Μακεδονια – Αιμιλιος Παυλος και ο θριαμβος


ΚΕΦΑΛΑΙΟ   ΕΒΔΟΜΟ

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ

Ο Αιμίλιος Παύλος γεννήθηκε το 230 ή 229 π. Χ.. Προερχόταν από αριστοκρατική οικογένεια του οίκου των Αιμιλίων. Λέγεται πως ήταν ελληνικής καταγωγής και πως ο πρόγονός του Μάμερκος ήταν γιος του σοφού Πυθαγόρα και ονομάστηκε Αιμίλιος «δια την αιμυλία λόγου και χάριν». Ο Παύλος είχε τύχει καλής μόρφωσης, σύμφωνα με τη ρωμαϊκή και την ελληνική παιδεία κι αγαπούσε τον ελληνικό πολιτισμό. Από μικρός είχε εκπαιδευτεί και στα όπλα κι είχε διακριθεί και στον τομέα αυτό.

Το 194 ήταν ένας απ’ τους τρεις επιτρόπους που είχαν οριστεί για να επιστατήσουν στη θεμελίωση της αποικίας του Κρότωνα1. Δυο χρόνια αργότερα, εκλέχτηκε μαζί με τον Αιμίλιο Λέπιδο ιερέας των «Αυγούρων», επιστάτης και θεματοφύλακας της μαντικής τέχνης. Της τέχνης, που, μελετώντας τα πετάγματα των πουλιών κι εξετάζοντας τους καπνούς, τις φλόγες και τα άλλα θεϊκά σημάδια, έβγαζε τις διάφορες προφητείες και προέβλεπε τα μελλούμενα2.

Το 191 εκλέχτηκε πραίτορας και στάλθηκε στην Ισπανία, για να αντιμετωπίσει εξέγερση των εκεί πληθυσμών. Νικήθηκε στην αρχή στη μάχη της Λυκώνας κι έχασε 6 χιλιάδες άνδρες του. Αργότερα, όμως, νίκησε μεγάλη νίκη στον πόλεμο κατά του Αντιόχου του Γ’ και το όνομά του έγινε γνωστό3. Το 189 γύρισε στη Ρώμη κι έβαλε υποψηφιότητα για ύπατος. Προσπάθησε δυο-τρεις φορές να εκλεγεί σ’ αυτό το αξίωμα αλλά δεν τα κατάφερε. Το 182, όμως, εκλέχτηκε για πρώτη φορά. Η εκλογή του ικανοποίησε τόσο πολύ την πολύκαιρη και έμμονη επιθυμία του, που, ενθουσιασμένος για την επιτυχία του, μίλησε με πολλές φιλοφρονήσεις και κολακίες για το λαό της Ρώμης, ευχαριστώντας τον για την ψήφο του.

Το 181 στάλθηκε επικεφαλής στρατού και στόλου εναντίον των Λιγουριανών, οι οποίοι λυμαίνονταν τις θάλασσες, λήστευαν τα εμπορικά πλοία και λεηλατούσαν τις παραθαλάσσιες περιοχές. Τους νίκησε κι έκανε τον πρώτο του θρίαμβο στη Ρώμη4.

Όπως μας λέγει ο Πλούταρχος, παντρεύτηκε την Ποπιρία, την κόρη του υπάτου Ποπίριου Μάσωνα, με την οποία απόχτησε δυο γιους. Το Φάβιο και το Σκιπίωνα. Αργότερα, γύρω στο 181 χώρισε απ’ αυτήν και τα παιδιά του τα υιοθέτησαν άλλες οικογένειες. Το μεγαλύτερο τον υιοθέτησε η οικογένεια του Φάβιου Μάξιμου και το μικρότερο ο γιος του Σκιπίωνα του Αφρικανού, που ήταν και ξάδερφός του.

Η Ποπιρία ήταν νέα και όμορφη γυναίκα κι όταν την χώρισε ο Αιμίλιος πολλοί φίλοι του τον ρωτούσαν να τους πει, τι τον ανάγκασε να χωρίσει από μια τόσο ωραία και γόνιμη γυναίκα κι ορισμένοι μάλιστα τον συμβούλευαν να τα ξαναφτιάξει μαζί της. Ο Αιμίλιος τους μίλησε παραβολικά, δείχνοντάς τους ένα απ’ τα καινούργια του σανδάλια. «Βλέπετε», τους είπε, «το κοκκινόχρωμο αυτό σανδάλι; Δεν είναι καινούργιο; Δεν είναι καλοφτιαγμένο και όμορφο; Δεν είναι κομψό και ωραίο; Κι όμως δεν μπορώ να το φορέσω. Κάπου με χτυπάει. Ξέρει κανένας να μου πει πού;».

Ο Αιμίλιος, χωρίζοντας απ’ την Ποπιρία, ξαναπαντρεύτηκε. Κι απ’ το δεύτερο γάμο του απόχτησε δυο γιους και μια κόρη6.

Τα επόμενα χρόνια, ως το 168, απογοητευμένος απ’ τη δημαγωγία και την πολιτική διαφθορά, τα πέρασε ήσυχα στη Ρώμη, αφιερώνοντας αθόρυβα τον καιρό του στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών του, τα οποία προσπάθησε να τα αναθρέψει και να τα μορφώσει ελληνικά και ρωμαϊκά.

Όταν η ρωμαϊκή εκστρατεία κατά του Περσέα περιέπεσε σε στασιμότητα και ο πόλεμος χρόνιζε, οι Ρωμαίοι αναζήτησαν να βρουν ένα δυναμικό, έξυπνο και δοκιμασμένο στρατηγό και να τον στείλουν διοικητή των λεγεώνων τους στη Μακεδονία. Σαν πιο κατάλληλο βρήκαν τον Αιμίλιο Παύλο, στον οποίο και έκαναν τη σχετική πρόταση. Ο Αιμίλιος δεν δέχτηκε στην αρχή, γιατί θυμήθηκε τις πικρίες που δοκίμασε παλιότερα, όταν προσπαθούσε επί σειρά ετών να πείσει τους συμπατριώτες του να τον εκλέξουν ύπατο. Μπροστά στην επιμονή των φίλων του, όμως, αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να δεχτεί την πρότασή τους. Έτσι, εκλέχτηκε ύπατος για δεύτερη φορά το 168, μαζί με το Λικίνιο Κράσσο. Τούτη τη φορά η εκλογή του Αιμιλίου δεν έγινε με κλήρο αλλά ο λαός τον εξέλεξε ανοιχτά7.

Μετά την εκλογή του αυτή, ο μεγάλος στρατηγός δεν μίλησε με φιλοφρονήσεις στο λαό που τον εξέλεξε, όπως συνηθιζόταν κι όπως είχε κάνει στην πρώτη εκλογή, αλλά είπε αγέρωχα και ψυχρά:

«Την προηγούμενη φορά σας μίλησα φιλοφρονητικά, γιατί εγώ επεδίωκα να εκλεγώ ύπατος και προσπαθούσα με τα λόγια μου να σας πείσω. Εσείς πεισθήκατε και με εκλέξατε κι εγώ σας ευχαρίστησα. Τώρα όμως δεν νιώθω καμιά υποχρέωση για να σας κολακέψω γι’ αυτή σας την προτίμηση, γιατί τούτη τη φορά εγώ δεν σας ζήτησα τίποτε. Εσείς με εκλέξατε. Γι’ αυτό κι έχετε τώρα την υποχρέωση να μ’ ακούσετε και να εφαρμόσετε τα όσα θα σας πω και να κάμετε ό,τι σας υποδείξω. Αλλιώς βγάλτε άλλο στρατηγό»8.

Εκείνη τη μέρα της εκλογής, επιστρέφοντας στο σπίτι του, βρήκε τη μικρή του κόρη Τερτία, να κλαίει στην αυλή. Έσκυψε κοντά της και τη ρώτησε με καλοσύνη κι ενδιαφέρον γιατί κλαίει. Κι εκείνη, μέσα στα αναφιλητά της, του είπε ότι πέθανε το μικρό της σκυλάκι. Ο «Περσέας», όπως το έλεγε. Ο στρατηγός της χάιδεψε τα μαλλιά και με ύφος που έδειχνε πως ο νους του εκείνη τη στιγμή πετούσε μακριά, σ’ άλλον Περσέα, απάντησε: «Με το καλό παιδί μου, με το καλό. Αυτό το δέχομαι σαν καλό σημάδι». Το κοριτσάκι δεν κατάλαβε τίποτα απ’ τα λόγια του πατέρα του, αλλά σταμάτησε το κλάμα.

Ο στρατηγός έβαλε μπρος τις προετοιμασίες του για τη μεγάλη του αποστολή και την άνοιξη του 168 έφυγε απ’ τη Ρώμη. Σε 15 μέρες ήταν στη Μακεδονία αντιμέτωπος του Περσέα.

Στις 22 Ιουνίου κατανίκησε το βασιλιά «προ της Πύδνας» και κατέλυσε το κράτος των Μακεδόνων.

Αφού λεηλάτησε και την Ήπειρο, ο Αιμίλιος Παύλος έφτασε στις ακτές της κι απ’ την παραλιακή πόλη του Ορικού πέρασε στην Ιταλία τα τέλη του 167.

Το πλοίο του νικητή στρατηγού, μεγάλο και φανταχτερό, με 16 σειρές κουπιά, στολισμένο με πορφύρες, χρυσό και διάφορα φανταχτερά λάφυρα, όπως το περιγράφει ο Πλούταρχος9, σιγαρμένιζε στα ήσυχα νερά του Τίβερη, ενώ ο λαός, με περηφάνια και δέος, το παρακολουθούσε σύσσωμος απ’ τις όχθες.

Ο στρατός του, όμως, που είχε στο μάτι τα πλούτη του Περσέα και τα πλούσια λάφυρα όλων των άλλων πόλεων, δυσαρεστήθηκε, γιατί δεν πήρε όσα υπολόγιζε κι αρνούνταν να πάρει μέρος στο θρίαμβο που ετοίμαζε ο Αιμίλιος στη Ρώμη. Μάλιστα, ένας χιλίαρχος, ο Σέρβιος Γάλβας, άρχισε αθυρόστομα να αραδιάζει κατηγορίες εναντίον του. Για ώρες μιλούσε στο Καπιτώλιο, μπροστά στους δημάρχους και προσπαθούσε, ως αργά τη νύχτα, να ματαιώσει τον προετοιμαζόμενο θρίαμβο του νικητή στρατηγού, κατηγορώντας ανοιχτά τον Αιμίλιο.

Με το μέρος του Γάλβα πήγε κι όλος σχεδόν ο στρατός. Το πρωί –κι αφού ακούστηκαν πολλοί ομιλητές- έγινε ψηφοφορία κατά φυλές και η πρώτη φυλή ψήφισε εναντίον του θριάμβου. Ο λαός, όμως, που αρεσκόταν στα θεάματα κι ήθελε το θρίαμβο, θορυβήθηκε κι άρχισε να αντιδρά επικίνδυνα. Βιαστική η Σύγκλητος επενέβη και διέκοψε την ψηφοφορία, για να ακουστούν, όπως είπε κι άλλες απόψεις, πριν παρθεί η τελική απόφαση.

Πρώτος, μετά τη διακοπή της ψηφοφορίας, μίλησε ο Μάρκος Σερβίλιος, ο οποίος είχε πάρει μέρος στην εκστρατεία του Αιμιλίου και τάχθηκε υπέρ του θριάμβου. Ο Σερβίλιος, για να επαινέσει περισσότερο τον Αιμίλιο και να ψέξει τους απειθαρχούντες στρατιώτες του, άρχισε την ομιλία του με τα εξής λόγια: «Πόσο μεγάλες ηγετικές ικανότητες έδειξε ο Αιμίλιος το καταλαβαίνω τώρα που βλέπω με τι στρατό, γεμάτο απειθαρχία και κακία, έκαμε τόσα ωραία και μεγάλα κατορθώματα». Τελείωσε δε λέγοντας: «Δεν είναι φοβερό, όταν έφτασε προηγουμένως στην πόλη μας μια αβέβαιη φήμη για τη νίκη του Αιμιλίου, να τρέχετε να θυσιάζετε στους θεούς, παρακαλώντας τους να γίνει γρήγορα η φήμη πραγματικότητα και τώρα που ήρθε ο στρατηγός με την αληθινή νίκη, τώρα να στερείτε απ’ τους θεούς μεν την τιμή να τους ευχαριστήσετε, απ’ τον εαυτό σας δε τη χαρά της νίκης, λες και ή φοβόσαστε να δείτε με τα μάτια σας το μέγεθος των κατορθωμάτων του νικητή ή λυπάσθε τον εχθρό βασιλιά. Και θα ήταν καλύτερα να απαγορευτεί ο θρίαμβος από οίκτο προς τον Περσέα παρά από φθόνο εναντίον του στρατηγού».

Έτσι, με τα  λόγια του αυτά και επιδεικνύοντας τα τραυματά του στο λαό, κατάφερε να δώσει άλλη τροπή στα πράγματα. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας άλλαξε και αποφασίστηκε να γίνει τελικά ο θρίαμβος.

Στήθηκαν εξέδρες στα ιπποδρόμια, στην αγορά και σε κεντρικούς δρόμους, απ’ όπου ο λαός θα μπορούσε να παρακολουθήσει τις παρελάσεις.

Η μεγαλοπρεπής πομπή άρχισε στις 30 Νοεμβρίου 167 και κράτησε τρεις μέρες.

Aemilius_PaulusΤην πρώτη μέρα πέρασαν πάνω σε διακόσιες πενήντα άμαξες τα αγάλματα, τα έργα ζωγραφικής και οι κολοσσοί, που είχε φέρει ο Αιμίλιος απ’ την εκστρατεία του.

Τη δεύτερη μέρα πέρασαν τα πιο όμορφα μακεδονικά όπλα, που άστραφταν καθώς χτυπούσαν οι ακτίνες του ήλιου πάνω στον καλοδουλεμένο χαλκό και σίδερο. Τα λαμπρά αυτά όπλα, τοποθετημένα περίτεχνα κι ανάκατα πάνω στις άμαξες, χτυπούσαν μεταξύ τους καθώς τραντάζονταν στην πορεία τους οι άμαξες και ηχούσαν τον τρομαχτικό ήχο της μάχης.

Πίσω απ’ τις πολυάριθμες άμαξες ακολουθούσε μια φάλαγγα τριών χιλιάδων στρατιωτών, που έφερναν μέσα σε 750 αγγεία τα ασημένια μακεδονικά νομίσματα των λαφύρων. Το κάθε αγγείο περιείχε τρία τάλαντα. Σε κάθε τέσσερις στρατιώτες ο ένας κρατούσε αγγείο με νομίσματα και οι άλλοι λεπτοσκαλισμένα κύπελλα, καλοδουλεμένα δοχεία, εντυπωσιακούς αμφορείς, ασημοστόλιστα κέρατα κ.λ.π. κ.λ.π..

Την τρίτη μέρα, πρωί πρωί άρχισαν να περνούν οι σαλπιγκτές, σαλπίζοντας πολεμικά άσματα επίθεσης. Ακολουθούσαν 120 καλοθρεμένα βόδια, με χρυσάφι στα κέρατά τους, πολύτιμες ζώνες και χρυσοποίκιλτα στέμματα, οδηγούμενα από νέους και παιδιά, που κρατούσαν χρυσά και ασημένια κύπελλα για τις σπονδές. Κατόπιν έρχονταν εκείνοι που κρατούσαν τα 77 δοχεία με τα χρυσά νομίσματα. Το κάθε δοχείο περιείχε τρία τάλαντα. Πίσω τους ακολουθούσαν οι βαστάζοι, που μετέφεραν την ιερή φιάλη. Τη φιάλη αυτή την είχε κατασκευάσει ο Αιμίλιος από χρυσάφι αξίας δέκα ταλάντων κι ήταν στολισμένη με πολύτιμα πετράδια. Μετά έρχονταν άλλοι, κρατώντας; ονομαστά σκεύη, παλαιότερων μακεδόνων βασιλιάδων κι άλλα πολύτιμα αντικείμενα, τα οποία χρησιμοποιούσε ο Περσέας στα δείπνα του.

Ακολουθούσε το άρμα του Περσέα και πάνω σ’ αυτό άστραφτε το διάδημά του. Μετά έρχονταν τα παιδιά του Περσέα, με τους υπηρέτες τους και τους δασκάλους τους. Η παρουσία των παιδιών στην πορεία λύπησε το πλήθος των Ρωμαίων, λέγει ο Πλούταρχος.

Πίσω απ’ τα παιδιά του βάδιζε σιδεροδέσμιος ο Περσέας, ντυμένος στα σκούρα και περιστοιχισμένος απ’ τους συγγενείς του και άλλους ευγενείς αιχμαλώτους.

Ανάμεσα στους αιχμαλώτους υψηλής καταγωγής, που στόλιζαν το θρίαμβο, ήταν κι ο Βίθυς, ο γιος του βασιλιά της Θράκης Κοτύ. Ο Κοτύς, όταν έμαθε την αιχμαλωσία του γιου του, έστειλε πρέσβεις στη Ρώμη, προσφέροντας οποιοδήποτε χρηματικό ποσό για την απελευθέρωσή του, ζητώντας ταυτόχρονα συγγνώμη απ’ τη Σύγκλητο και προσφέροντας και τη φιλία του στη Ρώμη. Η Σύγκλητος δεν δέχτηκε τις δικαιολογίες του Κοτύ αλλά ελευθέρωσε το γιο του χωρίς χρήματα10.

Αιμίλιος Παύλος, νικητήρια επιστροφή στη Ρώμη
Αιμίλιος Παύλος, επιστροφή θριάμβου στη Ρώμη

Μετά, ακολουθούσαν αντιπρόσωποι 400 πόλεων, κρατώντας ισάριθμα χρυσά στεφάνια, δώρα σταλμένα στο μεγάλο ρωμαίο στρατηγό.

Πίσω απ’ αυτούς βάδιζαν τα παιδιά του Αιμίλιου, ο Φάβιος Μάξιμος κι ο Σκιπίωνας, ο μετονομασθείς κατόπιν «Αφρικανός ο νεότερος».

Ύστερα ερχόταν ο Αιμίλιος Παύλος, πάνω σε ωραία διακοσμημένο άρμα, ντυμένος χρυσοστόλιστη κόκκινη χλαμύδα και κρατώντας στο τεντωμένο χέρι του κλωνάρι δάφνης. Δάφνες κρατούσε κι όλος ο στρατός του, που τον ακολουθούσε τραγουδώντας, χωρισμένος σε λόχους και τάξεις.

Μετά την παρέλαση ακολούθησαν αγώνες.

Στους αγώνες που έκανε ο Αιμίλιος στη Ρώμη, για να γιορτάσει το θρίαμβο της νίκης του στην Πύδνα, έριξε στην αρένα λιποτάχτες απ’ τους ξένους μισθοφόρους, που είχε στο στρατό του, για να ποδοπατηθούν απ’ τους πολεμικούς ελέφαντες11. Αυτό το έκανε, για να δείξει στο λαό πώς τιμωρούνται χωρίς οίκτο οι φυγάδες αλλά και για να παραστήσει έμπρακτα μπροτσά στους συμπατριώτες του τη φρίκη της μάχης και να τους δείξε έναν απ’ τους τρόπους με τους οποίους εξουδετέρωσε τους εχθρούς του.

Το ίδιο περίπου έκανε και ο γιος του Σκιπίωνας αργότερα, όταν κυρίεψε την Καρχηδόνα. Έριξε τους φυγάδες στα θηρία. Ο τρόπος αυτός του φρικτού θανάτου διατηρήθηκε για πολλούς μετά αιώνες στη Ρώμη. Ακόμη κι ο Μ. Κωνσταντίνος έριξε όλους τους γερμανούς αιχμαλώτους, που έπιασε σε μια νικηφόρα εκστρατεία του προς βορράν, να κατασπαραχθούν από άγρια θηρία12.

Η μοίρα ευνόησε απ’ τη μια μεριά τον Αιμίλιο και του επιφύλαξε δόξες και τιμές αλλά απ’ την άλλη τον βύθισε στο πένθος.

Σκιπίων Αφρικανός ο πρεσβύτερος· Διεθνές Μουσείο Νάπολης, Ιταλία.(φωτο Βικιπαιδεία)
Σκιπίων Αφρικανός ο πρεσβύτερος· Διεθνές Μουσείο Νάπολης, Ιταλία.(φωτο Βικιπαιδεία)

Πέντε μέρες πριν την τελετή του θριάμβου του, πέθανε ο ένας γιος του (απ’ το δεύτερο γάμο του), ηλικίας 14 ετών και τρεις μέρες μετά το θρίαμβο πέθανε κι ο άλλος, ηλικίας 12 ετών. Η διπλή απώλεια ήταν τρομερή και θλιβερότατη γι’ αυτόν, γιατί δεν είχε άλλον απόγονο να συνεχίσει το όνομά του. Ίσως, για να απαλύνει τη δική του λύπη ο πορθητής στρατηγός, κάλεσε ύστερα από τρεις μέρες το λαό της Ρώμης και μιλώντας του, του είπε λόγια παρηγορητικά, σάμπως να είχε εκείνος ανάγκη παρηγοριάς.

Το 164 ήταν Censor με το Μάρκιο Φίλιππο και το 160,  ύστερα από μια μακροχρόνια και βασανιστική αρρώστια σάλεψε το λογικό του και πέθανε. Την κηδεία του παρακολούθησαν, εκτός από τους άρχοντες και τους ισχυρούς της Ρώμης και πολλοί αντιπρόσωποι βαρβαρικών και άλλων λαών, καθώς και απεσταλμένοι απ’ τη Μακεδονία. Οι ξένοι αυτοί σήκωσαν το φέρετρό του, γεγονός που θεωρήθηκε μεγάλη τιμή για το όνομα του στρατηγού. Προς τιμή του παίχτηκαν τη μέρα της κηδείας του για το κοινό της Ρώμης τα θεατρικά έργα του Τερέντιου «Αδελφοί» και «Hecyra»13.

Για τη δύστυχη, όμως, Μακεδονία και την Ήπειρο δεν άφταναν οι τόσες και τόσες αρπαγές του Αιμιλίου Παύλου, που τόσο πλούσια στόλισαν το θρίαμβό του. Θρίαμβο έκανε με το ναυτικό και ο Οκτάβιος Γνέος τον επόμενο χρόνο, σαν έπλευσε στη Ρώμη, φορτωμένος κι εκείνος πολύτιμα μακεδονικά λάφυρα.

Αυτός, όμως, δεν τα παρέδωσε, όπως ο Αιμίλιος, στο δημόσιο. Τα κράτησε για τον εαυτό του. Με τον πλούτο που έφερε απ’ τη μακεδονική εκστρατεία έχτισε μεγαλοπρεπές μέγαρο, το Παλατινάτο και ζούσε στη χλιδή. Επίσης, έχτισε άλλο ωραίο κτίριο το ονομαστό «PORTICUS OCTABIA». Δολοφονήθηκε αργότερα στο γυμναστήριο της Λαοδικείας από έναν Έλληνα απ’ τη Συρία ονομαζόμενο Λέπτινο14, όταν το 162, επί Αντιόχου του Ευπάτορα, στάλθηκε απ’ τη Σύγκλητο σαν αρχηγός των Ρωμαίων Συγκλητικών, για να εξετάσει την εκεί επικρατούσα κατάσταση15.

Αυτό ήταν το τέλος των δύο ανδρών, που, με τη μάχη της Πύδνας, κατέλυσαν τη μακεδονική δυναστεία, κυρίεψαν τη Μακεδονία και άλλαξαν την πορεία της ιστορίας.

https://www.mnimes.org/archives/aimilios-paulos

Η Μαχη της Πυδνας

(22 Ιουνίου 168 π.Χ.)

Αλέκου Ν. Αγγελίδη

Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Ολύμπιο Βήμα Κατερίνης

Η μάχη της Πύδνας είναι ένα σημαντικότατο ιστορικό γεγονός, γιατί η έκβασή της σημάδεψε βαθιά την πορεία της ανθρωπότητας. Επέδρασε ουσιαστικά στην εξέλιξη του κατοπινού κόσμου κι επηρέασε ανεπανόρθωτα τα βήματα και το μέλλον της φυλής μας.

Εδώ, στα χώματα τα δικά μας, στις ρεματιές και στους λόφους της Πιερίας, που ανεβοκατεβαίνουμε κάθε μέρα εμείς αδιάφοροι και από άγνοια, πριν από 2152 χρόνια συγκρούστηκαν δυο κόσμοι. Εδώ, στα γύρω υψώματα του τόπου μας, έσβησε μέσα σε μια ώρα η ένδοξη Μακεδονική δυναστεία, η δυναστεία του Μ. Αλεξάνδρου κι επικράτησε η Ρωμαϊκή κατοχή.

Το σπουδαίο αυτό γεγονός πέρασε και περνάει ακόμα απ’ τα σχολεία μας σχεδόν απαρατήρητο, σαν ένα κάποιο απλό συμβάν του παρελθόντος κι αναφέρεται στις αίθουσες της διδασκαλίας τυπικά και πρόχειρα σαν κάποια ημερομηνία, καλύπτοντας περιληπτικότατα μερικές σειρές σε κάποια σελίδα της ‘’εγκεκριμένης’’ Ιστορίας μας.

Η φημισμένη Πύδνα και το ονομαστό Δίον, σκόπιμα ίσως, τέθηκαν απ’ τους διάφορους ‘’λόγιους’’ της νεότερης Ελλάδας στο περιθώριο της Ιστορίας.
Για ένα τόσο μεγάλο ιστορικό γεγονός, που διαδραματίστηκε εδώ στην περιοχή μας, στα χωριά μας και στα χωράφια μας και που σημάδεψε πραγματικά, όχι μόνο την τύχη της Μακεδονίας και την ιστορία της Ελλάδας αλλά άλλαξε την πορεία της ζωής ολόκληρου του τότε γνωστού κόσμου, θα έπρεπε να είχαν δείξει ως τώρα ιδιαίτερο ενδιαφέρον και η πολιτεία και οι διάφοροι φορείς τους Νομού μας.

Θα έπρεπε να είχε ληφθεί μέριμνα απ’ τον κόσμο των γραμμάτων της ιδιαίτερής μας πατρίδας, ώστε να γίνεται στα σχολεία μας και έξω απ’ αυτά μια πιο σωστή, πιο πλατιά και πιο αναλυτική προβολή της σπουδαίας αυτής ιστορικής μάχης, που διαδραματίστηκε εδώ στα μέρη μας και της οποίας η σφραγίδα έμεινε ανεξίτηλη στην παγκόσμια ιστορία.

Με την ευκαιρία της 2152ής επετείου της μεγάλης μάχης της Πύδνας θα κάνω σε μια σειρά δημοσιευμάτων μια σύντομη όσο γίνεται αναφορά στο κοσμοϊστορικό εκείνο γεγονός.

Το 171 π. Χ. οι Ρωμαίοι έστειλαν το στρατηγό Πόπλιο Λικίνιο με 40 χιλιάδες στρατό και 30 πλοία να υποτάξει τη Μακεδονία. Βασιλιάς τότε της Μακεδονίας ήταν ο Περσέας, ο γιος του Φιλίππου του Ε’. Ο Φίλιππος είχε νικηθεί στην παρά τας Κυνός Κεφαλάς μάχη, κοντά στα Φάρσαλα κι είχε αναγκαστεί να φύγει απ’ τη Θεσσαλία και να περιοριστεί μόνο στο μακεδονικό χώρο, βόρεια των Τεμπών.

Ο Πόπλιος Λικίνιος λοιπόν βγήκε με το στρατό του στα παράλια της Ηπείρου κοντά στην Απολλωνία και κατέβαινε προς τη Λάρισσα. Ο βασιλιάς της Μακεδονίας Περσέας που είχε 43 χιλιάδες στρατιώτες –δηλαδή περισσότερους απ’ όσους είχε ο Μ. Αλέξανδρος όταν πέρασε την Ασία- κι απ’ τους οποίους οι μισοί σχεδόν αποτελούσαν τη μακεδονική φάλαγγα (History of Greek World. H.H. Sculard P. 269), έμαθε την κάθοδο αυτή των Ρωμαίων αλλά δεν έδωσε σημασία. Αδράνησε και δεν κινήθηκε αμέσως εναντίον τους. Έτσι, ο Λικίνιος έφτασε ανενόχλητος μέχρι τα Τέμπη. Όταν αργότερα ο Περσέας αποφάσισε να αντιταχθεί στους Ρωμαίους και επιτέθηκε εναντίον του Λικίνιου στις πλαγιές της Όσσας, κοντά στο Σηκούριο, κατάφερε να τον αναγκάσει να οπισθοχωρήσει και να μεταφέρει το στρατόπεδό του πέρα απ’ τον Πηνειό. Όμως, παρ’ ότι οι Μακεδόνες θεωρήθηκαν νικητές της μάχης του Σηκουρίου, ο Περσέας δεν εκμεταλλεύτηκε τις μικρές αυτές επιτυχίες του, αλλά χαλάρωσε την πίεσή του προς τους Ρωμαίους και περιορίστηκε μόνο στη φύλαξη των στενών περασμάτων απ’ τη Θεσσαλία προς τη Μακεδονία.

Επειδή ο ρωμαϊκός στρατός δεν σημείωσε στο διάστημα αυτό εντυπωσιακές επιτυχίες, η Ρώμη έστειλε τον άλλο χρόνο καινούργιο στρατηγό στην Ελλάδα, τον Αύγουστο Οστίλο. Αλλά κι αυτός δεν κατάφερε τίποτα το αξιόλογο, γι’ αυτό τον επόμενο χρόνο, 169 π.Χ., η Σύγκλητος τον αντικατέστηκε με τον Κόντιο Μάρκιο Φίλιππο.

Ο Κόντιος, στην προσπάθειά του να διασπάσει την άμυνα των Μακεδόνων, ανέβασε το στρατό του στον Όλυμπο και, αφού πέρασε την Ασκουρίδα λίμνη, το γνωστό Νεζερό, παρέκαμψε το Χάρακα, οχυρό φρούριο το οποίο υπεράσπιζαν 12 χιλιάδες Μακεδόνες και μέσα απ’ το δάσος της Καλλιπεύκης κατέβηκε προς τον Πλαταμώνα.
Ο Περσέας, αντί να παρατάξει τις δυνάμεις του και να προσπαθήσει να εμποδίσει τους Ρωμαίους, έφυγε περίτρομος, εγκατέλειψε το Δίον και κλείστηκε στο φρούριο της Πύδνας.

Ο Κόντιος κυρίεψε το φρούριο των Τεμπών και του Δίου αλλά, λόγω έλλειψης τροφών, άφησε το Δίον και ξαναγύρισε στη Φίλα.

Διάταξη της Μάχης της Πύδνας (168 π.Χ) – Βικιπαιδεία

Απ’ την οπισθοχώρηση αυτή του Κοντίου πήρε θάρρος ο Περσέας και ξαναμπήκε στο Δίον και στρατοπέδεψε στην αριστερή όχθη του Ενιπέα ποταμού, κοντά στο Λιτόχωρο. Οι Ρωμαίοι στο μεταξύ πολιόρκησαν και σε λίγο κυρίεψαν τον Πλαταμώνα, όπου και πέρασαν το χειμώνα. Στο λιμάνι του Πλαταμώνα έφτασε και ο ρωμαϊκός στόλος κι έτσι ο Κόντιος εξασφάλισε την τροφοδοσία του στρατού του και απόχτησε γερό ορμητήριο μέσα στο μακεδονικό έδαφος κατά των Μακεδόνων.

Επειδή ο πόλεμος χρόνιζε και οι Μακεδόνες, ιδιαίτερα επί Φιλίππου αλλά και τώρα με τον Περσέα, είχαν διάφορες εδώ κι εκεί μικροεπιτυχίες, ανησύχησε η ρωμαϊκή Σύγκλητος και άρχισε να κατηγορεί τους Ρωμαίους στρατηγούς για αδράνεια και απειρία.

Διάλεξε λοιπόν και έστειλε στην Ελλάδα δοκιμασμένο, έμπειρο και τολμηρό στρατηγό, τον Αιμίλιο Παύλο. Λέγεται ότι ο Αιμίλιος ήταν ελληνικής καταγωγής και ότι προέρχονταν απ’ τη γενιά του σοφού Πυθαγόρα. Είχε διαπρέψει σα στρατηγός και αργότερα είχε αποφασίσει να πολιτευτεί. Απογοητεύτηκε, όμως, απ’ την κατάπτωση της πολιτικής και τη δημαγωγία, γι’ αυτό και παρασύρθηκε στα κτήματά του, φροντίζοντας να δώσει στα παιδιά του ελληνική και λατινική ανατροφή και διαπαιδαγώγηση. Γι’ αυτό και προσέλαβε σα δάσκαλό τους το σοφό Πολύβιο.
Ο Αιμίλιος Παύλος διορίστηκε αρχικά απ’ τους Ρωμαίους αγορανόμος. Σπουδαίο αξίωμα για την εποχή του. Και μετά διορίστηκε ιερέας των ‘’Αυγούρων’’. Είχε οριστεί απ’ τους συμπολίτες του επιστάτης και θεματοφύλακας της μαντικής τέχνης, της τέχνης που ερευνούσε και ερμήνευε το πέταγμα των πουλιών, την πορεία της φλόγας και των καπνών και τα άλλα θεϊκά σημάδια, απ’ τα οποία και έβγαζε τις προφητείες της. Το αξίωμα αυτό ο Αιμίλιος το έφερε, όχι με επιδεικτικότητα και αλαζονεία, αλλά με σύνεση και ταπεινότητα.

Ό,τι έκανε το έκανε με γνώση και φρονιμάδα και προσπαθούσε να αποδείξει, πως η ιεροσύνη ήταν μια επιστήμη κι όχι ένα αξίωμα για πρωτεία και κομπασμούς.
Παντρεύτηκε την Ποπιρία, κόρη του ύπατου Μάσωνα, νέα και ωραία γυναίκα, με την οποία απέκτησε δυο γιους. Το Φάβιο Μάξιμο και το Σκιπίωνα.
Ο Σκιπίωνας είναι αυτός που επρόκειτο αργότερα (το 146) να εκπορθήσει και να ξεθεμελιώσει την Καρχιδόνα και να μείνει γνωστός στην ιστορία σαν Σκιπίων ο Αφρικανός, ο νεότερος.

Ύστερα από χρόνια, ο Αιμίλιος, για λόγους που ήξερε μόνο αυτός, χώρισε με τη γυναίκα του Ποπιρία. Επειδή δεν υπήρχαν σπουδαίοι λόγοι –γνωστοί τουλάχιστον-, που να δικαιολογούν αυτό το διαζύγιο, οι φίλοι του προσπαθούσαν να τον συμβουλέψουν, όπως συνηθίζονταν και τον ρωτούσαν, γιατί αποφάσισε να χωρίσει.

«Δεν είναι όμορφη;» τον ρωτούσαν. «Δεν είναι λογική; Δε σού ‘κανε παιδιά»;
Και ο Αιμίλιος, ύστερα από λιγόλεπτη σκέψη, βγάζοντας απ’ το πόδι του το καινούργιο του σανδάλι, τους έδωσε την περίφημη για την περίπτωση απάντηση.
«Βλέπετε αυτό το σανδάλι;» τους είπε. «Δεν είναι ωραίο; Δεν είναι καινούργιο; Δεν είναι περιποιημένο και όμορφο; Κι όμως δεν μπορώ να το φορέσω, γιατί κάπου με ενοχλεί. Ξέρει κανένας από σας πού»;

Ο Αιμίλιος, χωρίζοντας με την Ποπιρία, ξαναπαντρεύτηκε κι από το δεύτερο γάμο του απέκτησε άλλους δυο γιους.

Όταν η ρωμαϊκή εκστρατεία κατά του Περσέα περιέπεσε σε στασιμότητα και χρόνιζε, οι Ρωμαίοι αποφάσισαν να εκλέξουν ένα δυναμικό, έξυπνο και δοκιμασμένο στρατηγό και να τον θέσουν επικεφαλής των λεγεώνων τους. Σαν πιο κατάλληλο βρήκαν τον Αιμίλιο Παύλο, τον οποίο και εξέλεξαν για δεύτερη τώρα φορά ύπατο. Του είχαν δώσει κι άλλη μια φορά το αξίωμα αυτό και τον είχαν ονομάσει στρατηγό τους το 190 π.Χ., όταν η Ρώμη πολεμούσε τον Αντίοχο τον Γ’.

Ο πόλεμος εκείνος είχε υπογραμμίσει τις αρετές και τη στρατηγική ικανότητα του Αιμίλιου, γι’ αυτό και οι συμπολίτες του αδίστακτα τώρα τον επανεξέλεξαν ύπατο.
Μετά την εκλογή του αυτή ο μεγάλος στρατηγός δεν μίλησε με φιλοφρονήσεις στο λαό που τον εξέλεξε, όπως συνηθίζονταν και όπως είχε κάνει στην πρώτη του εκλογή, αλλά είπε αγέροχα και ψυχρά: «Την προηγούμενη φορά σας μίλησα φιλοφρονητικά, γιατί εγώ επεδίωκα να εκλεγώ ύπατος και σεις πεισθήκατε και με εκλέξατε. Τώρα, όμως, δεν νιώθω καμιά υποχρέωση να σας κολακέψω γι’ αυτή σας την προτίμηση, γιατί τούτη τη φορά εγώ δε σας ζήτησα τίποτα. Εσείς με εκλέξατε. Γι’ αυτό και έχετε την υποχρέωση, να μ’ ακούσετε και να εφαρμόσετε τα όσα σας πω και να κάμετε ότι θα σας υποδείξω. Αλλιώς βγάλτε άλλο στρατηγό».

Επιστρέφοντας στο σπίτι του, μετά την εκλογή, βρήκε τη μικρή του κόρη Τερτία να κλαίει στην αυλή. Έσκυψε κοντά της και τη ρώτησε με καλοσύνη κι ενδιαφέρον, γιατί κλαίει. Εκείνη, μέσα στα αναφιλητά της, του είπε ότι πέθανε το μικρό της σκυλάκι ‘’ο Περσέας’’, όπως το έλεγαν. Ο στρατηγός της χάιδεψε τα μαλλιά και, με ύφος που έδειχνε πως ο νους του εκείνη τη στιγμή πετούσε μακριά, απάντησε: «Με το καλό, παιδί μου. Με το καλό. Αυτό το δέχομαι σαν καλό σημάδι». Το κοριτάκι δεν κατάλαβε τίποτα απ’ αυτά αλλά σταμάτησε το κλάμα.
Σάββατο 23 Ιουνίου 1984
Πέρα στη Μακεδονία, ο Περσέας προσπάθησε να ενισχύσει τη θέση του και να δυναμώσει το στρατό του. Για το σκοπό αυτό ζήτησε τη βοήθεια των Ιλλυριών και των Βαστέρνων. Οι Βαστέρνοι ήταν ξακουστοί πολεμιστές μιας βάρβαρης γερμανικής φυλής της περιοχής του Ίστρου. Οι βάρβαροι αυτοί, συνηθισμένοι στο να προσφέρουν τις πολεμικές τους υπηρεσίες έναντι αμοιβής σ’ όποιον τους τις ζητούσε, έστειλαν 10 χιλιάδες ιππείς και άλλους τόσους βοηθούς στον Περσέα. Ήταν όλοι τους ψηλόσωμοι, θαρραλέοι και τρομεροί μαχητές. Όταν έφτασαν στη Μαιδική (στο σημερινό Πετρίτσι) και στρατοπέδευσαν στους γύρω χώρους, έδωσαν τόσο θάρρος και δύναμη στους Μακεδόνες και γενικά στους στρατιώτες του Περσέα, που όλοι πίστεψαν πως τώρα πια, με τέτοιους συμμάχους, δεν πρέπει να φοβούνται κανένα εχθρό.

Ο κάθε αρχηγός, όμως, των μισθοφόρων Βαστέρνων ζήτησε απ’ τον Περσέα για πληρωμή χίλιους στατήρες. Ο Περσέας ζαλίστηκε απ’ το μέγεθος του ποσού και, φιλοχρήματος καθώς ήταν, αρνήθηκε να πληρώσει τόσα χρήματα στους βαρβάρους. Έτσι, με την τσιγκουνιά του, έδιωξε τους πολεμόχαρους Γαλάτες, που τόση ανάγκη τους είχε.
Επιπλέον, ο Περσέας είχε υποσχεθεί στο Γνέθιο, στο βασιλιά των Ιλλυριών, 300 τάλαντα, για να πολεμήσει μαζί του τους Ρωμαίους. Οι Ρωμαίοι προσπάθησαν να πάρουν κι αυτοί τους Ιλλυριούς με το μέρος τους, γι’ αυτό κι έστειλαν πρέσβεις στο βασιλιά τους. Ο Γνέθιος, όμως, πιστός στη συμφωνία του με τον Περσέα κι έχοντας σίγουρα τα 300 τάλαντα που του είχε υποσχεθεί, όχι μόνο δεν ανταποκρίθηκε στις προτροπές και στα ταξίματα των Ρωμαίων αλλά έδεσε και φυλάκισε τους πρεσβευτές τους. Όταν ο Περσέας έμαθε τα γενόμενα κι είδε ότι ο Γνέθιος εξέθεσε πλέον ανεπανόρθωτα τον εαυτό του στους Ρωμαίους σκέφτηκε να γλυτώσει τα 300 τάλαντα και αρνήθηκε να του δώσει τα όσα του είχε υποσχεθεί. Ο Γνέθιος οργίστηκε για τη στάση αυτή του Περσέα και δεν του έστειλε καμιά βοήθεια. Με τον τρόπο αυτό ο Περσέας έχασε πλέον ένα σημαντικό κι απαραίτητο σύμμαχο. Και μάλιστα, ο φιλάργυρος βασιλιάς αδιαφόρησε τελείως, όταν οι Ρωμαίοι με το Λεύκιο Ανίκιο επιτέθηκαν κατά των Ιλλυριών κι έδιωξαν το Γνέθιο απ’ το θρόνο του.
Έτσι, ο πλούσιος Περσέας αρνήθηκε να διαθέσει το μπόλικο χρυσάφι του για την αίσια έκβαση του πολέμου, αλλά φιλάργυρα το κράτησε, λες και το φύλαγε για να στολίσει το θρίαμβο του Αιμίλιου Παύλου στη Ρώμη.

Την άνοιξη του 168, ο Αιμίλιος ήρθε στην Ελλάδα κι αμέσως παράταξε το ρωμαϊκό στρατό, που αποτελούνταν από 52 χιλιάδες πεζούς και 4,5 χιλιάδες ιππείς, στη δεξιά όχθη του Ενιπέα ποταμού, στα μέρη του Λιτοχώρου. Την αριστερή όχθη του ποταμού κατείχε ο Περσέας με ισάριθμο περίπου στρατό. Η κοίτη του ποταμού, όμως, ήταν βαθιά και αδιάβατη προς το πάνω μέρος του Ολύμπου. Προς το κάτω μέρος, προς το μέρος της θάλασσας, οι Μακεδόνες είχαν σκάψει χαρακώματα κι άλλα ορύγματα και η διάβαση ήταν κι εδώ δύσκολη. ΄Ετσι, οι δυο στρατοί έμειναν αργοί, ο ένας απέναντι στον άλλο για πολύ καιρό. Ο Περσέας έλπιζε ότι η έλλειψη τροφών και ιδίως νερού θα ανάγκαζε τους Ρωμαίους να φύγουν πέρα απ’ τα Τέμπη. Ο Αιμίλιος, όμως, διάταξε να σκάψουν πολυάριθμα πηγάδια στο ξεροκάμπι της Πλάκας, όπου βρέθηκε πολύ και καλό νερό.

Ο Αιμίλιος έψαχνε ασταμάτητα να βρει πέρασμα για να περάσει τον Ενιπέα. Έμαθε ότι υπήρχε ένα πέρασμα αφρούρητο στα στενά της Πέτρας. Προετοίμασε αμέσως ένα σώμα στρατού του, στο οποίο διόρισε διοικητή ένα νεαρό και τολμηρό αξιωματικό του, το Νασικά.
Ο Νασικάς λοιπόν κι ο μεγαλύτερος γιος του Αιμίλιου, ο Φάβιος Μάξιμος, με 8 χιλιάδες πεζούς και 320 ιππείς έφυγαν απ’ την παράταξη του Ενιπέα και γύρισαν κάπου προς τα παράλια της Κατερίνης ή του Κορινού, προσπαθώντας έτσι να κυκλώσουν τον Περσέα. Τη νύχτα, ο Νασικάς με το στρατό του ανέβηκε στο δάσος της Καλλιπεύκης και την άλλη μέρα έφτασε στο Πύθιο, όπου και διανυκτέρευσε. Στο μεταξύ ο Αιμίλιος, για να καλύψει την απόπειρα του Νασικά και, για να εξαπατά τον Περσέα, άρχισε να επιτίθεται κατά μήκος του ποταμού, προσπαθώντας δήθεν να τον περάσει. Αλλά ένας Κρητικός αυτόμολος απ’ το στρατό του Νασικά ήρθε στους Μακεδόνες και ανέφερε τις κινήσεις των Ρωμαίων. Τότε ο Περσέας έστειλε το στρατηγό Μίλωνα με 10 χιλιάδες ξένους μισθοφόρους και 2 χιλιάδες Μακεδόνες να φρουρήσουν τα στενά. Η δύναμη αυτή του Μίλωνα έφτασε κατάκοπη απ’ τη βιαστική πορεία στα στενά και αποκοιμήθηκε. Ο Νασικάς έπεσε επάνω τους τη νύχτα και, καθώς κοιμόταν όλοι, τους κατέσφαξε.

Όταν έμαθε ο Περσέας την καταστροφή του Μίλωνα τρομοκρατήθηκε κι αποφάσισε να αποσυρθεί στην Πύδνα. Μάλιστα, ήθελε να διασκορπίσει το στρατό του στις διάφορες πόλεις κι εκεί το κάθε τμήμα να αμυνθεί ξεχωριστά. Πιεζόμενος, όμως, απ’ τους φίλους και συμβούλους του, κράτησε το στρατό του ενωμένο και τον παρέταξε έξω απ’ την Πύδνα.
Για το σημείο στο οποίο παρέταξε το στρατό του ο Περσέας, όπου και έγινε η ιστορική και σπουδαία για τον ελληνισμό μάχη της Πύδνας, υπάρχουν διχογνωμίες. Άλλη τοποθεσία παραδέχεται ο Στράβωνας, άλλη ο Λίβιος, άλλη ο Πλούταρχος κλπ.. Υπερισχύει, όμως, η άποψη του Πλούταρχου, ο οποίος λέει ότι ο στρατός των Μακεδόνων παρατάχθηκε στα υψώματα ανάμεσα στον Αίσωνα και στο Λεύκο ποταμό. Δηλαδή, ανάμεσα στο σημερινό Μαυρονέρι και στον Πέλεκα. Ο στρατός του Περσέα κατείχε τα υψώματα απ’ το κτήμα του Σπυριδωνίδη μέχρι τη θέση της σημερινής Νέας Τραπεζούντας, στη διακλάδωση του δρόμου προς τον Αγιάννη, όπως γράφει κι ο γυμνασιάρχης Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος στο βιβλίο του ‘’Η Αρχαία Ολυμπική Πιερία’’.

Ο Αιμίλιος πέρασε τον Ενιπέα κι ενώθηκε με το στρατό του Νασικά, που κατέβηκε απ’ τα στενά της Πέτρας. Μετά, πέρασε τον Αίσωνα και παράταξε το στρατό του στα βορειοδυτικά υψώματα της θέσης της σημερινής Κατερίνης προς το Κουλουκούρι, όπου και σταμάτησε.

Ο Νασικάς, ενθουσιασμένος απ’ τη νίκη του στην Πέτρα, ζητούσε απ’ τον Αιμίλιο να επιτεθεί αμέσως κατά των Μακεδόνων. Ο πολύπειρος, όμως, στρατηγός, ακούγοντας τις προτροπές του Νασικά, του χαμογέλασε και του είπε:

‘’Αν είχα την ηλικία σου, ίσως ναι. Αλλά, οι πολλές μου νίκες μου δίδαξαν τα σφάλματα των νικημένων και μ’ εμποδίζουν, ύστερ’ από μακρινή πορεία, να συνάψω μάχη προς φάλαγγα παραταγμένη και έτοιμη’’.

Διέταξε δε τα πρώτα τάγματα να παραταχθούν σε τάξη μάχης και να αποτελέσουν τις προφυλακές του στρατού, ώσπου να μεριμνήσουν τα μετόπισθεν τμήματα για την εκσκαφή χαρακωμάτων και την οχύρωση πρόχειρου στρατοπέδου.

Όταν το στρατόπεδο περιχαρακώθηκε κι ήταν έτοιμο, αποσύρθηκαν μέσα σ’ αυτό και οι εμπροσθοφυλακές κι όλος ο ρωμαικός στρατός στρατοπέδευσε κανονικά για τη νύχτα. Ήταν το βράδυ της 21ης προς την 22η Ιουνίου του 168 π.Χ..
Αφού ο στρατός δείπνησε, έπεσε για ύπνο. Ο Αιμίλιος Παύλος διέταξε τους σκοπούς να φυλάγουν τη νύχτα χωρίς λόγχη, γιατί, όταν νιώθουν άοπλοι, θα είναι πιο προσεχτικοί και θα μένουν άγρυπνοι.

Το βράδυ εκείνο έγινε έκλειψη σελήνης. Και οι μεν Ρωμαίοι άρχισαν να χτυπούν τύμπανα και χάλκινες ασπίδες για να ξαναφέρουν το φως του φεγγαριού, οι δε Μακεδόνες κυριεύτηκαν από φρίκη και φόβο, γιατί το σβήσιμο εκείνο του φεγγαριού το θεώρησαν κακό σημάδι και ένδειξη έκλειψης και πτώσης του βασιλιά τους Περσέα.

Ο Αιμίλιος γνώριζε για τις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων και τη μεταβολή της θέσης της σελήνης στο στερέωμα αλλά, επειδή αγαπούσε τις θρησκευτικές τελετές και τις θυσίες, θυσίασε το πρωί έντεκα μόσχους στη σελήνη και βόδια στον Ηρακλή. Οι θυσίες δεν πήγαιναν καλά ως το εικοστό βόδι και μόνο στο εικοστό πρώτο φάνηκαν καλά σημάδια, τα οποία κατά τους Ρωμαίους εξηγητές προμήνυαν για τον Αιμίλιο νίκη. Τότε ο Αιμίλιος διέταξε να ετοιμαστεί ο στρατός για μάχη. Επειδή, όμως, ήταν πρωί και δεν ήθελε να έχει ο στρατός του τον ήλιο κατάματα, προτίμησε να περιμένει ως το απόγευμα, μια και οι Μακεδόνες δεν έδειχναν διαθέσεις για να επιτεθούν. Λέγεται, ότι την κατάλληλη ώρα άφησαν οι Ρωμαίοι ελεύθερο ένα άλογο προς το μέρος των Μακεδόνων. Το άλογο έτρεξαν να πιάσουν Ρωμαίοι και Μακεδόνες στρατιώτες κι έτσι άρχισε η μάχη. Άλλοι πάλι λένε, ότι ζώα Ρωμαίων φορτωμένα με χόρτα χτυπήθηκαν από Θράκες, συμμάχους των Μακεδόνων, των οποίων αρχηγός ήταν κάποιος Αλέξανδρος κι έτσι άρχισε η μάχη.

Μπροστά-μπροστά, στην παράταξη των Μακεδόνων πήγαιναν οι Θράκες. Πανύψηλοι, με λευκές στολές, μαύρους χιτώνες και αστραφτερό οπλισμό. Μετά ακολουθούσαν οι μισθοφόροι και οι Παίονες και τρίτοι έρχονταν οι επίλεκτοι. Νέοι, ανδρείοι και τολμηροί, διαλεχτοί Μακεδόνες, με κόκκινες στολές κι επίχρυσο αστραφτερό οπλισμό. Δίπλα τους παρατάχθηκαν τα άλλα μακεδονικά τάγματα με χάλκινες ασπίδες και σιδερένια όπλα. Η αντανάκλαση του ήλιου πάνω στα αστραφτερά όπλα και η ανταύγεια και η λάμψη των ασπίδων καταφώτισαν τους λόφους και τις γύρω περιοχές και πραγματικά θάμπωσαν και τρομοκράτησαν τους Ρωμαίους.

Οι Μακεδόνες προχωρούσαν με ταχύτητα κατά των Ρωμαίων. Ο Αιμίλιος, όταν είδε το τείχος απ’ τις γερές ασπίδες των Μακεδόνων και τις μακριές σάρισες να χτυπούν τους στρατιώτες του από μακριά, χωρίς να μπορούν οι Ρωμαίοι να αντιδράσουν καθόλου με τα κοντά τους ξίφη, ταράχτηκε και κατατρόμαξε απ’ την τάξη και την οργανωμένη ισχή της περίφημης μακεδονικής φάλαγγας. Χρόνια αργότερα, διηγόταν την εντύπωση και τον τρόμο που του προξένησε εκείνη την ημέρα η παράταξη των Μακεδόνων. Για να μπορέσει να ενθαρρύνει τους στρατιώτες του, πέταξε το θώρακα και την περικεφαλαία του και, με προσποιητή χαρά και χαμογελαστός, περιέρχονταν έφιππος τις τάξεις του στρατού του και έδινε σ’ όλους θάρρος.

Μόλις άρχισε η μάχη, ο Περσέας, κατά τον Πολύβιο, δείλιασε και έφυγε στην Πύδνα, προφασιζόμενος ότι θέλει να θυσιάσει στον Ηρακλή. Άλλος λέει, ότι την προηγούμενη μέρα τον είχε κλοτσήσει ένα άλογο στο πόδι και ότι, παρά τους πόνους και τις προτροπές των φίλων του, να μην μπει στη μάχη, αυτός όρμησε εναντίον των Ρωμαίων δίπλα στους στρατιώτες του και μάλιστα τραυματίστηκε από βαρύ ρωμαϊκό δόρυ ελαφρά στο πλευρό.

Η μάχη είχε ανάψει και οι Ρωμαίοι οπισθοχωρούσαν διαρκώς. Τότε, ένας Ρωμαίος αξιωματικός, ο Σάλιος, για να συγκρατήσει τους στρατιώτες του και να τους αναγκάσει να αντισταθούν, άρπαξε τη σημαία του τμήματός του και την πέταξε προς το μέρος των Μακεδόνων. Για να μην αφήσουν οι Ρωμαίοι τη σημαία τους να πέσει στα χέρια των εχθρών, όρμησαν κατά των Μακεδόνων και η πάλη στο σημείο εκείνο ήταν άγρια. Αλλά και πάλι οι Ρωμαίοι οπισθοχώρησαν κι έφυγαν βιαστικοί προς τα υψώματα του σημερινού Κουλουκουριού.

Ο Αιμίλιος φώναζε κι έσχιζε τα ρούχα του απ’ τα νεύρα και το θυμό του. Οι Ρωμαίοι δεν μπορούσαν να αντισταθούν και να σταθούν μπροστά στη μακεδονική φάλαγγα. Ο Αιμίλιος παρατήρησε ότι, επειδή το μέρος ήταν ελαφρώς ανώμαλο, η μακεδονική φάλαγγα στην προχώρησή της αναγναζόταν να διακόπτεται στις ρεματιές και στα νεροφαγώματα. Τότε, διέταξε να διασπαστεί και ο στρατός του σε μικροτμήματα και να προσπαθήσει να προσβάλει σποραδικά τους Μακεδόνες στα σημεία όπου διασπώνταν η φάλαγγά τους. Έτσι και έγινε. Με τον τρόπο αυτό διασπάστηκε η φάλαγγα περισσότερο και οι καλά οπλισμένοι Ρωμαίοι, προστατευόμενοι απ’ τις γερές και μεγάλες ασπίδες τους, ορμούσαν εναντίον των διασπασμένων και ακάλυπτων Μακεδόνων και κατατεμάχιζαν όλο και περισσότερο την παράταξή τους, ώσπου την διέλυσαν τελείως. Τελικά, όλος ο στρατός του Περσέα τράπηκε σε φυγή. Μόνο οι τρεις χιλιάδες επίλεκτοι έμειναν στις θέσεις τους και πολέμησαν μέχρι τέλους, πέφτοντας όλοι τους μέχρι τον τελευταίο νεκροί στο πεδίο της μάχης.

Η κυρίως μάχη κράτησε μία μόνο ώρα. Άρχισε στις 3 και τελείωσε στις 4 το απόγευμα. Στη σύγκρουση αυτή σκοτώθηκαν πάνω από 25 χιλιάδες Μακεδόνες και μόνο 80 ή 100 Ρωμαίοι. Στην αρχή της μάχης οι Ρωμαίοι έριξαν στο δεξιό κέρας της παράταξής τους προς τη θάλασσα και τους πολεμικούς τους ελέφαντες, οι οποίοι κατατρόμαξαν πραγματικά τους Μακεδόνες. Απ’ το σημείο δε αυτό άρχισε και η πρώτη υποχώρηση.

Διαλυμένοι τώρα οι Μακεδόνες, πετούσαν τα όπλα κι έτρεχαν προς την παραλία, πέφτοντας στη θάλασσα για να σωθούν. Εδώ, όμως, είχε καταφτάσει απ’ τον Πλαταμώνα και παράπλεε στις ακτές ο ρωμαικός στόλος. Έτσι, όσοι έφταναν κολυμπώντας στα καράβια, σκοτώνονταν απ’ τους Ρωμαίους ναύτες. Όσοι δε ξανάβγαιναν στη στεριά καταπατούνταν και συνθλίβονταν απ’ τους ελέφαντες. Είναι μάλλον βέβαιο, ότι οι περισσότεροι Μακεδόνες σκοτώθηκαν άοπλοι κατά την άτακτη φυγή τους. Νικήθηκαν, όχι από έλλειψη ανδρείας αλλά από στρατηγικό σφάλμα και ατολμία του βασιλιά τους.

Βραδιάζοντας, επέστρεψαν όλοι οι Ρωμαίοι στο στρατόπεδο όπου τους υποδέχονταν όσοι βρίσκονταν εκεί με χαρές, αλλαλαγμούς και δάφνινα στεφάνια. Αλλά η ώρα περνούσε και δεν γύριζε ο μικρότερος και πιο αγαπημένος γιος του Αιμίλιου, ο Σκιπίωνας. Αφού εξάντλησαν κάθε υπομονή περιμένοντας, ξεχύθηκαν όλοι με δάδες και αναμμένους δαυλούς κι άρχισαν να τον αναζητούν ανάμεσα στους σκοτωμένους. Αργά κι εκεί που δεν περίμενε κανένας, παρουσιάστηκε με δυο-τρεις φίλους του που τον συνόδευαν. Είχε παρασυρθεί στην καταδίωξη των εχθρών και είχε απομακρυνθεί αρκετά. Λέγεται, πως ο ρωμαικός στρατός είχε καταδιώξει τους Μακεδόνες σε μια απόσταση βάθους 20 περίπου χιλιομέτρων.

Η χαρά του Αιμίλιου, σαν είδε ζωντανό και άθικτο το Σκιπίωνα, ήταν απερίγραπτη.
Ο Περσέας, υποχωρώντας, έφυγε με το ιππικό του προς την Πύδνα. Στο δρόμο, οι πεζοί στρατιώτες έβριζαν και χτυπούσαν τους ιππείς, που έφευγαν απ’ τη μάχη και τους αποκαλούσαν προδότες και δειλούς. Ο Περσέας φοβήθηκε απ’ τη στάση αυτή των στρατιωτών του, γι’ αυτό έβγαλε τα βασιλικά του ρούχα και τα διακριτικά του και ξέκοψε απ’ το κύριο σώμα των υποχωρούντων ιππέων του. Αλλάζοντας δε άλογο, εγκατέλειψε την Πύδνα κι έφυγε με λιγοστούς δικούς του απ’ άλλο δρόμο για την Πέλλα. Κι απ’ αυτούς, όμως, τους λιγοστούς φίλους του πολλοί έμειναν πίσω με διάφορες προφάσεις και τελικά τον εγκατέλειψαν.

Στην Πέλλα, τον κατηγόρησαν οι ταμίες του Εύλαιος και Εύκτος για τη στάση του αυτή και τον κατέκριναν για τη φυγή του απ’ τη μάχη. Κι εκείνος, θιγμένος απ’ τα λόγια τους, τράβηξε οργισμένος το μικρό του ξίφος και τους σκότωσε άσπλαχνα.
Αφού άρπαξε ό,τι πολύτιμο υπήρχε μέσα στο δημόσιο ταμείο, έφυγε για την Αμφίπολη. Απ’ τους αξιωματούχους του τον ακολούθησαν μόνο ο Εύανδρος απ’ την Κρήτη, ο Αρχίδαμος απ’ την Αιτωλία και ο Νέωνας απ’ τη Βοιωτία. Απ’ τους στρατιώτες του πήγαν μαζί του μόνο λίγοι Κρητικοί. Κι αυτοί με την ελπίδα πως κάτι θα άρπαζαν απ’ τους θησαυρούς του. Οι Κρητικοί πήραν μερικά χρυσά ποτήρια, αμφορείς και άλλα σκεύη κι ακολούθησαν τον Περσέα προς τη Γαληψό που βρίσκονταν στα νότια του Παγκαίου.

Στο δρόμο, ο Περσέας με δάκρυα στα μάτια τους παρακαλούσε να του τα επιστρέψουν, γιατί ήταν αντικείμενα του Μ. Αλεξάνδρου και δεν ήθελε να τα αποχωριστεί. Υπόσχονταν δε πως θα τους έδινε την αξία τους σε τάλαντα. Όσοι τα επέστρεψαν δεν πήραν τίποτα.

Με τους θησαυρούς του ο Περσέας πέρασε στη Σαμοθράκη και κατέφυγε στο ναό των Καβείρων.

Ο Αιμίλιος, κινηγώντας τον, έφτασε στην Αμφίπολη. Μπαίνοντας στην πόλη θυσίασε στους θεούς. Κατά την ώρα της θυσίας συνέβη το εξής περιστατικό.
Ενώ ήταν όλοι συγκεντρωμένοι και έτοιμοι για τη θυσία και τα ιερά ζώα είχαν σφαχτεί, έπεσε ξαφνικά ένας κεραυνός και άναψε τη φωτιά στο βωμό. Αυτό θεωρήθηκε θεϊκό σημάδι που καθαγίαζε τη θυσία και προμήνυε αίσια έκβαση των πραγμάτων.

Στη Σαμοθράκη έφτασε πρώτος ο Γνέος Οκτάβιος, ναύαρχος του Αιμίλιου, ο οποίος κι έδωσε άσυλο στον Περσέα, σεβόμενος την ιερότητα του ναού, όπου είχε καταφύγει ο Μακεδόνας βασιλιάς. Δεν τον άφησε, όμως, να φύγει. Ο Περσέας προσπάθησε με κάθε τρόπο να αποφύγει την αιχμαλωσία. Πλήρωσε δε κάποιο Κρητικό ναυτικό, ονομαζόμενο Οροάνδη, για να τον φυγαδέψει με την οικογένειά του. Ο Οροάνδης, όμως, πήρε τα χρήματα και το βράδυ έφυγε, ειδοποιώντας τον Περσέα να πάει με τη γυναίκα του, τα παιδιά του και τους λοιπούς δικούς του στην παραλία του Δημήτρειου ακροτηρίου, όπου και θα τον περίμενε με το πλοίο του.
Ο Μακεδόνας βασιλιάς, με χίλιες δυσκολίες, κατέβηκε με τους δικούς του τα τείχη και περιπλανήθηκε πάρα πολύ στα ακρογιάλια, ώσπου να φτάσει στο σημείο που του είχε υποδείξει ο Κρητικός ναυτικός. Αλλά η απογοήτευσή του και η λύπη του ήταν μεγάλη, όταν έμαθε πως ο Οροάνδης έφυγε τη νύχτα απ’ το νησί και πως τώρα βρίσκονταν ανοιχτά στο πέλαγος. Ξαναθρήνησε τη μοίρα του και προσπάθησε να ξανανεβεί στα τείχη. Ανέβασε τη γυναίκα του και άφησε τα παιδιά του σ’ έναν παλιό του φίλο, τον Ίρωνα, να τα προστατέψει. Εκείνος τα παρέδωσε στους Ρωμαίους. Όταν το έμαθε αυτό ο Περσέας αποφάσισε να παραδοθεί κι ο ίδιος. Ζήτησε, όμως, να παραδοθεί στο Νασικά, γιατί σ’ αυτόν είχε περισσότερη εμπιστοσύνη. Ο Νασικάς, όμως, έλειπε και παραδόθηκε στο Γνέο. Εκείνος τον οδήγησε στο στρατηγό του.
Όταν έφεραν τον αιχμάλωτο βασιλιά μπροστά στον Αιμίλιο Παύλο, ο νικητής Ρωμαίος στρατηγός βγήκε να τον προϋπαντήσει σα γενναίο άντρα και μεγάλο στρατηγό. Ο Περσέας έπεσε στα πόδια του και με κλάματα κι ασυνάρτητα λόγια και φωνές παρακαλούσε να τον λυπηθεί.

Τότε ο Αιμίλιος με περιφρόνηση του είπε:

‘’Γιατί εξευτελίζεις με τη στάση σου αυτή τον εαυτό σου και μειώνεις και τη δική μου νίκη;’’

Ο Περσέας, σκυμμένος στο χώμα, συνέχιζε να παρακαλεί τον Αιμίλιο και να τον ικετεύει, να μην τον συμπεριλάβει στην τελετή του θριάμβου του και να μην τον διαπομπεύσει. Ο Αιμίλιος του απάντησε στερεότυπα: ‘’Αυτό εξαρτάται από σένα τον ίδιο’’, υπονοώντας την αυτοκτονία του. Προτείνοντάς του δε το χέρι, τον σήκωσε και τον παρέδωσε στο γαμπρό του Τουβέρωνα. Ο ίδιος πήρε τα παιδιά του Περσέα και τους λοιπούς ακολούθους του στη σκηνή του και, ύστερα από μικρή σιωπή και σκέψη, τους μίλησε για τη μοίρα των ανθρώπων και την τύχη των δυνατών και των λαών. Τα λόγια του έκαναν μεγάλη εντύπωση σ’ όλους τους ακροατές του.

Ύστερα από τη σύλληψη του Περσέα κι αφού έτσι ολοκλήρωσε τη νίκη του ο Αιμίλιος Παύλος, αφήνοντας το στρατό του να ξεκουραστεί, περιήλθε πολλές πόλεις της Ελλάδας, μοιράζοντας στους κατοίκους τρόφιμα (λάδι και σιτάρι το πλείστο) απ’ την αφθονία που βρέθηκε στις αποθήκες του Περσέα.

Φτάνοντας στους Δελφούς, είδε μια νεόκτιστη μαρμάρινη κολόνα, την οποία στάθηκε και περιεργάστηκε. Όταν έμαθε, ότι πάνω στην κολόνα αυτή επρόκειτο να στηθεί ένα χρυσό άγαλμα του Περσέα, διέταξε να ετοιμάσουν αμέσως το δικό του άγαλμα και να το στήσουν στη θέση εκείνη, λέγοντας πως ‘’οι νικημένοι πρέπει να κάνουν τόπο στους νικητές’’.

Ο Αιμίλιος έδωσε όλο το ασήμι και το χρυσάφι του Περσέα στους ταμίες του, για να το καταθέσουν στο δημόσιο της Ρώμης. Τα βιβλία που βρήκε στα παλάτια του Μακεδόνα βασιλιά τα έδωσε στους γιους του, που αγαπούσαν τα γράμματα και μόνο στο γαμπρό του Τουβέρωνα που ήταν φτωχός τού ‘δωσε έναν αμφορέα, σα βραβείο της αρετής και της ανδρείας του στη μάχη. Ο αμφορέας εκείνος ζύγιζε πέντε λίτρα χρυσάφι.

Λίγες μέρες πριν απ’ την τελική νίκη του Αιμίλιου κυκλοφόρησε μια φήμη στη Ρώμη, ότι οι Ρωμαίοι νίκησαν τους Μακεδόνες. Αλλ’ επειδή δεν υπήρχε καμιά συγκεκριμένη πληροφορία, το πράγμα πέρασε σαν ένας φευγαλέος ψίθυρος και ξεχάστηκε. Παρ’ όλα αυτά ο λαός έτρεξε στους ναούς και πρόσφερε θυσίες και θυμιάματα στους βωμούς, παρακαλώντας τους θεούς οι φήμες αυτές να βγουν αληθινές.
Πραγματικά, ύστερα από λίγες μέρες, έφτασαν επίσημες πλέον πληροφορίες, που ανακοίνωναν στους Ρωμαίους τη μεγάλη νίκη των λεγεώνων τους στη Μακεδονία. Τα νέα ενθουσίασαν τους πάντες στη Ρώμη και η Σύγκλητος έστειλε διαταγή στον Αιμίλιο, να αφήσει για ανταμοιβή τους στρατιώτες του να λεηλατήσουν τις ελληνικές πόλεις.

Ο Αιμίλιος έφυγε για την Ήπειρο, έχοντας άλλα σχέδια στο μυαλό του. Εκεί και για να μην κινήσει καμιά υποψία των κατοίκων για τις κακές προθέσεις που είχε στο νου του, κάλεσε δέκα αντιπροσώπους από κάθε πόλη, δήθεν για να συζητήσουν μαζί του το ποσό και τον τρόπο καταβολής κάποιας φορολογίας στους Ρωμαίους. Ύστερα από συζητήσεις και κάποιες τάχα συμφωνίες, έστειλε σε κάθε πόλη μαζί με τους αντιπροσώπους της κι ένα τμήμα ρωμαϊκού στρατού, για να παραλάβει τα συμφωνηθέντα. Έτσι, μπήκαν οι Ρωμαίοι στις πόλεις και την ίδια ώρα επιτέθηκαν όλοι μαζί κατά των κατοίκων και λεηλάτησαν τα πάντα.

Εβδομήντα πόλεις λεηλατήθηκαν και 150 χιλιάδες άνθρωποι σύρθηκαν στη σκλαβιά. Τα πάντα ερημώθηκαν και μετατράπηκαν σε ερείπια. Όλο το χρυσάφι συγκεντρώθηκε στα χέρια του Αιμίλιου Παύλου (στους ταμίες του) και ο κάθε στρατιώτης δεν κράτησε για τον εαυτό του απ’ τα προϊόντα της λεηλασίας παρά μόνο έντεκα δραχμές.

Ύστερ’ απ’ αυτά ο Αιμίλιος κατέβηκε στον Ωρικό, παραλιακή πόλη της Βόρειας Ηπείρου κι από κει πέρασε με το στρατό του στην Ιταλία. Με πλοίο δε ανέβηκε τον Τίβερη ποταμό και μπήκε στη Ρώμη.

Το πλοίο του Αιμίλιου, μεγάλο και φανταχτερό, με 16 σειρές κουπιά, στολισμένο με πορφύρες, χρυσό και διάφορα φανταχτερά λάφυρα, σιγανοαρμένιζε στα ήσυχα νερά του Τίβερη, ενώ ο λαός με περηφάνια και δέος το παρακολουθούσε σύσσωμος απ’ τις όχθες.

Ο στρατός του, που είχε στο μάτι τα πλούτη του Περσέα και τα λάφυρα όλων των άλλων πόλεων δυσαρεστήθηκε, γιατί δεν πήρε όσα υπολόγιζε κι αρνιόταν να πάρει μέρος στο θρίαμβο που ετοίμαζε ο Αιμίλιος στη Ρώμη. Μάλιστα, ένας χιλίαρχος, ο Σέρβιος Γάλβας, άρχισε αθυρόστομα να αραδιάζει κατηγορίες εναντίον του. Για ώρες μιλούσε στο Καπιτώλιο μπροστά στους δημάρχους και προσπαθούσε ως αργά τη νύχτα, να ματαιώσει τον προετοιμαζόμενο θρίαμβο του νικητή στρατηγού, αραδιάζοντας κατηγορίες κατά του Αιμίλιου.

Με το μέρος του Γάλβα πήγε κι όλος σχεδόν ο στρατός. Το πρωί, αφού ακούστηκαν ομιλητές, έγινε ψηφοφορία κατά φυλές και η πρώτη φυλή ψήφισε εναντίον του θριάμβου. Ο λαός, όμως, που ήθελε το θρίαμβο, γιατί αρέσκονταν σε τέτοιου είδους θεάματα, θορυβήθηκε και άρχισε να αντιδρά. Βιαστική η Σύγκλητος επενέβη και διέκοψε την ψηφοφορία, για να ακουστούν, όπως είπε κι άλλες απόψεις, πριν παρθεί η τελική απόφαση.

Πρώτος μίλησε ο Μάρκος Σερβίλιος, ο οποίος είχε πάρει μέρος στην εκστρατεία του Αιμίλιου και τάχθηκε υπέρ του θριάμβου. Ο Σερβίλιος, για να επαινέσει περισσότερο τον Αιμίλιο και να ψέξει τους απειθαρχούντες στρατιώτες του, άρχισε την ομιλία του με τα εξής λόγια: ‘’Πόσο μεγάλες ηγετικές ικανότητες έδειξε ο Αιμίλιος το καταλαβαίνω τώρα που βλέπω με τι στρατό, γεμάτο απειθαρχία και κακία, έκαμε τόσο ωραία κατορθώματα’’. Τελείωσε δε λέγοντας αυτά: ‘’Δεν είναι φοβερό, όταν έφτασε προηγουμένως στην πόλη μας μια αβέβαιη φήμη για τη νίκη του Αιμίλιου, να θυσιάζετε στους θεούς, παρακαλώντας τους να γίνει γρήγορα πραγματικότητα η φήμη εκείνη και τώρα που ήρθε ο στρατηγός με την αληθινή νίκη, τώρα να στερείτε απ’ τους θεούς την τιμή να τους ευχαριστήσετε κι απ’ τον εαυτό σας τη χαρά της νίκης, λες και φοβάστε να δείτε με τα μάτια σας το μέγεθος των κατορθωμάτων του νικητή ή λυπάστε τον εχθρό βασιλιά. Και θα ήταν καλύτερο να απαγορευτεί ο θρίαμβος από οίκτο προς τον Περσέα παρά από φθόνο εναντίον του στρατηγού’’.
Έτσι, με τα λόγια αυτά και επιδεικνύοντας τα τραύματά του στο λαό, κατάφερε να δώσει άλλη τροπή στα πράγματα. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας άλλαξε και αποφασίστηκε να γίνει τελικά ο θρίαμβος.

Στήθηκαν εξέδρες στα ιπποδρόμια, στην αγορά και σε κεντρικούς δρόμους, απ’ όπου ο λαός θα μπορούσε να παρακολουθήσει την πομπή.

Η πομπή του θριάμβου κράτησε τρεις μέρες.
Την πρώτη μέρα πέρασαν τα αγάλματα, τα έργα ζωγραφικής και οι κολοσσοί πάνω σε διακόσιες πενήντα άμαξες.

Τη δεύτερη μέρα πέρασαν τα πιο όμορφα μακεδονικά όπλα, που άστραφταν με τον καινουργιοδουλεμένο χαλκό και σίδερο. Τα λαμπρά αυτά όπλα, τοποθετημένα περίτεχνα και ανάκατα πάνω στις άμαξες, χτυπούσαν στην πορεία μεταξύ τους και ηχούσαν τον τρομαχτικό ήχο της μάχης.

Πίσω απ’ τις πολυάριθμες άμαξες ακολουθούσε μια φάλαγγα τριών χιλιάδων στρατιωτών, που έφερναν μέσα σε 750 αγγεία τα ασημένια μακεδονικά νομίσματα των λαφύρων. Το κάθε αγγείο περιείχε 3 τάλαντα. Σε κάθε τέσσερις στρατιώτες ένας κρατούσε αγγείο με νομίσματα και οι άλλοι λεπτοσκαλισμένα ποτήρια, καλοδουλεμένα δοχεία, εντυπωσιακούς αμφορείς, ασημοστόλιστα κέρατα κλπ. κλπ..
Την τρίτη μέρα, πρωί-πρωί, άρχισαν να περνούν σαλπιγκτές, σαλπίζοντας πολεμικά άσματα επίθεσης. Ακολουθούσαν 120 καλοθρεμένα βόδια, με χρυσάφι στα κέρατά τους, πολύτιμες ζώνες και χρυσοποίκιλτα στέμματα, οδηγούμενα από νέους και παιδιά, που κρατούσαν χρυσά και ασημένια δοχεία για τις σπονδές. Κατόπιν έρχονταν εκείνοι που κρατούσαν τα 77 δοχεία με τα χρυσά νομίσματα, που το καθένα περιείχε τρία τάλαντα. Πίσω τους ακολουθούσαν οι βαστάζοι που μετέφεραν την ιερή φυάλη. Τη φυάλη αυτή την είχε κατασκευάσει ο Αιμίλιος από χρυσάφι αξίας δέκα ταλάντων κι ήταν στολισμένη με πολύτιμα πετράδια. Μετά έρχονταν άλλοι, κρατώντας ονομαστά σκεύη παλιότερων Μακεδόνων βασιλιάδων κι άλλα πολύτιμα αντικείμενα, τα οποία χρησιμοποιούσε ο Περσέας στα δείπνα του.
Ακολουθούσε το άρμα του Περσέα και πάνω σ’ αυτό άστραφτε το διάδημά του. Μετά έρχονταν τα παιδιά του Περσέα, με τους υπηρέτες και τους δασκάλους τους.
Η παρουσία των παιδιών στην πορεία λύπησε το πλήθος των Ρωμαίων.
Πίσω απ’ τα παιδιά του βάδιζε σιδεροδεμένος ο Περσέας, ντυμένος στα σκούρα και περιστοιχισμένος απ’ τους συγγενείς του. Μετά ακολουθούσαν αντιπρόσωποι τετρακοσίων πόλεων, κρατώντας ισάριθμα χρυσά στεφάνια, δώρα σταλμένα στο μεγάλο Ρωμαίο κατακτητή. Ύστερα έρχονταν ο Αιμίλιος Παύλος, πάνω σε ωραία διακοσμημένο άρμα, ντυμένος χρυσοστόλιστη κόκκινη χλαμίδα και κρατώντας στο τεντωμένο χέρι του κλωνάρι δάφνης. Δάφνες κρατούσε κι όλος ο στρατός του, που τον ακολουθούσε τραγουδώντας, χωρισμένος σε λόχους και τάξεις.
Η μοίρα ευνόησε απ’ τη μια μεριά τον Αιμίλιο και τού ‘δωσε δόξες και τιμές αλλά απ’ την άλλη βύθισε το σπίτι του στο πένθος.
Πέντε μέρες πριν την τελετή του θριάμβου πέθανε ο ένας του γιος, ηλικίας 14 ετών και τρεις μέρες μετά το θρίαμβο πέθανε κι ο άλλος, ηλικίας 12 ετών.
Ύστερα από χρόνια, ο Αιμίλιος πέρασε μια επικίνδυνη αρρώστια και τελικά σάλεψε το λογικό του και πέθανε. Στην κηδεία του βρέθηκαν, εκτός απ’ τους άρχοντες και τους ισχυρούς της Ρώμης και πολλοί αντιπρόσωποι βαρβαρικών και άλλων λαών, καθώς και Μακεδόνες. Οι ξένοι αυτοί σήκωσαν το φέρετρό του, γεγονός που θεωρήθηκε μεγάλη τιμή για το στρατηγό.

Όσο για τον Περσέα, ύτερα απ’ τη διαπόμπευσή του στο θρίαμβο του νικητή, κλείστηκε στη φυλακή, όπου και πέθανε απ’ το μαρτύριο της ασιτίας και της αϋπνίας.

Έτσι τέλειωσε ο τελευταίος βασιλιάς της ένδοξης μακεδονικής δυναστείας και ολόκληρη η Μακεδονία, μετά τη μάχη της Πύδνας, υποτάχτηκε στους Ρωμαίους και διαιρέθηκε σε τέσσερις επαρχίες, που δεν είχαν καμία επαφή ή άλλη σχέση μεταξύ τους.

Αργότερα, έγιναν δυο επαναστάσεις εναντίον των Ρωμαίων στην Πύδνα, οι οποίες, όμως, απέτυχαν.

Τελικά, ο Ρωμαίος Μόμιος νίκησε το στρατό του Δικαίου στη μάχη της Κορίνθου το 148 π.Χ. και υπέταξε ολόκληρη την υπόλοιπη νότια Ελλάδα, η οποία και αποτέλεσε επαρχία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με το όνομα Αχαΐα.

Για τη μάχη της Πύδνας, για ένα τόσο μεγάλης σημασίας γεγονός, έγραψα λίγα και σύντομα. Ευχή μου θα ήταν άλλοι να γράψουν περισσότερα. Να ερευνήσουν σε μεγαλύτερο βάθος και πλάτος τα γεγονότα και να αναφερθούν σ’ αυτά με περισσότερες λεπτομέρειες. Να τα εξετάσουν από κάθε πλευρά και να μελετήσουν τις συνέπειες της ήττας αυτής για τους Μακεδόνες και την Ελλάδα και τις επιπτώσεις της στην ιστορία της φυλής μας και του κόσμου.

Αλέκος Ν. Αγγελίδης

https://www.mnimes.org/archives/the-battle-of-pydna