἡ Ἑλλάς· δοκεῖ δέ μοι, οὐδὲ τοὔνομα τοῦτο ξύμπασά πω εἶχεν, ἀλλὰ τὰ μὲν πρὸ Ἕλληνος τοῦ Δευκαλίωνος καὶ πάνυ οὐδὲ εἶναι ἡ ἐπίκλησις αὕτη, κατὰ ἔθνη δὲ ἄλλα τε καὶ τὸ Πελασγικὸν ἐπὶ πλεῖστον ἀφ’ ἑαυτῶν τὴν ἐπωνυμίαν παρέχεσθαι, Ἕλληνος δὲ καὶ τῶν παίδων αὐτοῦ ἐν τῇ Φθιώτιδι ἰσχυσάντων, καὶ ἐπαγομένων αὐτοὺς ἐπ’ ὠφελίᾳ ἐς τὰς ἄλλας πόλεις, καθ’ ἑκάστους μὲν ἤδη τῇ ὁμιλίᾳ μᾶλλον καλεῖσθαι Ἕλληνας, οὐ μέντοι πολλοῦ γε χρόνου [ἐδύνατο] καὶ ἅπασιν ἐκνικῆσαιτεκμηριοῖ δὲ μάλιστα Ὅμηρος· πολλῷ γὰρ ὕστερον ἔτι καὶ τῶν Τρωικῶν γενόμενος οὐδαμοῦ τοὺς ξύμπαντας ὠνόμασεν, οὐδ’ ἄλλους ἢ τοὺς μετ’ Ἀχιλλέως ἐκ τῆς Φθιώτιδος, οἵπερ καὶ πρῶτοι Ἕλληνες ἦσαν, Δαναοὺς δὲ ἐν τοῖς ἔπεσι καὶ Ἀργείους καὶ Ἀχαιοὺς ἀνακαλεῖ. οὐ μὴν οὐδὲ βαρβάρους εἴρηκε διὰ τὸ μηδὲ Ἕλληνάς πω, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, ἀντίπαλον ἐς ἓν ὄνομα ἀποκεκρίσθαιοἱ δ’ οὖν ὡς ἕκαστοι Ἕλληνες κατὰ πόλεις τε ὅσοι ἀλλήλων ξυνίεσαν καὶ ξύμπαντες ὕστερον κληθέντες οὐδὲν πρὸ τῶν Τρωικῶν δι’ ἀσθένειαν καὶ ἀμειξίαν ἀλλήλων ἁθρόοι ἔπραξαν.

Αυτά για την συνάθροιση. Ας δούμε τι γράφει ο μεγάλος ιστορικός και για την αντίθεση. Οι παλαιότεροι Έλληνες, μας πληροφορεί, δεν ήταν διαφορετικοί από τους σημερινούς βαρβάρους και αυτό φαίνεται από τα πιο «καθυστερημένα φύλα της ενδοχώρας («ἠπειρώται») που διατηρούν ακόμη βάρβαρες συνήθειες όπως η έλλειψη περιτειχισμένων οικισμών, η ληστρική συμπεριφορά και η σιδηροφορία (οπλοφορία) μέσα στην πόλη. Ο αθηναίος ιστορικός ήταν υπερήφανος που ο λαός του, ήταν ο πρώτος που εγκατέλειψε τη «βάρβαρη» σιδηροφορία και υιοθέτησε «τρυφερώτερα» ήθη.

[1.4-6] οἱ γὰρ Ἕλληνες τὸ πάλαι καὶ τῶν βαρβάρων οἵ τε ἐν τῇ ἠπείρῳ παραθαλάσσιοι καὶ ὅσοι νήσους εἶχον, ἐπειδὴ ἤρξαντο μᾶλλον περαιοῦσθαι ναυσὶν ἐπ’ ἀλλήλους, ἐτράποντο πρὸς λῃστείαν, ἡγουμένων ἀνδρῶν οὐ τῶν ἀδυναωτάτων κέρδους τοῦ σφετέρου αὐτῶν ἕνεκα καὶ τοῖς ἀσθενέσι τροφῆς, καὶ προσπίπτοντες πόλεσιν ἀτειχίστοις καὶ κατὰ κώμας οἰκουμέναις ἥρπαζον καὶ τὸν πλεῖστον τοῦ βίου ἐντεῦθεν ἐποιοῦντο, οὐκ ἔχοντός πω αἰσχύνην τούτου τοῦ ἔργου, φέροντος δέ τι καὶ δόξης μᾶλλον· δηλοῦσι δὲ τῶν τε ἠπειρωτῶν τινὲς ἔτι καὶ νῦν, οἷς κόσμος καλῶς τοῦτο δρᾶν, καὶ οἱ παλαιοὶ τῶν ποιητῶν τὰς πύστεις τῶν καταπλεόντων πανταχοῦ ὁμοίως ἐρωτῶντες εἰ λῃσταί εἰσιν, ὡς οὔτε ὧν πυνθάνονται ἀπαξιούντων τὸ ἔργον, οἷς τε ἐπιμελὲς εἴη εἰδέναι οὐκ ὀνειδιζόντων. ἐλῄζοντο δὲ καὶ κατ’ ἤπειρον ἀλλήλους. καὶ μέχρι τοῦδε πολλὰ τῆς Ἑλλάδος τῷ παλαιῷ τρόπῳ νέμεται περί τε Λοκροὺς τοὺς Ὀζόλας καὶ Αἰτωλοὺς καὶ Ἀκαρνᾶνας καὶ τὴν ταύτῃ ἤπειρον. τό τε σιδηροφορεῖσθαι τούτοις τοῖς ἠπειρώταις ἀπὸ τῆς παλαιᾶς λῃστείας ἐμμεμένηκεν· πᾶσα γὰρ ἡ Ἑλλὰς ἐσιδηροφόρει διὰ τὰς ἀφάρκτους τε οἰκήσεις καὶ οὐκ ἀσφαλεῖς παρ’ ἀλλήλους ἐφόδους, καὶ ξυνήθη τὴν δίαιταν μεθ’ ὅπλων ἐποιήσαντο ὥσπερ οἱ βάρβαροι. σημεῖον δ’ ἐστὶ ταῦτα τῆς Ἑλλάδος ἔτι οὕτω νεμόμενα τῶν ποτὲ καὶ ἐς πάντας ὁμοίων διαιτημάτων. Ἐν τοῖς πρῶτοι δὲ Ἀθηναῖοι τόν τε σίδηρον κατέθεντο καὶ ἀνειμένῃ τῇ διαίτῃ ἐς τὸ τρυφερώτερον μετέστησαν. καὶ οἱ πρεσβύτεροι αὐτοῖς τῶν εὐδαιμόνων διὰ τὸ ἁβροδίαιτον οὐ πολὺς χρόνος ἐπειδὴ χιτῶνάς τε λινοῦς ἐπαύσαντο φοροῦντες καὶ χρυσῶν τεττίγων ἐνέρσει κρωβύλον ἀναδούμενοι τῶν ἐν τῇ κεφαλῇ τριχῶν· ἀφ’ οὗ καὶ Ἰώνων τοὺς πρεσβυτέρους κατὰ τὸ ξυγγενὲς ἐπὶ πολὺ αὕτη ἡ σκευὴ κατέσχεν. μετρίᾳ δ’ αὖ ἐσθῆτι καὶ ἐς τὸν νῦν τρόπον πρῶτοι Λακεδαιμόνιοι ἐχρήσαντο καὶ ἐς τὰ ἄλλα πρὸς τοὺς πολλοὺς οἱ τὰ μείζω κεκτημένοι ἰσοδίαιτοι μάλιστα κατέστησαν. ἐγυμνώθησάν τε πρῶτοι καὶ ἐς τὸ φανερὸν ἀποδύντες λίπα μετὰ τοῦ γυμνάζεσθαι ἠλείψαντο· τὸ δὲ πάλαι καὶ ἐν τῷ Ὀλυμπικῷ ἀγῶνι διαζώματα ἔχοντες περὶ τὰ αἰδοῖα οἱ ἀθληταὶ ἠγωνίζοντο, καὶ οὐ πολλὰ ἔτη ἐπειδὴ πέπαυται. ἔτι δὲ καὶ ἐν τοῖς βαρβάροις ἔστιν οἷς νῦν, καὶ μάλιστα τοῖς Ἀσιανοῖς, πυγμῆς καὶ πάλης ἆθλα τίθεται, καὶ διεζωμένοι τοῦτο δρῶσιν. πολλὰ δ’ ἂν καὶ ἄλλα τις ἀποδείξειε τὸ παλαιὸν Ἑλληνικὸν ὁμοιότροπα τῷ νῦν βαρβαρικῷ διαιτώμενον.

Σε αυτόν τον αντιθετικό ορισμό της ελληνικότητος, για να γίνει κάποιος Έλλην πρέπει να υιοθετήσει ορισμένα στοιχεία, όπως λ.χ. να ζει σε περιτειχισμένους οικισμούς, να μην οπλοφορεί εντός της πόλεως, να μην ζει ληστρικά κλπ. Αυτά τα αντικειμενικά κριτήρια, σύμφωνα με το Θουκυδίδη, ξεχώριζαν τους Έλληνες της εποχής του από τους βάρβαρους. Οι παλαιότεροι όμως Έλληνες που δεν είχαν αναπτύξει ακόμα αυτά τα χαρακτηριστικά ήταν «ὁμοιότροποι» των βαρβάρων. Το ίδιο ίσχυε με τους πολιτισμικά καθυστερημένους «ηπειρώτες» όπως τους Λοκρούς, τους Αιτωλούς και τους Ακαρνάνες οι οποίοι διατηρούσαν ακόμη πολλά ήθη που στα μάτια του Θουκυδίδη ήταν βάρβαρα.

Παραθέσω και μια σελίδα για τις έννοιες aggregative και oppositional του Hall:

Hall aggr-opp

Σύμφωνα με τον Hall λοιπόν, από την εξάδα κριτηρίων εθνοτικότητας του Anthony D. Smith, τα βασικότερα κατά την συναθροιστική φάση της ελληνικότητας ήταν η κοινή καταγωγή και ο κοινός τόπος κατοικίας. Η αντιθετική ελληνικότητα από την άλλη, αν και ξεκίνησε με εθνοτικά κριτήρια, γρήγορα απέκτησε πολιτισμικά κριτήρια ορισμού.

Η γενεαλογία του Έλληνος ήταν η εξής. Ο «πρώτος» άνθρωπος Δευκαλίωνέκανε με την «πρώτη» γυναίκα Πύρρα έναν γιο και δύο κόρες. Ο γιος ήταν ο Έλλην, ενώ οι κόρες ήταν η Θυία και η Πανδώρα. Ο Έλλην έκανε με την Ορσηίδα τρείς γιους: τον Αίολο, τον Δώρο και τον Ξούθο. Από τον τελευταίο προέκυψαν δυο γιοι: ο Ίων και ο Αχαιός. Οι αδελφές του Έλληνα ζευγαρώνοντας με τον Δία απέκτησαν η Θυία τους Μάγνητα και Μακηδόνα, η δε Πανδώρα τον Γραικό. Ο τελευταίος ήταν ο μυθικός γενάρχης των Ηπειρωτών.

Σωστά ο Hall παρατηρεί ότι Έλληνες σε αυτήν την γενεαλογία είναι μόνον τα ιστορικά φύλα των οποίων ο μυθικός γενάρχης ήταν γιος του Έλληνα. Με άλλα λόγια, οι Μακεδόνες, οι Μάγνητες, οι Ηπειρώτες και ένα σωρό άλλα φύλα που δεν αναφέρονται (Αρκάδες, Αιτωλοί κλπ) δεν θεωρούνταν (ή δεν επιθυμούσαν να είναι) Έλληνες όταν πρωτοκυκλοφόρησε η μυθική αυτή γενεαολογία γύρω στο 600 π.Χ. !!!

Το άλλο στοιχείο που παρατηρεί ο Hall είναι ότι οι Αιολείς και οι Δωριείς θεωρούνταν κατά κάποιο τρόπο περισσότερο Έλληνες απ΄ότι οι Ίωνες και οι Αχαιοί, διότι οι επώνυμοι των πρώτων έχουν άμεση συγγένεια με τον Έλληνα, ενω των δευτέρων έμμεση (μέσω του Ξούθου).

Το κοινό στοιχείο των Αιολέων και των Δωριεών είναι ότι είχαν σαν κοιτίδα την Θεσσαλία, ενώ το κοινό στοιχείο των Ιώνων και των Αχαιών ήταν ότι είχαν σαν κοιτίδα την Πελοπόννησο (άσχετα αν στην πραγματικότητα οι ιστορικοί Αχαιοί ήταν έπηλυ φύλο που απλώς οικειοποιήθηκε το ομηρικό όνομα «Αχαιοί»). Αυτή η  ιεράρχηση των δύο θεσσαλογενών φύλων σε υψηλότερο βαθμό από εκείνον των πελοποννησογενών, αλλά και ο αποκλεισμός των θεσσαλικών περιοίκων από την ελληνική γενεαλογία, ώθησε τον Hall να υποθέσει ότι οι Θεσσαλοί έπαιξαν κάποιο ρόλο στην δημιουργία και διάχυση αυτού του γενεαλογικού μύθου. Η ελληνική εθνοτική ταυτότητα πρωτοεμφανίζεται σε μια εποχή όπου οι Θεσσαλοί είναι το ισχυρότερο φύλο του ηπειρωτικού ελλαδικού χώρου και όχι μόνον ελέγχουν την Δελφική αμφικτυονία, αλλά και εμφανίζονται συχνά εκείνη την περίοδο σαν ολυμπιονίκες στην Ολυμπία. Με άλλα λόγια, έχουν μια ισχυρή παρουσία και στα δύο πανελλήνια ιερά και, κατά συνέπεια, είναι σε θέση να επιβάλλουν μια ευνοϊκή γι΄αυτούς γενεαλογία. Ο αποκλεισμός των περίοικων προφανώς έγινε διότι έπρεπε να δικαιολογηθεί η κατώτερή τους τάξη μιας και τα κατεκτημένα προθεσσαλικά ετεο-αιολικά φύλα της Θεσσαλίας ήταν στην κατάσταση των Πενεστών, το θεσσαλικό ανάλογο των Ειλώτων της Λακωνίας.

Παραθέτω τις σελίδες του Hall όπου εξηγεί τα παραπάνω:

Hall rank excl

Hall Mag-Mak

Όπως γράφει ο Hall, ο Ελλάνικος προσπάθησε στο δεύτερο μισό του 5ου π.Χ. αιώνα να διορθώσει την κατάσταση προσθέτοντας την κόρη του Έλληνα Ξενοπάτρα, σαν μητέρα των «ξεχασμένων» Ελλήνων, ενώ μετέφερε τον Μακεδόνα (και μάλλον και τον Μάγνητα) στο γένος του Αιόλου. Οι αλλαγές του δεν είχαν ιδιαίτερο αντίκτυπο διότι στα χρόνια του είχε ήδη γίνει η μετάβαση από την συναθροιστική στην αντιθετική φάση της ελληνικότητας. Πλέον για τον ορισμό της ελληνικότητας, δεν είχε σημασία η μυθική καταγωγή από τον Έλληνα, όσο είχε η υιοθέτηση της αθηναϊκής «κουλτούρας», όπως θα γράψει αργότερα ο Ισοκράτης στον Πανηγυρικό του:

[50] τοσοῦτον δ᾽ ἀπολέλοιπεν ἡ πόλις ἡμῶν περὶ τὸ φρονεῖν καὶ λέγειν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ὥσθ᾽ οἱ ταύτης μαθηταὶ τῶν ἄλλων διδάσκαλοι γεγόνασι, καὶ τὸ τῶν Ἑλλήνων ὄνομα πεποίηκε μηκέτι τοῦ γένους ἀλλὰ τῆς διανοίας δοκεῖν εἶναι, καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας ἢ τοὺς τῆς κοινῆς φύσεως μετέχοντας.

Σωστά, οι περισσότεροι μελετητές σήμερα διαβάζουν το παραπάνω χωρίο του Ισοκράτη όχι σαν προσπάθεια επέκτασης της ελληνικής ταυτότητας στους βαρβάρους, αλλά σαν σωβινιστική συρρίκνωση της αποκλειστικά στους έχοντες αθηναϊκή κουλτούρα. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να έχεις ελληνική καταγωγή για να είσαι Έλληνας, αλλά πρέπει να κατέχεις και αθηναϊκή παιδεία. Παραθέτω την ανάλυση του χωρίου από την Susanne Said:

σελ. 282 του κεφαλαίου της “The Discourse of Identity in Greek Rhetoric from Isocrates to Aristides” στο βιβλίο Ancient Perceptions of Greek Ethnicity (ed. Irad Malkin, Harvard University Press, 2001)

Last but not least, Greek identity might be inferred from Athenian identity, as is suggested by the famous sentence of Panegyricus 50: because of the cultural superiority of Athens, “the name of ‘Greek’ does not seem to indicate a common descent (genos) any longer but rather a frame of mind (dianoia). Therefore one calls ‘Greeks’ those who share our culture (paideia) rather than those who share a common nature (phusis).” This has been considered “the first and best statement of a cultural definition of Hellenism” (Trèdè, 1991). First, Isocrates does not completely abandon an earlier definition of Greek ethnicity based on a common myth of origin but rather proposes as an opinion (“seem”) an alternative definition. Second, it is not only a step in the direction of a more enlightened and more open definition but also an expression of Athenian chauvinism (Jünther 1923; Walbank 1951), since this is not an extension but a restriction of the notion of “Greek”. From now on, to be considered a Greek, it will not be enough to have Greek blood; one will also have had to have an Athenian education.

Έχοντας το παραπάνω γενικό πλαίσιο της διαμόρφωσης και εξέλιξης της ελληνικότητας ας δούμε εάν οι Μακεδόνες ταίριαζαν ή όχι.

Είδαμε ότι το ψευδο-ησιοδικό ποίημα που θέλει τους επωνύμους των Μακεδόνων και των Μαγνήτων ξαδέλφους του Έλληνα τους αποκλείει από το Ἐλληνικό γένος και πιο περίεργα από το αιολικό. Το λέω αυτό διότι αντίθετα με τους Μακεδόνες, οι Μάγνητες γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ήταν αιολικό φύλο,δηλαδή μιλούσε την αιολική διάλεκτο, όπως μαρτυρούν οι επιγραφές τους, ενώ ο Θεόπομπος αργότερα τους θεωρούσε μαζί με τους Περραιβούς σαν τους γνησιότερους Αιολείς και φυσικά Έλληνες όταν γράφει ότι ενώ οι Χίοι χρησιμοποιούσαν βάρβαρους για δούλους, οι Θεσσαλοί και οι Σπαρτιάτες είχαν υποδουλώσει τους ιθαγενείς ελληνικούς λαούς των περιοχών τους (Περραιβοί και Μάγνητες στην Θεσσαλία και Αχαιοί στη Λακωνία) τους οποίους αποκαλούσαν αντίστοιχα Πενέστες και Είλωτες.

Theopompus Penestai

Το ότι θεωρούνταν Αιολείς μας το ξεκαθαρίζει ο Ηρόδοτος όταν περιγράφει την Θεσσαλική κατάκτηση της Αιολίδος που ονομάστηκε Θεσσαλία:

[7.176] ἔδειμαν δὲ Φωκέες τὸ τεῖχος δείσαντες, ἐπεὶ Θεσσαλοὶ ἦλθον ἐκ Θεσπρωτῶν οἰκήσοντες γῆν τὴν Αἰολίδα τήν νῦν ἐκτέαται. ἅτε δὴ πειρωμένων τῶν Θεσσαλῶν καταστρέφεσθαι σφέας, τοῦτο προεφυλάξαντο οἱ Φωκέες, καὶ τὸ ὕδωρ τὸ θερμὸν τότε ἐπῆκαν ἐπὶ τὴν ἔσοδον, ὡς ἂν χαραδρωθείη ὁ χῶρος, πᾶν μηχανώμενοι ὅκως μή σφι ἐσβάλοιεν οἱ Θεσσαλοὶ ἐπὶ τὴν χώρην.

… σε ένα χωρίο που μπέρδεψε χρονολογικά τον Θεσσαλικό ερχομό στην Θεσσαλία και τον Θεσσαλικό επεκτατισμό του 60υ π.Χ. αιώνα όπου προσπάθησαν να κυριεύσουν τους Φωκείς, οι οποίοι έκτισαν το τείχος των Θερμοπυλών για να προστατευτούν.

Ο αποκλεισμός των Μαγνήτων από το Ἑλληνικόν γένος (που όπως έδειξα πιο πάνω κατά τον Hall ήταν έργο των Θεσσαλών) δεν μπορούσε να κρατήσει για πολύ. Στο κάτω κάτω, οι Μάγνητες αναφέρονται στην Ιλιάδα, ήταν ιδρυτικά μέλη της Αμφικτυονίας και οι περιοχή τους ήταν κατάμεστη με μύθους πασίγνωστους σε όλους τους Έλληνες (από την Ιωλκό ξεκίνησαν οι Αργοναύτες, στο Πήλιο ζούσε ο κένταυρος Χείρων κλπ). Αλλά και τα άλλα παλαιά φύλα που αναφέρονται στην Ιλιάδα και που αρχικά δεν ανήκαν στο Ἑλληνικόν γένος με τον καιρό θεωρήθηκαν Έλληνες χωρίς να δημιουργήσουν γενεαλογικούς μύθους καταγωγής από τον Έλληνα. Έτσι οι Αρκάδες εισήλθαν στο Ἑλληνικόν χωρίς να απωλέσουν την «Πελασγική» τους ταυτότητα, προφανώς διότι τους προσέδιδε υπερηφάνεια το να αναγνωρίζονται σαν το παλαιότερο φύλο της Πελοποννήσου και -μαζί με τους Κυνούριους- το μόνο αυτόχθονο και Αχαϊκό. Οι Αιτωλοί συμμετέχουν στους Ολυμπιακούς αγώνες ήδη από τον 6ο αιώνα όπως μας πληοροφορεί ο Ηρόδοτος όταν περιγράφει τους υποψήφιους συζύγους της Αγαρίστης την οποία ο πατέρας της Κλεισθένης (τύραννος της Σικυώνος και παππούς του ομώνυμου Αθηναίου πατέρα της δημοκρατίας) ήθελε να δώσει στον «Ἑλλήνων ἀπάντων τὸν ἄριστον»:

[6.126-7] μετὰ δὲ γενεῇ δευτέρῃ ὕστερον Κλεισθένης αὐτὴν ὁ Σικυώνιος τύραννος ἐξήειρε, ὥστε πολλῷ ὀνομαστοτέρην γενέσθαι ἐν τοῖσι Ἕλλησι ἢ πρότερον ἦν. Κλεισθένεϊ γὰρ τῷ Ἀριστωνύμου τοῦ Μύρωνος τοῦ Ἀνδρέω γίνεται θυγάτηρ τῇ οὔνομα ἦν Ἀγαρίστη. ταύτην ἠθέλησε, Ἑλλήνων ἁπάντων ἐξευρὼν τὸν ἄριστον, τούτῳ γυναῖκα προσθεῖναι. Ὀλυμπίων ὦν ἐόντων καὶ νικῶν ἐν αὐτοῖσι τεθρίππῳ ὁ Κλεισθένης κήρυγμα ἐποιήσατο, ὅστις Ἑλλήνων ἑωυτὸν ἀξιοῖ Κλεισθένεος γαμβρὸν γενέσθαι, ἥκειν ἐς ἑξηκοστὴν ἡμέρην ἢ καὶ πρότερον ἐς Σικυῶνα, ὡς κυρώσοντος Κλεισθένεος τὸν γάμον ἐν ἐνιαυτῷ, ἀπὸ τῆς ἑξηκοστῆς ἀρξαμένου ἡμέρης. ἐνθαῦτα Ἑλλήνων ὅσοι σφίσι τε αὐτοῖσι ἦσαν καὶ πάτρῃ ἐξωγκωμένοι, ἐφοίτεον μνηστῆρες: τοῖσι Κλεισθένης καὶ δρόμον καὶ παλαίστρην ποιησάμενος ἐπ᾽ αὐτῷ τούτῳ εἶχε.

ἀπὸ μὲν δὴ Ἰταλίης ἦλθε Σμινδυρίδης ὁ Ἱπποκράτεος Συβαρίτης, ὃς ἐπὶ πλεῖστον δὴ χλιδῆς εἷς ἀνὴρ ἀπίκετο (ἡ δὲ Σύβαρις ἤκμαζε τοῦτον τὸν χρόνον μάλιστα), καὶ Σιρίτης Δάμασος Ἀμύριος τοῦ σοφοῦ λεγομένου παῖς. οὗτοι μὲν ἀπὸ Ἰταλίης ἦλθον, ἐκ δὲ τοῦ κόλπου τοῦ Ἰονίου Ἀμφίμνηστος Ἐπιστρόφου Ἐπιδάμνιος: οὗτος δὲ ἐκ τοῦ Ἰονίου κόλπου. Αἰτωλὸς δὲ ἦλθε Τιτόρμου τοῦ ὑπερφύντος τε Ἕλληνας ἰσχύι καὶ φυγόντος ἀνθρώπους ἐς τὰς ἐσχατιὰς τῆς Αἰτωλίδος χώρης, τούτου τοῦ Τιτόρμου ἀδελφεὸς Μάλης. ἀπὸ δὲ Πελοποννήσου Φείδωνος τοῦ Ἀργείων τυράννου παῖς Λεωκήδης, Φείδωνος δὲ τοῦ τὰ μέτρα ποιήσαντος Πελοποννησίοισι καὶ ὑβρίσαντος μέγιστα δὴ Ἑλλήνων πάντων, ὃς ἐξαναστήσας τοὺς Ἠλείων ἀγωνοθέτας αὐτὸς τὸν ἐν Ὀλυμπίῃ ἀγῶνα ἔθηκε: τούτου τε δὴ παῖς καὶ Ἀμίαντος Λυκούργου Ἀρκὰς ἐκ Τραπεζοῦντος, καὶ Ἀζὴν ἐκ Παίου πόλιος Λαφάνης Εὐφορίωνος τοῦ δεξαμένου τε, ὡς λόγος ἐν Ἀρκαδίῃ λέγεται, τοὺς Διοσκούρους οἰκίοισι καὶ ἀπὸ τούτου ξεινοδοκέοντος πάντας ἀνθρώπους, καὶ Ἠλεῖος Ὀνόμαστος Ἀγαίου. οὗτοι μὲν δὴ ἐξ αὐτῆς Πελοποννήσου ἦλθον, ἐκ δὲ Ἀθηνέων ἀπίκοντο Μεγακλέης τε ὁ Ἀλκμέωνος τούτου τοῦ παρὰ Κροῖσον ἀπικομένου, καὶ ἄλλος Ἱπποκλείδης Τισάνδρου, πλούτῳ καὶ εἴδεϊ προφέρων Ἀθηναίων. ἀπὸ δὲ Ἐρετρίης ἀνθεύσης τοῦτον τὸν χρόνον Λυσανίης: οὗτος δὲ ἀπ᾽ Εὐβοίης μοῦνος. ἐκ δὲ Θεσσαλίης ἦλθε τῶν Σκοπαδέων Διακτορίδης Κραννώνιος, ἐκ δὲ Μολοσσῶν Ἄλκων.

Βλέπουμε δηλαδή ότι στο κάλεσμα του Κλεισθένη προς όποιον Έλληνα πίστευε ότι ήταν άξιος να γίνει γαμβρός του («ὅστις Ἑλλήνων ἑωυτὸν ἀξιοῖ Κλεισθένεος γαμβρὸν γενέσθαι») και στον διαγωνισμό που ακολούθησε ώστε ο Κλεισθένης «Ἑλλήνων ἁπάντων ἐξευρὼν τὸν ἄριστον» εμφανίστηκαν συν τοις άλλοις ο Αιτωλός Μάλης αδελφός του Τιτόρμου που ξεπερνούσε όλους τους Έλληνες σε δύναμη (προφανώς κέρδισε σε κάποιο πανελλήνιο αγώνισμα στο οποίο συμμετείχε), οι Αρκάδες Αμίαντος και Λαφάνης, αλλά και «ἐκ δὲ Μολοσσῶν Ἄλκων». Με άλλα λόγια, προς τα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα, η μυθική γενεαλογική καταγωγή από τον Έλληνα είχε πάψει να θεωρείται κριτήριο Ελληνικότητος. Η οικειότης των Αρκάδων και των Αιτωλών αρκούσαν για να θεωρηθούν και οι δύο Έλληνες.Η συμμετοχή των Μολοσσών στον πανελλήνιο αυτό διαγωνισμό είναι σημαντική τόσο για την εθνοτική ταυτότητα των Ηπειρωτών όσο και γι΄αυτήν των μετέπειτα  Άνω Μακεδόνων που, όπως έδειξα σε προηγούμενη ανάρτηση, θεωρούνταν Ηπειρώτες από τον Στράβωνα, Μολοσσοί από τον Εκαταίο και, κάποιοι από αυτούς, όπως οι Ορέστες, ήταν μέλη του Κοινού των Μολοσσών πριν προσαρτηθούν πολιτικά στην Μακεδονία.

Η ταυτότητα των Ηπειρωτών έχει επίσης ενδιαφέρον, διότι μας βοηθάει να ξεδιαλύνουμε το πρόβλημα της Μακεδονικής ταυτότητας. Είπα πιο πάνω ότι μυθικός γεννάρχης τους ήταν ο διογενής ξάδελφος του Έλληνα , o μενεχάρμηςΓραικός, ο επώνυμος των Γραικών που κάποτε κατοικούσαν στην Δωδώνη. Το όνομα του ασήμαντου αυτού φύλου κατέληξε να είναι το γενικό όνομα όλων των Ελλήνων στην Ιταλία (Graeci). Η πειστικότερη εξήγηση αυτού του μυστηρίου που βρήκα είναι αυτή που παραθέτουν ο Leonard Palmer και Irad Malkin. Ζώντας κάποτε στη Δωδώνη, οι Γραικοί ήταν το πιο γνωστό Ηπειρωτικό φύλοΌταν οι Ιλλυριοί έγιναν βόρειοι γείτονες των Ηπειρωτών υιοθέτησαν το όνομα «Γραικοί» σαν γενικό χαρακτηρισμό για όλους τους Έλληνες, όπως ακριβώς οι Πέρσες υιοθέτησαν το όνομα Yauna («Ίωνες») σαν γενικό εθνωνύμιο των Ελλήνων. Όταν αργότερα οι Μεσσάπιοι, διέσχισαν την Αδριατική και εγκαταστάθηκαν στο τακούνι της Ιταλίας, έφεραν μαζί τους το όνομα «Γραικοί» για τους Έλληνες, το οποίο με τον καιρό διαχύθηκε σε όλη την Ιταλία και έδωσε το λατινικό Graeci.

Graikos Italy

Το αστείο όμως είναι ότι, σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, οι Ηπειρώτες ήταν βάρβαροι και η γλώσσα τους δεν ήταν καν ελληνική!

Ας δούμε τα χωρία του Θουκυδίδη:

[2.68] κατὰ δὲ τοὺς αὐτοὺς χρόνους, τοῦ θέρους τελευτῶντος, καὶ Ἀμπρακιῶται αὐτοί τε καὶ τῶν βαρβάρων πολλοὺς ἀναστήσαντεςἐστράτευσαν ἐπ᾽ Ἄργος τὸ Ἀμφιλοχικὸν καὶ τὴν ἄλλην Ἀμφιλοχίαν. ἔχθρα δὲ πρὸς τοὺς Ἀργείους ἀπὸ τοῦδε αὐτοῖς ἤρξατο πρῶτον γενέσθαι. Ἄργος τὸ Ἀμφιλοχικὸν καὶ Ἀμφιλοχίαν τὴν ἄλλην ἔκτισε μὲν μετὰ τὰ Τρωικὰ οἴκαδε ἀναχωρήσας καὶ οὐκ ἀρεσκόμενος τῇ ἐν Ἄργει καταστάσει Ἀμφίλοχος ὁ Ἀμφιάρεω ἐν τῷ Ἀμπρακικῷ κόλπῳ, ὁμώνυμον τῇ ἑαυτοῦ πατρίδι Ἄργος ὀνομάσας (καὶ ἦν ἡ πόλις αὕτη μεγίστη τῆς Ἀμφιλοχίας καὶ τοὺς δυνατωτάτους εἶχεν οἰκήτορας) ὑπὸ ξυμφορῶν δὲ πολλαῖς γενεαῖς ὕστερον πιεζόμενοι Ἀμπρακιώτας ὁμόρους ὄντας τῇ Ἀμφιλοχικῇ ξυνοίκους ἐπηγάγοντο, καὶ ἡλληνίσθησαν τὴν νῦν γλῶσσαν τότε πρῶτον ἀπὸ τῶν Ἀμπρακιωτῶν ξυνοικησάντων: οἱ δὲ ἄλλοι Ἀμφίλοχοι βάρβαροί εἰσιν. ἐκβάλλουσιν οὖν τοὺς Ἀργείους οἱ Ἀμπρακιῶται χρόνῳ καὶ αὐτοὶ ἴσχουσι τὴν πόλιν. οἱ δ᾽ Ἀμφίλοχοι γενομένου τούτου διδόασιν ἑαυτοὺς Ἀκαρνᾶσι, καὶ προσπαρακαλέσαντες ἀμφότεροι Ἀθηναίους, οἳ αὐτοῖς Φορμίωνά τε στρατηγὸν ἔπεμψαν καὶ ναῦς τριάκοντα, ἀφικομένου [δὲ] τοῦ Φορμίωνος αἱροῦσι κατὰ κράτος Ἄργος καὶ τοὺς Ἀμπρακιώτας ἠνδραπόδισαν, κοινῇ τε ᾤκισαν αὐτὸ Ἀμφίλοχοι καὶ Ἀκαρνᾶνες. μετὰ δὲ τοῦτο ἡ ξυμμαχία πρῶτον ἐγένετο Ἀθηναίοις καὶ Ἀκαρνᾶσιν. οἱ δὲ Ἀμπρακιῶται τὴν μὲν ἔχθραν ἐς τοὺς Ἀργείους ἀπὸ τοῦ ἀνδραποδισμοῦ σφῶν αὐτῶν πρῶτον ἐποιήσαντο, ὕστερον δὲ ἐν τῷ πολέμῳ τήνδε τὴν στρατείαν ποιοῦνται αὑτῶν τε καὶ Χαόνων καὶ ἄλλων τινῶν τῶν πλησιοχώρων βαρβάρων: ἐλθόντες τε πρὸς τὸ Ἄργος τῆς μὲν χώρας ἐκράτουν, τὴν δὲ πόλιν ὡς οὐκ ἐδύναντο ἑλεῖν προσβαλόντες, ἀπεχώρησαν ἐπ᾽ οἴκου καὶ διελύθησαν κατὰ ἔθνη. τοσαῦτα μὲν ἐν τῷ θέρει ἐγένετο.

Δηλαδή, το Αμφιλοχικόν Άργος ιδρύθηκε από τον μυθικό νοστήσαντα Αμφίλοχο, αλλά η γλώσσα του πληθυσμού δεν ήταν ελληνική μέχρι που αιώνες αργότερα δέχθηκαν σαν σύνοικους τους γειτονικούς Αμβρακιώτες (που μιλούσαν τα δωρικά της Κορίνθου) «καὶ ἡλληνίσθησαν τὴν νῦν γλῶσσαν τότε πρῶτον ἀπὸ τῶν Ἀμπρακιωτῶν ξυνοικησάντων: οἱ δὲ ἄλλοι Ἀμφίλοχοι βάρβαροί εἰσιν». Παρακάτω, ο Θουκυδίδης χαρακτηρίζει τους Χάονες και τα άλλα πλησιόχωρα φύλα βάρβαρα.

[2.80] καὶ αὐτῷ παρῆσαν Ἑλλήνων μὲν Ἀμπρακιῶται καὶ Λευκάδιοι καὶ Ἀνακτόριοι καὶ οὓς αὐτὸς ἔχων ἦλθε χίλιοι Πελοποννησίων, βάρβαροι δὲ Χάονεςχίλιοι ἀβασίλευτοι, ὧν ἡγοῦντο ἐπετησίῳ προστατείᾳ ἐκ τοῦ ἀρχικοῦ γένους Φώτιος καὶ Νικάνωρ. ξυνεστρατεύοντο δὲ μετὰ Χαόνων καὶ Θεσπρωτοὶ ἀβασίλευτοι. Μολοσσοὺς δὲ ἦγε καὶ Ἀτιντᾶνας Σαβύλινθος ἐπίτροπος ὢν Θάρυπος τοῦ βασιλέως ἔτι παιδὸς ὄντος, καὶ Παραυαίους Ὄροιδος βασιλεύων. Ὀρέσται δὲ χίλιοι, ὧν ἐβασίλευεν Ἀντίοχος, μετὰ Παραυαίων ξυνεστρατεύοντο Ὀροίδῳ Ἀντιόχου ἐπιτρέψαντος.  ἔπεμψε δὲ καὶ Περδίκκας κρύφα τῶν Ἀθηναίων χιλίους Μακεδόνων, οἳ ὕστερον ἦλθον.

Εδώ ο Θουκυδίδης περιγράφει μία σύρραξη που έγινε στην Ακαρνανία και χωρίζει τα δύο στρατόπεδα σε Έλληνες και βαρβάρους (Ἑλλήνων μὲν … βάρβαροι δὲ). Οι βάρβαροι είναι οι αβασίλευτοι Χάονες με ηγέτες τους εκλεγμένους για εκείνο το έτος προστάτες Φώτιο και Νικάνορα και μαζί τους, οι επίσης αβασίλευτοι Θεσπρωτοί, οι Μολοσσοί και οι Ατιντάνες με ηγέτη τον Σαβύλινθο, που ήταν επίτροπος του ανήλικου ακόμα Θάρυπος, οι Παραυαίοι με βασιλιά τον Όροιδο, οι Ορέστες με βασιλιά τον Αντίοχο, ο οποίος όμως ανέθεσε την ηγεσία τους στον Όροιδο και, τέλος, οι Μακεδόνες που έστειλε ο Περδίκκας, οι οποίοι όμως έφτασαν μετά την μάχη.

Το πρώτο πράγμα που παρατηρούμε γι΄αυτούς τους «βαρβάρους» είναι ότι έχουν ελληνικότατα ονόματα: τα Φώτιος, Νικάνωρ και Αντίοχος δεν χρειάζονται καμία ανάλυση. Το Περδίκκας κατά πάσα πιθανότητα είναι υποκοριστική διαλεκτική μακεδονική μορφή του *Περι-δίκαιος (λ.χ. μακεδ. Πτολεμαῖος > Πτολέμμας/Πτολεμμᾶς και, στην Σπάρτη όπου το όνομα Περικλῆς απαντά ως Περκλῆς απαντά η μορφή Περδικίας), ενώ μια πιο απλή (αλλά κατά τη γνώμη μου λιγότερο πιθανή) ετυμολογία είναι το ορνιθωνύμιο πέρδιξ (λ.χ. νεοελλην. «περπατάει καμαρωτά σαν πέρδικα», «γερός σαν περδίκι» κλπ.), το Ὄροιδοςφαίνεται να έχει σαν πρώτο μόρφημα την διαλεκτική ποικιλία ὀροι– (<*ὁροσ-ι- με κανονική απώλεια του μεσοφωνηεντικού /σ/) της ρίζας ὀρει-/ὀρεσ-ι- (λ.χ. *ὀρεσ-(ι)-νός > ὀρεινός, *ὀρεσ-ί-της > ὀρείτης, Ὀρέσ-της, ὀρεσ-ί-τροφος κλπ), ενώ το Σαβύλινθος, όποια και αν είναι η ετυμολογία του (σάβυττος😉 ανήκει σε μια ευρύτερη κατηγορία ονομάτων με θέμα Σαβυ- που απαντούν σε όλο τον ελλαδικό χώρο.

Oroidos

Τα Φώτιος και Αντίοχος επιπρόσθετα (*bheh2es- > φᾶος ~ φῶς: Φώτιος, *weg’h-> ὄχος: Ἀντίοχος) δείχνουν την τυπική ελληνική τροπή ΠΙΕ *{bh,dh,gh}> {ph,th,kh} που ξεχωρίζει την ελληνική γλώσσα από όλες τις άλλες.

Όπως γράφει ο Irad Malkin,  τα παραπάνω φύλα θεωρούνται βάρβαρα από τον Θουκυδίδη όχι επειδή δεν ήταν ελληνόφωνα, αλλά επειδή ήταν «ὁμοιότροπα τῷ νῦν βαρβαρικῷ δαιτόμενα», όπως «τὸ παλαιόν Ἑλληνικόν» που ανέφερα στην αρχή της ανάρτησης. Οι Έλληνες της κλασσικής περιόδου κατοικούσαν σε περιτοιχισμένες αυτόνομες πολεις-κράτη και είχαν πάψει προ πολλού να έχουν βασιλιάδες. Οι Ηπειρώτες δεν είχαν καν περιτοιχισμένους μόνιμους οικισμούς και πολλά φύλα είχαν ακόμη βασιλείς (αν και οι Θεσπρωτοι και οι Χάονες είδαμε ότι ήταν αβασίλευτοι), ενώ στην (κάτω) Μακεδονία που υπήρχαν περιτοιχισμένες πόλεις, αυτές δεν ήταν αυτόνομες, αλλά διοικούνταν από τον Μακεδόνα βασιλιά (αργότερα οι Αντιγονίδες θα δώσουν σχετική αυτονομία στις Μακεδονικές πόλεις, τουλάχιστον σε θέματα που δεν εμπλέκονταν με την εξωτερική μακεδονική πολιτική).

Thucyd Epirotes

Το μόνο που μένει να εξηγήσουμε είναι γιατί αν αυτά τα «βάρβαρα» φύλα ήταν ελληνόφωνα, ο Θουκυδίδης δεν αναγνωρίζει την ελληνοφωνία τους. Εδώ ήταν προϊόν συμπτώσεως ότι ο ιστορικός ήταν Αθηναίος και όπως ο ίδιος αναφέρει η βορειοδυτική διάλεκτος των «ὡμοφάγων καὶ οῖκούντων κατὰ κώμας ἀτειχίστους» Αιτωλών του ήταν η πιο ακαταλαβίστικη («ἀγνωστότατοι δὲ γλῶσσαν»):

[3.94] τὸ γὰρ ἔθνος μέγα μὲν εἶναι τὸ τῶν Αἰτωλῶν καὶ μάχιμον, οἰκοῦν δὲ κατὰ κώμας ἀτειχίστους, καὶ ταύτας διὰ πολλοῦ, καὶ σκευῇ ψιλῇ χρώμενον οὐ χαλεπὸν ἀπέφαινον, πρὶν ξυμβοηθῆσαι, καταστραφῆναι. ἐπιχειρεῖν δ᾽ ἐκέλευον πρῶτον μὲν Ἀποδωτοῖς, ἔπειτα δὲ Ὀφιονεῦσι καὶ μετὰ τούτους Εὐρυτᾶσιν, ὅπερ μέγιστον μέρος ἐστὶ τῶν Αἰτωλῶν, ἀγνωστότατοι δὲ γλῶσσαν καὶ ὠμοφάγοι εἰσίν, ὡς λέγονται: τούτων γὰρ ληφθέντων ῥᾳδίως καὶ τἆλλα προσχωρήσειν.

Ο Πλάτων, αργότερα θα εκφράσει τον αθηναϊκό του γλωσσικό σωβινισμό στον Πρωταγόρα όταν θα πει για τον Πιττακό τον Λέσβιο, που μιλούσε την αιολική διάλεκτο της Σαπφούς και του Αλκαίου, ότι «Λέσβιος ὤν καὶἐν φωνῇ βαρβάρῳ τεθραμμένος».

[341c]

διὰ ταῦτ᾽ ἄρα καὶ μέμφεται, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ Πρόδικε, τὸν Πιττακὸν λέγοντα “χαλεπὸν ἐσθλὸν ἔμμεναι”, ὥσπερ ἂν εἰ ἤκουεν αὐτοῦ λέγοντος ὅτι ἐστὶν κακὸν “ἐσθλὸν ἔμμεναι”.

ἀλλὰ τί οἴει, ἔφη, λέγειν, ὦ Σώκρατες, Σιμωνίδην ἄλλο ἢ τοῦτο, καὶ ὀνειδίζειν τῷ Πιττακῷ ὅτι τὰ ὀνόματα οὐκ ἠπίστατο ὀρθῶς διαιρεῖν ἅτε Λέσβιος ὢν καὶ ἐν φωνῇ βαρβάρῳ τεθραμμένος;

ἀκούεις δή, ἔφην ἐγώ, ὦ Πρωταγόρα, Προδίκου τοῦδε.

Αν πάμε σε μη αθηναϊκές πηγές για να δούμε πως περιγράφεται η γλωσσική κατάσταση του δυτικού ελλαδικού χώρου θα βρούμε τους Αχαιούς της Αχαΐας (που, όπως και οι «βαρβαρόφωνοι» Ηλείοι, μιλούσαν μια βορειοδυτική ελληνική διάλεκτο όπως οι Αιτωλοακαρνανοί και οι Ηπειρώτες) να αναγνωρίζουν την ελληνοφωνία των Αιτωλών ως το μόνον ελληνικό τους στοιχείο, γιατί «έχουν μόνον την φωνή των Ελλήνων (άρα υπονοούν ότι τους λείπουν όλα τα άλλα που κάνουν τον Έλληνα), όπως έχουν μόνον την μορφή ανθρώπων. Τα ήθη τους είναι πιο βάρβαρα και από αυτά των βαρβάρων και πιο άγρια από αυτά των θηρίων»:

[Λίβιος 34.24.3-4] mare interiectum ab istis praedonibus non tuetur nos, T. Quincti; quid, si in media Peloponneso arcem sibi fecerint, futurum nobis est? linguam tantum Graecorum habent, sicut speciem hominum; moribus ritibusque efferatioribus quam ulli barbari, immo quam immanes beluae vivunt. itaque vos rogamus, Romani, ut et ab Nabide Argos reciperetis et ita res Graeciae constituatis, ut ab latrocinio quoque Aetolorum satis pacata haec 1 relinquatis.

They have only the tongue of Greeks, as they have only the shape of men; they live under rules and practices more savage than any barbarians, yes, than any wild beasts. Therefore we beg you, Romans, both to recover Argos from Nabis and to establish the affairs of Greece in such a way as to leave us well protected from the brigandage of the Aetolians as well.

Με άλλα λόγια, στο όλο «θάψιμο» των Αιτωλών στους Ρωμαίους, οι Αχαιοί δεν μπορούν να μην αναγνωρίσουν την ελληνοφωνία τους, αφού μιλούσαν πάνω κάτω την ίδια διαλέκτο. Αν το θάψιμο το έκανε Αθηναίος, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα αναγνώριζε ούτε την ελληνοφωνία τους.

(συνέχεια στο μέρος #5)

https://smerdaleos.wordpress.com/2014/03/06/%CE%BF%CE%B9-%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CE%B9-%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%B4%CF%8C%CE%BD%CE%B5%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9-%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83%CF%83%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85/